Αθανάσιος Β' Αρχιεπίσκοπος

Ο Αθανάσιος Β' ήταν ο 45ος αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Όταν στα 1705 ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γερμανός Β΄, λόγω καταχρήσεων, αρπακτικότητας και άλλων παρανομιών, καθαιρέθηκε από κανονική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη μ' επικεφαλής τον πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄, έδωσε στους Κυπρίους επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς που βρίσκονταν εκεί, την άδεια να εκλέξουν διάδοχό του. Ο κλήρος ευνόησε τον ελλόγιμο και δραστήριο πατριάρχη Αντιοχείας Αθανάσιο Γ΄, που είχε αποχωρήσει (από το 1694) κι είχε αποσυρθεί στο Χαλέπι, αφού αναγνώρισε για τρίτη φορά τον αντίπαλό του Κύριλλο Ε', που έδρευε στη Δαμασκό, ως νόμιμο πατριάρχη Αντιοχείας. Ο Αθανάσιος είχε, στα 1700, περιοδεύσει στην Κωνσταντινούπολη και στην Ουγγροβλαχία, απ' όπου έφερε κι εγκατέστησε στο Χαλέπι τυπογραφείο που του είχε χαρίσει ο Κωνσταντίνος Βασσαράβας Βραγκοβάνου για τον φωτισμό του αραβόφωνου κατά το πλείστον ποιμνίου του.

Επειδή στο Χαλέπι είχε δεχθεί να πάει για να έχει έσοδα προς εξόφληση των χρεών που είχε δημιουργήσει και αναλάβει προσωπικά ως πατριάρχης, είναι πιθανόν ότι η αποδοχή ή κι επιδίωξή του να ανέλθει στον θρόνο της κυπριακής Εκκλησίας στηριζόταν στην ελπίδα να εξασφαλίσει περισσότερα έσοδα για τα χρέη του ή για ν' αποφύγει τα χρέη αυτά.

 

Στην εκλογή του πήρε μέρος και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, κι ο τίτλος του Αθανασίου ήταν «Πρόεδρος Κύπρου». Από την Κωνσταντινούπολη έστειλε εγκύκλιο προς το νέο του ποίμνιο στην Κύπρο, ενώ ο ίδιος έφθασε στις αρχές του 1706. Όταν όμως στα 1707 πήγε ξανά στην Κωνσταντινούπολη για να μετάσχει στην εκλογή του νέου πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρυσάνθου Νοταρά (8 Φεβρουαρίου), ο Γερμανός, αψηφώντας την καθαίρεσή του, χειροτόνησε άλλο αρχιεπίσκοπο (στις 13 Φεβρουαρίου 1707), τον παπά Ιάκωβο, αφού προηγουμένως του έδωσε διαζύγιο από την γυναίκα του!, απαραίτητο κατά τον 12ο κανόνα της εν Τρούλλω συνόδου. Επειδή όμως και η γυναίκα του παπά Ιάκωβου δεν επιθυμούσε το διαζύγιο και ο Γερμανός που τον χειροτόνησε ήταν καθαιρεμένος και επειδή ενήργησε μόνος και χωρίς σύνοδο και στην απουσία του νόμιμου αρχιεπισκόπου, ο πατριάρχης Γαβριήλ Γ΄ και η σύνοδος του Οικουμενικού πατριαρχείου κήρυξαν τον Ιάκωβο έκπτωτο ενώ ταυτόχρονα μέμφθηκαν σκληρά κάποιον λαϊκό Κωνστάντιο που αναμειγνυόταν στα εκκλησιαστικά θέματα χωρίς να δικαιούται, προφανώς υπέρ του παπά Ιάκωβου.

 

Παρά ταύτα ο Ιάκωβος εξακολουθούσε να κατέχει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο κι αναφέρεται τον Μάιο του 1707 (κώδικας Κιτίου), τον Αύγουστο του 1711 (σύμφωνα με επιστολή του, που μπορεί όμως ν' ανήκει σ' άλλον Ιάκωβο, αυτόν που βοήθησε τον Γερμανό να ιδρύσει το μοναστήρι και μετέπειτα εκκλησία του Τριπιώτη), και τον Μάιο του 1713 (οπότε συνέταξε πωλητήριο έγγραφο για το μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον Καταλιόντα). Επομένως ο Αθανάσιος Β΄ δεν φαίνεται να επέστρεψε στην Κύπρο μετά την αναχώρηση του στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο του 1707 κι επομένως εσφαλμένα γράφεται από τον Χρυσόστομο Α. Παπαδόπουλο ότι «ἀφῆκε τήν Ἀρχιεπισκοπήν Κύπρου» στα 1720, όταν αποκαταστάθηκε κανονικά στον πατριαρχικό θρόνο Αντιοχείας μετά τον θάνατο του Κυρίλλου (5 Φεβρουαρίου, 1720). Προφανώς από τις αρχές του 1707 ως τις αρχές του 1720 ο Αθανάσιος (Β΄ Κύπρου και Γ΄Αντιοχείας) ζούσε εκτός Κύπρου, είτε στην Κωνσταντινούπολη είτε στο Χαλέπι όπου ήταν το τυπογραφείο του που τόσο αγαπούσε και στο οποίο εξέδωσε πολλές εργασίες του, ιδίως αντιλατινικά θεολογικά συγγράμματα.