Αφροδίτη θεά

Ιερά της Αφροδίτης στην Κύπρο

Image

Η λατρεία της Αφροδίτης στην πιο χαρακτηριστική της μορφή παρουσιάζεται στην Κύπρο κατά την 2η χιλιετία π.Χ. και, όπως αποδεικνύεται, οι ιεροτελεστίες προς τιμήν της ήταν   ακόμη δημοφιλείς μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα.

 

Η Αφροδίτη, ως καταγόμενη από την Κύπρο, είχε την πρώτη θέση στο κυπριακό πάνθεον, πράγμα που αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από την πολύπλευρη και μακρόχρονη λατρεία της, τον μεγάλο, για ένα τόσο μικρό νησί, αριθμό ιερών και τόπων αφιερωμένων σ' αυτήν και από την τεράστια ποσότητα αρχαιολογικών ευρημάτων που συνδέονται με τη λατρεία της.

 

Ιερά: Από αρχαίες φιλολογικές πηγές και από αρχαιολογικά ευρήματα, γνωρίζουμε τους ακόλουθους τόπους λατρείας της Κύπριδος:

 

Αρχίζοντας από την Πάφο, που ήταν το μεγαλύτερο κέντρο λατρείας της θεάς με το επίθετο Παφία, κι όπου είχε το μεγαλύτερο ιερό της, βρίσκουμε διάφορους μύ θους σχετικούς με την ίδρυση του ιερού αυτού. Πιο συχνά αναφέρονται ο Πάφος (γιος του Πυγμαλίωνος και της Γαλάτειας), ο Αερίας (μυθικός βασιλιάς της Κύπρου, πατέρας του Αμάθου), ο Αχαιός Αγαπήνωρ, η ίδια η Αφροδίτη (με το επίθετο Αερία) και, βέβαια, ο βασιλιάς Κινύρας. Οι γνωστότεροι μύθοι παρουσιάζουν τον Κινύρα ως ιδρυτή του ιερού και αρχιερέα της θεάς. Από τους μύθους αυτούς μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Κινύρας ήταν ο πρώτος που εισήγαγε στην Κύπρο από την Ανατολή τη λατρεία της Αστάρτης και του Ταμμούζ, με το χαρακτηριστικό στοιχείο της ιερής πορνείας, που την ταύτισε προς τη λατρεία της Αφροδίτης και του Άδωνι, αφού η λατρεία της Αφροδίτης στην Κύπρο μπορεί να θεωρηθεί αρχαιότερη της εποχής που κατά προσέγγιση μπορεί να θεωρηθεί ότι έζησε ο Κινύρας. Φαίνεται ότι ο μυθικός αυτός βασιλιάς ήταν εκείνος που συνέδεσε τις καινούργιες οργιαστικές τελετές με τις ήδη υπάρχουσες τοπικές ιεροτελεστίες. Ο ίδιος έγινε αρχιερέας της νέας λατρείας.

 

Στην Πάφο, εκτός από τον ναό και το ιερό άλσος, οι πηγές αναφέρουν το αντικείμενο λατρείας, ένα λίθινο κώνο. Σύμφωνα με τους μύθους, υπήρχε ο ιερός βωμός που ποτέ δεν βρεχόταν από το αίμα των θυσιών, υπήρχαν δε και υπαίθριοι βωμοί για τις προσφορές. Ο Βιργίλιος αναφέρει πως ο αριθμός των υπαίθριων βωμών ήταν 100. Το ιερό της Αφροδίτης στην Πάφο ήταν ένα από τα 3 ιερά της Κύπρου που είχαν το δικαίωμα να προσφέρουν άσυλο. (Τα άλλα ήταν   εκείνο της Αμαθουσίας Αφροδίτης και εκείνο του Διός στη Σαλαμίνα).

 

Ιερά της Αφροδίτης υπήρχαν στο ακρωτήρι Ζέφυρος κοντά στην Πάφο (ιερό και άλσος), στους Σόλους (ναός της Αφροδίτης και της Ίσιδος), στο Μάριον - Αρσινόη, στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα (Αφροδίτη Ακραία). Στην Αμαθούντα βρισκόταν επίσης ένα σημαντικό ιερό λατρείας της Αμαθουσίας Αφροδίτης ή της Αφροδίτης - Αριάδνης. Σύμφωνα με την παράδοση, το ιερό αυτό ιδρύθηκε είτε από τον Άμαθο (γιο του Αερία), είτε από την Αμαθούσα (μητέρα του Κινύρα), είτε από τον Αμάθου (γιο του Ηρακλέους). Αναφέρεται ακόμη ότι στην Αμαθούντα η Αφροδίτη λατρευόταν ταυτόχρονα σε θηλυκή και αρσενική μορφή.

 

Άλλα ιερά της Αφροδίτης αναφέρεται ότι βρίσκονταν στην Αγία Νάπα και στη Σαλαμίνα, όπου η θεά λατρευόταν ως προστάτιδα της πόλης. Στην κεντρική πεδιάδα (Μεσαορία) υπήρχε σύμπλεγμα ιερών αφιερωμένων στην Αφροδίτη με το επίθετο Γολγία. Ιερά βρίσκονταν στο Ιδάλιον (ναός και άλσος), στην Τρεμιθούντα, στην Ταμασσό. Στην τελευταία, οι μύθοι αναφέρουν ένα κήπο στο μέσο του οποίου φύτρωνε ένα ολόχρυσο δέντρο, κι από το δέντρο αυτό είχε κόψει η θεά τα τρία χρυσά μήλα που χάρισε στον Ιππομένη για να νικήσει και κερδίσει την Αταλάντη. Το ιερό στους Γόλγους αναφέρεται ότι είχε ιδρυθεί από τον Γόλγο, γιο της Αφροδίτης και του Άδωνι, μερικοί μύθοι, μάλιστα, το παρουσιάζουν ως αρχαιότερο από εκείνο της Πάφου.

 

Η ύπαρξη των ιερών της Κύπριδος στην πεδιάδα και σε παραλιακές τοποθεσίες, αποδεικνύει επίσης ότι η Αφροδίτη λατρευόταν στην Κύπρο κυρίως ως θεά της βλάστησης, της γονιμότητας της γης και της θάλασσας. Οι ιδιότητες αυτές καθρεφτίζονται, εξ άλλου, και στους τόπους λατρείας της.

 

Η ύπαρξη πάλι ιερών της θεάς σε απόμακρες, απομονωμένες και δυσπρόσιτες τοποθεσίες, όπως στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα, στην κορυφή όπου αργότερα ιδρύθηκε το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, στην κορυφή του Αγίου Ιλαρίωνος και, πιθανότατα, στην κορυφή του Τροόδους, φανερώνει ασκητισμό, απομόνωση, φυγή, όπως δηλαδή συνέβαινε αργότερα με τα χριστιανικά μοναστήρια. Στις περιπτώσεις αυτές ο κάθε απομονωμένος ναός της Αφροδίτης ήταν «άδυτος γυναιξί και αόρατος», όπως λέγει ο Στράβων ειδικά για το ιερό στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που τότε ονομαζόταν Κλείδες. Απαγορευόταν δηλαδή στις γυναίκες ακόμη και να πλησιάσουν.

 

«Ερμηνείες» παλαιότερων μελετητών, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις απαγορευόταν η προσέλευση σε γυναίκες επειδή ήδη στο ναό εργάζονταν ιερόδουλες, είναι τουλάχιστον αφελείς. Αντιθέτως, η απαγόρευση ίσχυε ακριβώς για να αποφεύγονταν οι πειρασμοί, υπήρχε δηλαδή ένα «άβατον», όπως ισχύει μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος. Τούτο θα πρέπει να θεωρείται το βέβαιο, εφόσον στην Κύπρο είχε λατρευτεί ειδικά η Ουρανία Αφροδίτη και όχι η Πάνδημος.

 

Η λατρεία στην Κύπρο της Ουρανίας Αφροδίτης μαρτυρείται επαρκώς. Δύο πόλεις αφιερωμένες στην Αφροδίτη, που άκμασαν στην Καρπασία, ονομάζονταν η μία Αφροδίσιον και η άλλη Ουρανία. Και ο Θεόκριτος, σε επίγραμμά του, είναι σαφής στο ότι η Κύπριδα Αφροδίτη ήταν η Ουρανία:

 

«Α Κύπρις ου πάνδημος ιλάσκεο

ταν θεόν ειπών ουρανίαν...»

 

Και ο Παυσανίας («Ελλάδος Περιήγησις», 1, 14.7) λέγει ότι στην Κύπρο λατρευόταν η Ουρανία Αφροδίτη, με πρώτους εισηγητές της συγκεκριμένης λατρείας τους Παφίους. Εξάλλου το τέμενος της θεάς στην Παλαίπαφο ήταν το αρχαιότερο στο νησί και ως εκ τούτου είχε πάρει και το δικαίωμα παροχής ασύλου. Το αυτό δικαίωμα είχαν και άλλα δύο ιερά που θεωρούνταν αρχαιότατα, εκείνο της Αφροδίτης στην Αμαθούντα και εκείνο του Διός στη Σαλαμίνα.

 

Ιερά της θεάς που έχουν ανασκαφεί κατά καιρούς στην Κύπρο, από αρχαιολογικές αποστολές.

 

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, που διασώθηκε από τον Παυσανία και από άλλους κλασσικούς Έλληνες συγγραφείς, η λατρεία της Αφροδίτης στην Κύπρο πρωτάρχισε στην Παλαίπαφο, το σημερινό χωριό Κούκλια, κατά τη διάρκεια των Τελευταίων Προϊστορικών χρόνων κι απ' εκεί ξαπλώθηκε σταδιακά σ' ολόκληρο το νησί και συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι τα τέλη των Ρωμαϊκών χρόνων. Ο Παυσανίας αναφέρει χαρακτηριστικά ότι το πρώτο ιερό της θεάς της καλλονής και του έρωτα κτίστηκε από τον Αγαπήνορα, τον Αρκάδα βασιλιά της Τεγέας, ο οποίος κατά την επάνοδό του από τον Τρωικό πόλεμο οδηγήθηκε από την τρικυμιώδη θάλασσα στις δυτικές κυπριακές ακτές. Μια άλλη μυθολογική μαρτυρία αποδίδει την κτίση του πρώτου ιερού της Αφροδίτης στο βαθύπλουτο Κύπριο βασιλιά της Παλαιπάφου Κινύρα, τον πατέρα του Άδωνι, που ήταν υπερήλικας όταν τέλειωσε ο Τρωικός πόλεμος. Οι μέχρι σήμερα ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή της Παλαιπάφου, παρόλο που δεν έχουν φέρει ακόμη στο φως κανένα συνοικισμό των Τελευταίων Προϊστορικών χρόνων, στην τοποθεσία Σκάλες και σ' άλλα μέρη του άμεσου συνοριακού περιβάλλοντος των Κουκλιών είχαν σαν αποτέλεσμα την αποκάλυψη πολυάριθμων εκλεκτών έργων κεραμικής και μικροτεχνίας, που προέρχονται από αρκετούς τάφους του τέλους της Τελευταίας εποχής του Χαλκού, και τα κατάλοιπα μνημειακού ναϊκού συμπλέγματος, που ανεπιφύλακτα πιστεύεται ότι ήταν αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Οι αδιάσειστες αυτές αρχαιολογικές μαρτυρίες φανερώνουν την ύπαρξη σημαντικής μυκηναϊκής πόλης, της Παλαιπάφου, που πιθανότατα κρύβεται κάτω από τα θεμέλια των κατοικιών του σημερινού χωριού Κούκλια ή κάπου πολύ κοντά στο εκτενές νεκροταφείο στην τοποθεσία Σκάλες, και ταυτόχρονα επαληθεύουν τη μυθολογική παράδοση, που αναφέρεται στην κτίση του περίφημου ιερού της. Έτσι η ίδρυση της Παλαιπάφου και η ταυτόχρονη κτίση του ιερού της Αφροδίτης, προφανώς σε δεσπόζουσα και επιβλητική θέση της πόλης, ανάγονται στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. και συμπίπτουν με τη δεύτερη μόνιμη εγκατάσταση των Αχαιών αποίκων στην Κύπρο και την επιστροφή των Ελλήνων ηρώων από τον Τρωικό πόλεμο, από τους οποίους μερικοί έφθασαν με τους Μυκηναίους – Αχαιούς-   συμπατριώτες τους στο νησί και ίδρυσαν τις πρώτες παραλιακές κυπριακές πόλεις.

 

Τα αποκαλυφθέντα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του ιερού της Αφροδίτης καλύπτουν μεγάλη έκταση, που βρίσκεται ανάμεσα στις νότιες κατοικίες των Κουκλιών και του μεγάλου κτιρίου - τσιφλικιού -   των Λουζινιανών φεουδαρχών. Παρόλο που ελάχιστα απ' αυτά έχουν διατηρηθεί, στο σύνολό τους, παρουσιάζουν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ιερού του κοινού τύπου της ανατολικής Μεσογείου. Το όλο οικοδομικό σύμπλεγμα του ιερού, που σκάφτηκε το 1888 από τη Βρεττανική Αρχαιολογική Αποστολή, αποτελείται από μια μεγάλη υπαίθρια, τετράγωνη αυλή, που πλαισιώνεται από δυο ορθογώνιες στοές στη βόρεια και τη νότια πλευρά της και από τέσσερα δωμάτια, που χωρίζονται σε δυο ενιαία σύνολα με μια ευρύχωρη είσοδο μεταξύ τους, στην ανατολική πλευρά. Από τη βόρεια και τη νότια στοά του ιερού μόνο ελάχιστα τμήματα από τα θεμέλια των τοίχων, μερικές βάσεις κιόνων και μικρό μέρος ρωμαϊκού ψηφιδωτού δαπέδου διατηρούνται. Στο κέντρο της αυλής αποκαλύφθηκε μεγάλο άνοιγμα, ακανόνιστου κυκλικού σχήματος, γεμισμένου με πέτρες και κεραμικά όστρακα των Ρωμαϊκών χρόνων. Το σύμπλεγμα των τεσσάρων δωματίων και η είσοδος στην ανατολική πλευρά του ιερού διατηρούνται σε καλύτερη κατάσταση. Μερικοί από τους ογκώδεις πελεκητούς ασβεστόλιθους της ανατολικής εισόδου του ιερού και άλλοι παρόμοιοι, που σχηματίζουν τα θεμέλια μικρού τετράγωνου χώρου στο ανατολικό άκρο της νότιας στοάς, ανήκουν στο αρχαιότερο ιερό, που χρονολογείται στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. Ένα άλλο μέρος του εξωτερικού τμήματος της νότιας στοάς, που βρίσκεται ακριβώς στα δυτικά της εισόδου της προς την κατεύθυνση του μεγάλου κτιρίου των Λουζινιανών φεουδαρχών είναι επίσης κτισμένο με πανομοιότυπους αλλά πολύ μεγαλύτερους πελεκητούς ασβεστόλιθους και ανήκει κι αυτό στην πρώτη περίοδο του ιερού. Η δομική διάταξη των τεράστιων αυτών πελεκητών ασβεστόλιθων, που οι διαστάσεις τους είναι 4,80X2,10 μ., θυμίζει την οικοδομική τέχνη των δημόσιων κτιρίων της Τελευταίας εποχής του Χαλκού στην Έγκωμη και του μεγαλύτερου μυκηναϊκού ναού στο Κίτιον, που μετατράπηκε σε φοινικικό ναό της Αστάρτης στις αρχές του 9ου αιώνα π.Χ.

 

Μερικά ορειχάλκινα νομίσματα των Ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, κυρίως της εποχής του Αυγούστου και του Τραϊανού, απεικονίζουν ιερό, που αποτελείται από μια ευρύχωρη υπαίθρια αυλή πλαισιωμένη από συνεχή τοίχο που καταλήγει σε τριμερή λατρευτικό χώρο μ' ένα κωνικό είδωλο στο κεντρικό του σημείο. Η παράσταση αυτή ταυτίζεται με το ιερό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο. Από τα αποκαλυφθέντα όμως κατάλοιπα του ιερού της Παφίας θεάς απουσιάζει ο τριμερής λατρευτικός χώρος, που πιθανό να βρισκόταν στη δυτική πλευρά της αυλής, αλλά δεν έχει ακόμη επισημανθεί. Ένας μεγάλος κωνικός λίθος από σκληρό γκριζόμαυρο ανδεσίτη, που βρέθηκε κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανάμεσα στα σκορπισμένα αρχιτεκτονικά μέλη του ιερού, ταυτίζεται με το κωνικό είδωλο, που παριστάνεται στο κέντρο του τριμερούς λατρευτικού χώρου πάνω στα ρωμαϊκά νομίσματα. Ο λίθος αυτός, που πιστεύεται ότι αποτελούσε το ιερό σύμβολο της θεάς και ότι αλειφόταν με λάδι στη διάρκεια μεγάλων ιεροτελεστιών ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η θρησκευτική μαστροπεία, σήμερα εκτίθεται στο Κυπριακό Μουσείο.

 

Η λατρεία της Αφροδίτης συνεχίστηκε στο ιερό της Παλαιπάφου μέχρι τα τέλη των Ρωμαϊκών χρόνων. Οι γραπτές ιστορικές και φιλολογικές πηγές αναφέρονται και σε αρκετά άλλα ιερά της θεάς σ' ολόκληρη την Κύπρο που χρονολογούνται από τις αρχές της εποχής του Σιδήρου μέχρι τα τέλη των Ρωμαϊκών χρόνων (1000 π.Χ. -395 περίπου μ.Χ.). Απ' όλα αυτά αποκαλύφθηκαν τα ιερά της Αμαθούντος, της Ταμασσού, του Ιδαλίου και των Σόλων, που πρωτοκτίστηκαν στα τέλη των Κυπρο -κλασσικών χρόνων και, ύστερα από αλλεπάλληλες καταστροφές και ανοικοδομήσεις διατηρήθηκαν μέχρι τα τέλη των Ρωμαϊκών χρόνων (500 π.Χ. - 395 μ.Χ.).

 

Το ιερό της Αμαθούντος σκάφτηκε το 1981 - 1982 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Αποστολή, υπό τη διεύθυνση του Antoine Hermary, στο ψηλότερο σημείο του λόφου, που δεσπόζει σ' ολόκληρο το χώρο της αρχαίας πόλεως και που αποτελεί την ακρόπολή της. Από τον όλο λατρευτικό χώρο έχει διασωθεί ο μεγάλος ναός της Αφροδίτης, μήκους 32 μ. και πλάτους 15,50 μ., που κτίστηκε στα κατάλοιπα προγενέστερου ιερού γύρω στα τέλη του 1ου π.Χ. και στις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα. Ο ναός ήταν ολότελα κτισμένος από πελεκητούς ασβεστόλιθους. Παρόλο που δεν ήταν περίστυλος, ανάμεσα στ' αποκαλυφθέντα αρχιτεκτονικά του μέλη βρέθηκαν και μερικά μαρμάρινα κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού, που φανερώνουν την ύπαρξη κιόνων, πιθανό στον εσωτερικό χώρο του ναού. Το περισσότερο από το εσωτερικό μέρος του ναού καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της ανέγερσης μεταγενέστερου βυζαντινού πύργου, που κατέστρεψε επίσης κι όλα τα προγενέστερα του ρωμαϊκού ναού αρχιτεκτονικά και στρωματογραφικά δείγματα. Κοντά στη νότια πλευρά του ναού αποκαλύφθηκε μεγάλος αναθηματικός λάκκος ή αποθέτης με αρκετά αφιερώματα, από τα οποία τα περισσότερα είναι αγγεία και ασβεστολιθικά αγαλμάτια, των Αρχαϊκών και Κλασσικών κυρίως χρόνων, που αποδεικνύουν ότι η λατρεία της Αφροδίτης στον ίδιο ιερό χώρο είχε αρχίσει από την Αρχαϊκή εποχή. Επιπρόσθετη μαρτυρία για την ύπαρξη αρχαϊκού ναού της Αφροδίτης στο χώρο αυτό της ακρόπολης της Αμαθούντος αποτελούν και οι δυο πελώριοι ασβεστολιθικοί σπονδικοί πίθοι του 6ου αιώνα π.Χ., που κοσμούσαν την είσοδο που οδηγούσε στον αρχικό ναό της θεάς. Ο ένας από τους πίθους βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.

 

Το ιερό της Ταμασσού αποκαλύφθηκε μεταξύ 1976 και 1979 από τη Γερμανική Αρχαιολογική Αποστολή του Πανεπιστημίου Giessen υπό τη διεύθυνση του H.G. Buchholz στο χώρο της αρχαίας πόλης που συνορεύει με τους περίφημους κτιστούς τάφους. Από το όλο οικοδομικό σύμπλεγμα του ιερού διασώθηκαν πολύ ελάχιστα δείγματα ανάμεικτα με διάφορα άλλα οικιακά κατάλοιπα των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων.

 

Το τέταρτο ιερό της Αφροδίτης στην ακρόπολη του Ιδαλίου, που σήμερα είναι ανύπαρκτο, σκάφτηκε το 1891 από την πρώτη Γερμανική Αρχαιολογική Αποστολή στην Κύπρο, υπό τη διεύθυνση του Max Ohnefalsch-Richter. Απετελείτο από μια υπαίθρια αυλή, που πλαισιωνόταν με δυο επιμήκεις στοές κατά μήκος της νότιας και της δυτικής πλευράς της και από ένα μικρό ορθογώνιο λατρευτικό χώρο στο πίσω μέρος της αυλής, που περιβαλλόταν από τοίχο κτισμένο με πελεκητούς ασβεστόλιθους. Στη δυτική στοά υπήρχε μικρός ορθογώνιος κτιστός βωμός. Ένας άλλος μικρός τετράγωνος βωμός από πλιθάρια βρισκόταν στο κέντρο του λατρευτικού χώρου. Στην υπαίθρια αυλή βρέθηκαν μερικά αναθηματικά ασβεστολιθικά αγάλματα. Δυο άλλοι ναοί της Αφροδίτης, που κι αυτοί σήμερα είναι ανύπαρκτοι, συμπεριλαμβάνονται στο σύμπλεγμα των πέντε ναών, που αποκαλύφθηκαν στην τοποθεσία Χολλάδες των Σόλων μεταξύ 1930 και 1931 από τη Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή, υπό τη διεύθυνση του Ε. Gjerstad. Στον ένα από τους δυο ναούς από κοινού με την Αφροδίτη λατρευόταν και η Κυβέλη. Και οι δυο αυτοί ναοί της θεάς χρονολογούνται στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. και είχαν πανομοιότυπο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Απετελούντο από δυο συνεχόμενες ορθογώνιες υπαίθριες αυλές, από τις οποίες η πίσω αυλή επικοινωνούσε με μικρό τετράγωνο λατρευτικό χώρο. Η πρώτη αυλή ήταν εφοδιασμένη με τετράγωνο βωμό, κτισμένο με αργούς λίθους στο κάτω μέρος και με πλιθάρια στο πάνω μέρος.

 

Δ. ΧΡΗΣΤΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image