Κύριλλος Γ'- Βασιλείου ο από Κυρηνείας

Image

Γνωστός και ως Κυριλλούδιν, αρχιεπίσκοπος Κύπρου από το 1916 μέχρι το 1933. Ο Κύριλλος Γ', πριν ανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, υπήρξε μητροπολίτης Κυρηνείας από το 1895 μέχρι και την εκλογή του ως αρχιεπισκόπου το 1916.

 

Γεννήθηκε στο χωριό Πραστειό της επαρχίας Αμμοχώστου το 1859 και πέθανε στις 16 Νοεμβρίου 1933. Σε ηλικία 13 χρόνων, το 1872, εισήλθε ως δόκιμος στο μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου. Το 1880 χειροτονήθηκε διάκονος κι εστάλη στο εξωτερικό για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε θεολογία και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά τη συμπλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στην Κύπρο και το 1890 διορίστηκε καθηγητής στην Ελληνική Σχολή της Λεμεσού καθώς και ιεροκήρυκας στη μητροπολιτική περιφέρεια Κιτίου. Επίσκοπος Κυρηνείας εξελέγη στις 16 Απριλίου 1895 και στη συνέχεια εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Κύπρου στις 11 Νοεμβρίου 1916.

 

Γνωστός στην ιστορία παρέμεινε ο ιεράρχης αυτός μαζί με τον προκάτοχό του τόσο στον επισκοπικό θρόνο της Κερύνειας όσο και στον αρχιεπισκοπικό θρόνο Κύριλλο Β' Παπαδόπουλο, εξαιτίας της μακροχρόνιας διαμάχης των δύο αλλά και των οπαδών και υποστηρικτών τους, που δίχασε τον Ελληνισμό της Κύπρου καθ' όλη την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Για τη διαμάχη των δύο, τη γνωστή στην πρόσφατη ιστορία της Κύπρου ως αρχιεπισκοπικό ζήτημα, παραπέμπουμε στο σχετικό λήμμα καθώς και στο αμέσως πιο πάνω κείμενο για τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Β'. Δεν θα επαναλάβουμε εδώ τις λεπτομέρειες της αντιπαράθεσης των δυο Κυρίλλων. Σημειώνουμε μόνο ότι ο Κύριλλος Βασιλείου, ο από Κυρηνείας, εκπροσωπούσε στην όλη διαμάχη τη λεγόμενη διαλλακτική μερίδα των Ελλήνων της Κύπρου, δηλαδή την πτέρυγα των μετριοπαθών στοιχείων που χωρίς να αποκηρύσσουν το ιδανικό της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, το τοποθετούσαν ως μακροπρόθεσμο κι όχι άμεσο στόχο που ήταν δυνατό να επιτευχθεί σταδιακά. Αντίθετα, η πολυπληθέστερη μερίδα την οποία εκπροσωπούσε ο μητροπολίτης Κιτίου Κύριλλος Παπαδόπουλος που ήταν και βουλευτής, μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, ήταν εκείνη των αδιάλλακτων ενωτικών. Ταυτόχρονα, ο Κυρηνείας Κύριλλος ήταν περισσότερο εκπρόσωπος της αστικής τάξης παρά των λαϊκών κι εργατικών στρωμάτων, κι υποστηριζόταν από το ισχυρό κόμμα του δημάρχου Λευκωσίας και πολιτευτή Αχιλλέα Λιασίδη.

 

Το άλλο σημείο που θα πρέπει να επαναλάβουμε εδώ, είναι το γεγονός ότι το οικουμενικό πατριαρχείο, στην προσπάθειά του να επιλύσει το αρχιεπισκοπικό ζήτημα που παρατεινόταν, προχώρησε το 1908 αυθαίρετα σε μια αναπάντεχη κι αψυχολόγητη ενέργεια που παρ' ολίγον να είχε τραγικές επιπτώσεις στην Κύπρο: εξέλεξε από μόνο του τον μητροπολίτη Κυρηνείας Κύριλλο ως νέο αρχιεπίσκοπο Κύπρου. Το γεγονός ανήγγειλε πανηγυρικά, στις 20 Φεβρουαρίου 1908, με παράρτημά της, η εφημερίδα Πατρίς του Αχιλλέα Λιασίδη:

 

Ἡ Αὐτοῦ Θεία Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, ἀνήγγειλε τηλεγραφικῶς ὅτι ἡ  Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐξελέξατο χθές παμψηφεί, τήν Αὐτοῦ Πανιερότητα τόν Μητροπολίτην Κυρηνείας, Ἀρχιεπίσκοπον Νέας Ἰουστινιανῆς καί Πάσης Κύπρου...

 

Η αντίδραση των οπαδών του μητροπολίτη Κυρηνείας ήταν η έναρξη πανηγυρισμών. Αντίθετα, η παράταξη του Κιτίου Κυρίλλου αντέδρασε με άμεση και μαζική κινητοποίηση προς ματαίωση της χειροτονίας και εγκαθιδρύσεως του Κυρηνείας Κυρίλλου ως αρχιεπισκόπου. Πλήθη λαού συγκεντρώθηκαν στη Λευκωσία, όπου σημειώθηκαν διάφορα επεισόδια και απειλήθηκε μεγάλης εκτάσεως αιματοχυσία. Οι βρετανικές αρχές εκκένωσαν την Αρχιεπισκοπή και κήρυξαν τον στρατιωτικό νόμο, περαιτέρω όμως επιδείνωση της κατάστασης είχε αποφευχθεί κυρίως επειδή ο ίδιος ο Κύριλλος Βασιλείου έσπευσε ν' ανακοινώσει ότι δεν αποδεχόταν την εκλογή του ως αρχιεπισκόπου, διότι δεν επιθυμούσε, όπως είπε, να πατήσει επί πτωμάτων.

 

Το αρχιεπισκοπικό ζήτημα λύθηκε το 1909, οπότε εξελέγη κανονικά ως αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Β' ο μητροπολίτης Κιτίου Κύριλλος. Η τελική συμφιλίωση των δυο Κυρίλλων συνέβη τον Φεβρουάριο του 1910, κατόπιν μεσολαβήσεως και της κυβερνήσεως της Ελλάδος. Ο μητροπολίτης Κυρηνείας Κύριλλος ανεγνώρισε τότε τον αντίπαλό του ως αρχιεπίσκοπο Κύπρου, κι ο ίδιος πήρε τον περίεργο τίτλο του μακαριωτάτου προέδρου Κυρηνείας.

 

Λίγα χρόνια όμως αργότερα, συγκεκριμένα στις 6 Ιουλίου 1916, ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Β' πέθανε στη Μαραθάσα όπου παραθέριζε, κι ο αρχιεπισκοπικός θρόνος κενώθηκε ξανά. Ως τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου ανέλαβε ο «εξωκλιματικός» μητροπολίτης Πάφου Ιάκωβος Αντζουλάτος, προτάθηκαν δε διάφοροι υποψήφιοι για το αξίωμα του αρχιεπισκόπου. Πρώτος βέβαια ο μητροπολίτης Κυρηνείας Κύριλλος, αλλά επίσης και ο αρχιμανδρίτης της Αρχιεπισκοπής Μακάριος Μυριανθεύς (ανεψιός του Κυρίλλου Β' και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β'), ο επίσης «εξωκλιματικός» μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης (Κρητικός την καταγωγή και μετέπειτα πατριάρχης) και ο ηγούμενος Κύκκου Κλεόπας (μετέπειτα μητροπολίτης Πάφου).

 

Ο δυναμικός Νικόλαος Καταλάνος τάχθηκε αρχικά υπέρ της υποψηφιότητά του αρχιμανδρίτη Μακαρίου. Επειδή όμως φάνηκε ότι υπήρχε κάποιο ρεύμα υπέρ της υποψηφιότητας του Μελετίου Μεταξάκη, κι επειδή ο Μεταξάκης ήταν οπαδός του συμπατριώτη του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον οποίο αντιπαθούσε ο Καταλάνος, ο τελευταίος τάχθηκε τελικά υπέρ της εκλογής του Κυρηνείας Κυρίλλου. Με τον Κύριλλο συνεννοήθηκε, εξάλλου, ώστε μετά την εκλογή του ως αρχιεπισκόπου να προωθηθεί στην επισκοπική έδρα της Κερύνειας ο αρχιμανδρίτης Μακάριος, πράγμα που τελικά έγινε. Έτσι βασικοί αντίπαλοι (δεδομένου ότι ο Κλεόπας τελικά υποστήριζε τον Μεταξάκη) παρέμειναν ο Κυρηνείας Κύριλλος Βασιλείου και ο Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης. Ο Καταλάνος έριξε όλο το βάρος των προσπαθειών και της επιρροής του στον λαό υπέρ της εκλογής του Κυρίλλου, προβάλλοντας μάλιστα ως σύνθημα προεκλογικό το γνωστό: Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο...

 

Μετά τον ηγούμενο Κλεόπα απέσυρε τότε την υποψηφιότητά του και ο Μελέτιος Μεταξάκης. Παρέμεινε έτσι μόνος υποψήφιος ο Κυρηνείας Κύριλλος που εξελέγη φυσικά ως νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου κι ενθρονίστηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1916 ως Κύριλλος Γ'. Ο σημαντικός Μελέτιος Μεταξάκης αναχώρησε τότε από την Κύπρο, αφού παραιτήθηκε από τον θρόνο Κιτίου στον οποίο είχε παραμείνει για 7 περίπου χρόνια. Πήγε στην Αθήνα όπου κι εργάστηκε, επιστρατεύοντας και τη ρητορική του δεινότητα, υπέρ του φίλου και συμπατριώτη του Ελευθερίου Βενιζέλου και κατά του βασιλιά Κωνσταντίνου. Το 1917 έγινε μητροπολίτης Αθηνών, αμέσως μετά την εκδίωξη του βασιλιά, τρία χρόνια όμως αργότερα, με την επάνοδο του βασιλιά, έφυγε από την Ελλάδα κι έγινε οικουμενικός πατριάρχης και αργότερα πατριάρχης Αλεξανδρείας. Κατά την παραμονή του στην Κύπρο ο Μεταξάκης συνέταξε και τον καταστατικό χάρτη της Κυπριακής Εκκλησίας που παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και την 31 Δεκεμβρίου 1979.

 

Μετά την αποχώρηση του Μελετίου Μεταξάκη, στον επισκοπικό θρόνο Κιτίου εξελέγη ο φλογερός Νικόδημος Μυλωνάς. Στον επισκοπικό θρόνο Κυρηνείας εξελέγη, όπως είχε συμφωνηθεί, ο αρχιμανδρίτης Μακάριος Μυριανθεύς. Ο δεύτερος ανήλθε αργότερα και στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ενώ ο Μυλωνάς πέθανε στην εξορία.

 

Λίγο μετά την εκλογή του ως αρχιεπισκόπου και πολιτικού ηγέτη των Ελλήνων της Κύπρου, ο Κύριλλος Γ' ηγήθηκε μακρόχρονης αποστολής στο εξωτερικό για το ζήτημα της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Η απογοήτευση του 1915 (οπότε η Κύπρος είχε προσφερθεί από την Αγγλία στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την είσοδο της δεύτερης στον πόλεμο, αλλά της απόρριψης της προσφοράς από την τότε ελληνική κυβέρνηση του Α. Ζαΐμη), έδωσε τη θέση της και πάλι στην ελπίδα μεταξύ των Ελλήνων της Κύπρου το 1917, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οραματιστής της «Μεγάλης Ελλάδος των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», επεσκέφθη το Λονδίνο. Τηλεγραφήματα και υπομνήματα από την Κύπρο μετέφεραν στον πρωθυπουργό της Ελλάδος την αξίωση όπως μεριμνήσει και για την εθνική αποκατάσταση του νησιού.    Ήταν αμέσως μετά τη λήξη του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, όταν οι νικητές είχαν συναχθεί για να διαμοιράσουν μεταξύ τους τα κέρδη, που ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Γ' ηγήθηκε κυπριακής εθνικής αποστολής (ονομάστηκε πρεσβεία) στην οποία μετείχαν οι  Έλληνες βουλευτές του Νομοθετικού. Η αποστολή αυτή στο εξωτερικό κράτησε δυο χρόνια, από το 1918 μέχρι το 1920. Σύμφωνα προς την εφημερίδα Ελευθερία της 3/16.11.1918, η   υπό τον  αρχιεπίσκοπο πρεσβεία θα εργαζόταν παρά τοῖς πολιτικοῖς ἐν Ἀγγλίᾳ κύκλοις πρός παραχώρησιν τῆς Κύπρου εἰς τήν Ἑλλάδα. 

 

Τα υπέρογκα έξοδα της αποστολής επωμίστηκε η Εκκλησία, ύστερα από απόφαση της Ιεράς Συνόδου που καθόρισε και τις συνεισφορές: λίρες 200 η Αρχιεπισκοπή, από 100 οι τρεις μητροπόλεις, 200 το μοναστήρι του Κύκκου, 50 η εκκλησία Φανερωμένης, μικρότερα ποσά άλλα μοναστήρια και 1.000 λίρες όλες μαζί οι ενοριακές εκκλησίες. Οι βουλευτές που συνόδευσαν τον αρχιεπίσκοπο ήσαν οι Θεοφάνης Θεοδότου, Νεοπτόλεμος Πασχάλης, Φίλιος Ζαννέτος, Λούης Λουίζου, Γεώργιος Εμφιετζής, Νικόλαος Κλ. Λανίτης, Νεόφυτος Νικολαΐδης και Δημοσθένης Σεβέρης. Η αναχώρηση της πρεσβείας, από την Αμμόχωστο στις 5 Δεκεμβρίου 1918, προσέλαβε πανηγυρικό χαρακτήρα. Τα μέλη της αποστολής δεν βρήκαν όμως θέσεις στο πλοίο και, παρά το κρύο του χειμώνα, αποφάσισαν να ταξιδεύσουν ως επιβάτες καταστρώματος.

 

Οι Τούρκοι της Κύπρου αντέδρασαν στην αποστολή αυτή των Ελλήνων, κι απέστειλαν υπομνήματα διαμαρτυριών στα οποία εξέφραζαν τη δική τους θέση, ότι η Κύπρος θα έπρεπε να επιστραφεί στην Τουρκία. Ο μουφτής, μάλιστα, ανέλαβε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη και αλλού για να προβάλει τις θέσεις των Τουρκοκυπρίων. Οι αγγλικές αρχές απαγόρευσαν την πραγματοποίηση της περιοδείας του μουφτή, που εθεωρείτο δημόσιος υπάλληλος.

 

Στις 8 Δεκεμβρίου 1918 η πρεσβεία έφθασε στο Πορτ Σάιντ. Στις 20 του ιδίου μηνός ο αρχιεπίσκοπος τηλεγραφούσε στον μητροπολίτη Πάφου στην Κύπρο (που ανέλαβε χρέη τοποτηρητή), ότι η πρεσβεία είχε σταθμεύσει στο νησί της Έλβας λόγω κακοκαιρίας. Η επόμενη είδηση, στις 28 του μηνός, έλεγε ότι η πρεσβεία είχε φθάσει στο Παρίσι κι επρόκειτο να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό της Ελλάδος Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος βρισκόταν στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου είχαν συγκεντρωθεί και πολλοί άλλοι ηγέτες του κόσμου για να πάρουν μέρος στη μαραθώνια Διάσκεψη της Ειρήνης που πραγματοποιήθηκε μετά τη λήξη του μεγάλου πολέμου.

 

Η Ελλάδα, που είχε για μια ακόμη φορά υπερκαλύψει την προσφορά της σε θυσίες, ήταν τώρα μεταξύ των χωρών που ήλπιζαν σε καλύτερες μέρες, κι ο πρωθυπουργός Βενιζέλος αρχικά παρουσιάστηκε αρκετά αισιόδοξος κατά τη συνάντησή του με τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο και τα λοιπά μέλη της αποστολής, είπε μάλιστα προς τους Κυπρίους βουλευτές πως ευελπιστούσε ότι θα τους έβλεπε σύντομα ως μέλη της Βουλής των Ελλήνων (η συνάντηση αυτή έγινε στο ξενοδοχείο του Βενιζέλου στο Παρίσι, στις 30 Δεκεμβρίου 1918).

 

Από το Παρίσι η πρεσβεία αναχώρησε για το Λονδίνο, όπου κι έφθασε στις 31 Ιανουαρίου 1919. Εκεί όμως διαπίστωσε ότι τα πράγματα δεν ήσαν τόσο ρόδινα όσο τα ήθελε ο Βενιζέλος, ο οποίος φαίνεται ότι είχε τότε υπόψη κυρίως τις προσωπικές διαθέσεις του Λόυδ Τζωρτζ που δεν συμφωνούσαν κατ' ανάγκην με την επίσημη πολιτική της κυβέρνησής του, όπως εξάλλου ανακοίνωσε αργότερα στον αρχιεπίσκοπο ο ελληνικής καταγωγής φίλος του Τζωρτζ, ο σερ Τζωρτζ Σταυρίδης (βλέπε και Ν. Κλ. Λανίτη, Ὁ  Ἀκρίτας τοῦ  Ἑλληνικοῦ Νότου, Αθήνα, 1945).

 

Ο αρχιεπίσκοπος και οι λοιποί Κύπριοι συνάντησαν πολλές δυσκολίες στο Λονδίνο, ακόμη κι έλλειψη στέγης γιατί τα δωμάτια που είχαν κρατήσει δόθηκαν αλλού εξαιτίας καθυστερήσεώς τους. Ο υπουργός των Αποικιών Μύνλερ ασθενούσε, και τους συνάντησε μετά από ένα μήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 1919. Ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος του απηύθυνε χαιρετισμό όπου, μεταξύ άλλων, αφού του υπενθύμιζε την αγγλική προσφορά του 1915, κατέληγε λέγοντας:

 

... Ὁ Κυπριακός λαός εἶναι στερρῶς πεπεισμένος ὅτι ἔφθασενδη ἡ στιγμή τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ   ἀποκαταστάσεως, στιγμή καθ ' ἥν ἡ Πατρίς ἡμῶν θά δυνηθῇ  ἅπαξ ἒτι ν' ἀποτελέσῃ μέρος μιᾶς ἡνωμένης Ἑλλάδος, προστάτιδος τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς ἐλευθερίας ἐν τῇ  Ἐγγύς Ἀνατολῇ, αἰωνίας φίλης καί πιστῆς συμμάχου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας... (Ολόκληρη την ομιλία του αρχιεπισκόπου και λεπτομέρειες της συνάντησης βλέπε στην εφημερίδα Ἐλευθερία της 9/22.2.1919).

 

Η συζήτηση που ακολούθησε με τον λόρδο Μύνλερ ήταν απογοητευτική. Ο Βρετανός υπουργός δήλωσε άγνοια του Κυπριακού ζητήματος, είπε ότι η προσφορά της Κύπρου από την Αγγλία στην Ελλάδα είχε γίνει «υπό όρον μη εκτελεσθέντα», εξέφρασε τη χαρά του επειδή το αίτημα για ένωση με την Ελλάδα δεν είχε πηγή εκπορεύσεώς του τυχόν αγγλική κακοδιοίκηση της Κύπρου και υπεσχέθη να το εξετάσει «με την δέουσα προσοχή». Δεξιώθηκε πάντως τον αρχιεπίσκοπο και τα μέλη της αποστολής.

 

Ακολούθησαν άλλες επαφές στο Λονδίνο, ενώ στις 5 Μαρτίου 1919 η πρεσβεία έδωσε στον Τύπο δημόσια έκκλησή της προς το αγγλικό έθνος για απόδοση της Κύπρου στην Ελλάδα (Ἐλευθερία, 2/15.3.1919, όπου και το κείμενο της εκκλήσεως την οποία υπογράφουν ο Κύριλλος Γ' και οι λοιποί της αποστολής). Η πρεσβεία εξέδωσε επίσης σε 3.000 αντίτυπα, στην αγγλική, τις θέσεις της επί του Κυπριακού. Στο μεταξύ έφθασε στο Λονδίνο και ο Βενιζέλος (10 Μαρτίου 1919), που και πάλι δεν απέφυγε να καθησυχάσει τους Κυπρίους που ήδη είχαν αρχίσει ν' ανησυχούν.

 

Ο Βενιζέλος πίστευε ακόμη πως θα του ήταν δυνατό να επιτύχει κάτι το σημαντικό διαπραγματευόμενος με τους Βρετανούς το ζήτημα της Κύπρου, πράγματι δε οι αρχικές σοβαρές αντιδράσεις πέντε τουλάχιστον αγγλικών υπουργείων στο ζήτημα της παραχώρησης της Κύπρου στην Ελλάδα, είχαν αρχίσει να κάμπτονται. Στο μεταξύ, τόσο ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος όσο και τα λοιπά μέλη της πρεσβείας συνέχισαν για μήνες στο Λονδίνο τις επαφές τους σε διάφορα επίπεδα, το δε Κυπριακό συζητήθηκε επανειλημμένα και στη βρετανική Βουλή.   Έτσι, μέχρι το τέλος Αυγούστου, ο Βενιζέλος δήλωνε ότι ήταν πολύ αισιόδοξος για τη λύση του Κυπριακού, πράγμα που η κυπριακή πρεσβεία μετέδιδε τηλεγραφικώς στο νησί στο οποίο αναπτερώθηκαν και πάλι οι ελπίδες. Ο Βενιζέλος είχε στο μεταξύ επιστρέψει στο Παρίσι, αλλά στις αρχές Οκτωβρίου βρισκόταν και πάλι στο Λονδίνο όπου, μεταξύ άλλων, είχε συνεργασία και με τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο.  Ήδη ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε εξασφαλίσει την επιστροφή των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, πράγμα που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις περί Κύπρου ελπίδες (τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν μέχρι τότε υπό ιταλική κατοχή, η δε Ιταλία δήλωσε πως θα εξακολουθούσε να κατέχει μόνο τη Ρόδο, την οποία θα παραχωρούσε στην Ελλάδα επίσης, εάν η Αγγλία παραχωρούσε την Κύπρο).

 

Στην ίδια την Κύπρο οργανώνονταν στο μεταξύ ποικίλες εκδηλώσεις προς ενίσχυση του έργου της πρεσβείας, μεταξύ δε των εκδηλώσεων αυτών ήταν και η πραγματοποίηση παγκύπριας εθνοσυνέλευσης στις 29 Σεπτεμβρίου 1919, που ενέκρινε σχετικό ενωτικού περιεχομένου ψήφισμα, το οποίο ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος υπέβαλε αμέσως στον Βρετανό πρωθυπουργό Λόυδ Τζωρτζ. Ο τελευταίος, απαντώντας στις 14 Νοεμβρίου 1919, έλεγε μεταξύ άλλων ότι γνώριζε πλήρως τα αισθήματα του λαού της Κύπρου υπέρ της ενώσεως με την Ελλάδα, κι ότι οι πόθοι των κατοίκων του νησιού θα τύγχαναν της συντόνου και συμπαθούς προσοχής της κυβερνήσεώς του, όταν αυτή θα εξέταζε το μέλλον της Κύπρου. Πρόσθετε όμως ότι αδυνατούσε επί του παρόντος, εξαιτίας της αβεβαιότητας της διεθνούς καταστάσεως στον χώρο της Μέσης Ανατολής, να δώσει οποιανδήποτε οριστική απάντηση στο αίτημα των Κυπρίων.

 

Μετά απ' αυτά, κι αφού ο Βενιζέλος είχε επιστρέψει στην Ελλάδα προς ρύθμιση πολλών εκκρεμοτήτων, η υπό τον αρχιεπίσκοπο αποστολή αποφάσισε να επανέλθει στην Κύπρο, μόνο προσωρινά, κι επέστρεψε στο τέλος του Δεκεμβρίου, ύστερα από απουσία ενός χρόνου (αν και είχαν υπάρξει σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των μελών της ως προς το εάν έπρεπε να επιστρέψει ή εάν έπρεπε να συνεχίσει τις δραστηριότητες της στην αγγλική πρωτεύουσα).

 

Ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος κρίθηκε απαραίτητο να επιστρέψει σύντομα στο Λονδίνο, κι αναχώρησε πράγματι στις 3 Μαρτίου 1920, συνοδευόμενος από τον δικηγόρο Αντώνιο Τριανταφυλλίδη που θα εκτελούσε χρέη γραμματέως του, ενώ ταυτόχρονα στην Αθήνα ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωνε και πάλι ότι ήταν αισιόδοξος για το μέλλον της Κύπρου, που θα συζητούσε ξανά σύντομα με την αγγλική κυβέρνηση. Ο Κύριλλος πήγε αρχικά στην Αλεξάνδρεια, όπου του επεφυλάχθη θερμή υποδοχή από την εκεί παροικία, και στις 31 Μαρτίου 1920 συνέχισε για το Λονδίνο μέσω ...Τεργέστης. Άλλα μέλη της πρεσβείας αναχώρησαν επίσης από την Κύπρο, για να συναντηθούν με τον αρχιεπίσκοπο στη Γαλλία. Ο αρχιεπίσκοπος έφθασε στο Παρίσι όπου στις 12 Απριλίου 1920 είχε συνάντηση με τον Βενιζέλο που πήγε επίσης στη γαλλική πρωτεύουσα όπου συνεχιζόταν η Διάσκεψη για την Ειρήνη. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ανέφερε στον Κύριλλο τα ευχάριστα νέα, ότι οι βασικές αντιρρήσεις των βρετανικών στρατιωτικών κύκλων σ' ό,τι αφορούσε την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα, είχαν πλέον καμφθεί και τα πράγματα γίνονταν τώρα περισσότερο ενθαρρυντικά. Ο αρχιεπίσκοπος κατέληξε στο Λονδίνο, απ’ όπου τηλεγράφησε στις 25 Απριλίου 1920 στον τοποτηρητή στην Κύπρο (μητροπολίτη Κιτίου) ότι τώρα το μέλλον της Κύπρου ήταν ζήτημα ιδιαιτέρας συζητήσεως μεταξύ Λονδίνου και Αθηνών.

 

Στην ίδια την ελληνική πρωτεύουσα εξακολουθούσε να επικρατεί αισιοδοξία για την επικείμενη ένωση, και κρατικοί αξιωματούχοι διαβεβαίωναν προς τούτο όσους Κυπρίους επισκέπτονταν την Αθήνα. Στο Λονδίνο ο Κύριλλος και τα μέλη της πρεσβείας άρχισαν νέο κύκλο επαφών και αποστολής υπομνημάτων, ενώ ο Βενιζέλος που είχε πάει επίσης εκεί τον Ιούνιο, συζήτησε ξανά το Κυπριακό κι εξέφρασε τώρα την άποψη ότι το ζήτημα θα λυόταν μετά την υπογραφή της ειρήνης (που συζητείτο ήδη) με την Τουρκία.

 

Ξαφνικά, όμως, η πρώτη αρνητική ένδειξη ήλθε στις αρχές Ιουνίου από τη βρετανική Βουλή, όπου ο υπουργός των Αποικιών Έιμερυ δήλωσε σαφώς ότι καμιά πολιτική μεταβολή στην Κύπρο δεν σχεδιαζόταν. Από το Παρίσι ήλθε, λίγο αργότερα, η δεύτερη απογοήτευση. Τις παραμονές της ανακοίνωσης της συνθήκης των Σεβρών (με την οποία ο Βενιζέλος εξασφάλιζε πολλά ελληνικά εδάφη), ο  Έλληνας πρωθυπουργός δήλωνε σε μέλη της κυπριακής πρεσβείας που είχαν πάει εκεί από το Λονδίνο, στις 9 Αυγούστου, ότι το Κυπριακό δεν μπορούσε να διευθετηθεί αμέσως κι ότι θα ετίθετο προς συζήτηση από τον ίδιο αργότερα, μέσα στον Νοέμβριο οπότε θα επισκεπτόταν την αγγλική πρωτεύουσα. Η συνθήκη των Σεβρών ήταν μια μεγάλη επιτυχία του Βενιζέλου που κέρδιζε τη δυτική Θράκη και τα Δωδεκάνησα. Για την Κύπρο δεν προβλεπόταν παρά η αναγνώριση της προσάρτησής της από τη Μεγάλη Βρετανία. Ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος και τα άλλα μέλη της πρεσβείας υπέβαλαν νέο υπόμνημα προς τον Λόυδ Τζωρτζ στις 13 Αυγούστου κι άρχισαν τις ετοιμασίες της επιστροφής τους στην Κύπρο ενώ δυο μέλη, οι Λανίτης και Ζαννέτος, ξεκίνησαν για την Κύπρο από το Παρίσι χωρίς να επιστρέψουν στο Λονδίνο. Ενώ ο Κύριλλος και οι λοιποί αναχώρησαν ήδη, στο Παρίσι ειδοποιήθηκαν ότι είχε διευθετηθεί συνάντησή τους με μέλη της βρετανικής κυβέρνησης. Έτσι, βιάστηκαν να επιστρέψουν, μέσω Μασσαλίας, στο Λονδίνο.

 

Την πρεσβεία δέχθηκε ο υφυπουργός Έιμερυ, που σαφώς ανακοίνωσε άσχημα για τους Κυπρίους νέα, παρά τα αναμενόμενα ευχάριστα. Τηλεγραφώντας στον μητροπολίτη Πάφου στην Κύπρο, ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος ανακοίνωνε στις 26 Οκτωβρίου:

 

Μετά βαθείας ὀδύνης ἀγγέλλομεν ὅτι ὑφυπουργός δεχθείς ἀποστολήν ἐδήλωσεν ὅτι κυβέρνησις ἀπεφάσισε κρατήσῃ  ὁριστικῶς Κύπρον. Διεμαρτυρήθημεν ἐντόνως ἐπί ἀδίκῳ  ἀποφάσει, προσθέσαντες ὅτι λαός ἐπιδιώξῃ πάσῃ θυσίᾳ  ἐθνικήν του  ἀποκατάστασιν.

 

Η δικαιολογία την οποία έδωσε ο Έιμερυ στους Κυπρίους ήταν πολύ φθηνή: η χώρα του ήθελε να προστατεύσει την τουρκική μειονότητα του νησιού. Στην Κύπρο προκλήθηκε μεγάλη αντίδραση του ελληνικού λαού που πραγματοποίησε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και συσκέψεις μετά τις οποίες απεστάλησαν και τηλεγραφήματα αγανακτήσεως στο Λονδίνο, όπου το ζήτημα συζητήθηκε και στη Βουλή. Ο αρχιεπίσκοπος και τα λοιπά μέλη της αποστολής ξεκίνησαν, πλήρη απογοητεύσεως, για το ταξίδι της επιστροφής. Στην Κύπρο έφθασαν τέλος του Νοεμβρίου και τους επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή. Απαντώντας σε προσφωνήσεις, ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος είπε ότι δεν είχε χάσει τις ελπίδες του για πραγματοποίηση της ενώσεως κι ότι ήταν αναγκαία η περαιτέρω οργάνωση του αγώνα.

 

Τα πράγματα όμως δεν ήσαν ευνοϊκά για τον κυπριακό Ελληνισμό τώρα, εξαιτίας και των νέων δραματικών εξελίξεων που σημειώθηκαν στην Ελλάδα: διχασμός, πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου και, λίγο αργότερα, η περιπέτεια του πολέμου στη Μικρά Ασία και της μικρασιατικής καταστροφής. Οι εξελίξεις, εξάλλου, στην Τουρκία, με την επανάσταση και την άνοδο του Κεμάλ Ατατούρκ, δημιουργούσαν μια νέα κατάσταση που διαφοροποίησε σοβαρά και τις θέσεις αρκετών χωρών της Δύσης, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η ίδια η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, έναντι των Τούρκων και έναντι των ελληνοτουρκικών διαφορών. Και ακριβώς η επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων ήταν εκείνη που επεσφράγισε την καταστροφή των Ελλήνων στη Μικρά Ασία, όπου και αρκετοί Κύπριοι είχαν μεταβεί και πολεμήσει εθελοντικά.

 

Από τη Μικρά Ασία, αμέσως μετά την καταστροφή, χιλιάδες Έλληνες άρχισαν να καταφθάνουν και στην Κύπρο, όπου πολλοί δεν γίνονταν δεκτοί από τις αγγλικές αρχές. Ο αρχιεπίσκοπος προέβη σε σχετικές παραστάσεις και σε διαβήματα, προσπαθώντας να βοηθήσει αυτούς τους δυστυχισμένους. Πολλοί Μικρασιάτες  Έλληνες βρήκαν τότε καταφύγιο στην Κύπρο, απ' όπου οι περισσότεροι πήγαν αργότερα στην ελεύθερη Ελλάδα.

 

Μετά την καταστροφή, ο Βενιζέλος επανήλθε στο πολιτικό προσκήνιο, και διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους, που κράτησαν αρκετό καιρό κι έληξαν με την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης στις 23 Ιουλίου 1923. Με τη συνθήκη αυτή, η Τουρκία παραιτείτο των επί της Κύπρου διεκδικήσεών της.

 

Στην Κύπρο, ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος είχε στο μεταξύ εγκαινιάσει από το τέλος του 1920 μια νέα φάση του αγώνα των Ελλήνων του νησιού, που περιελάμβανε και προβολή των δικαίων του στον διεθνή Τύπο με την αποστολή σωρείας τηλεγραφημάτων. Οι Έλληνες βουλευτές παραιτήθηκαν και ο αρμοστής προκήρυξε νέες εκλογές. Κατά τους λαμπρούς εορτασμούς που οργανώθηκαν τον Μάρτιο του 1921, για την εκατονταετηρίδα της ελληνικής επανάστασης, κυριάρχησαν οι ενωτικές εκδηλώσεις που κορυφώθηκαν με ανάγνωση, από τον αρχιεπίσκοπο, σχετικής αποφάσεως στην εκκλησία της Φανερωμένης. Σημειώθηκαν επίσης επεισόδια, που οδήγησαν στη σύλληψη διαφόρων ατόμων. Σύντομα οι Βρετανοί προχώρησαν και σε πιο δραστικά μέτρα κατά των Ελλήνων της Κύπρου, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονταν και οι πρώτες απελάσεις Ελλήνων υπηκόων όπως ο Νικόλαος Καταλάνος και ο δήμαρχος Λάρνακας Φίλιος Ζαννέτος. Τον Απρίλιο του 1921 ο αρχιεπίσκοπος υπέβαλε νέο μακροσκελές υπόμνημα στην αγγλική κυβέρνηση καθώς και διαμαρτυρίες στις τοπικές αρχές. Στις 10 Οκτωβρίου 1921 ο αρχιεπίσκοπος συγκάλεσε τη δεύτερη παγκύπρια εθνοσυνέλευση στη Λευκωσία που, μεταξύ άλλων, αποφάσισε την αποχή, από τις εκλογές, των Ελλήνων του νησιού. Απεφασίσθη επίσης η ίδρυση εθνικής οργανώσεως, απόφαση που υλοποιήθηκε αμέσως. Πρόεδρος ήταν ο αρχιεπίσκοπος, που προήδρευε και του Εθνικού Συμβουλίου, του βασικότερου από τα σώματα της Εθνικής Οργανώσεως Κύπρου (ΕΟΚ). Η Οργάνωση είχε ως σκοπό της τήν ἐπιδίωξιν τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Κύπρου διά τῆς ἑνώσεως αὐτῆς μετά τῆς μητρός Ἑλλάδος, σύντομα δε δικτυώθηκε σ’ ολόκληρη την Κύπρο. Το Εθνικό Συμβούλιο ήταν ένα σώμα που διεδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή των Ελλήνων της Κύπρου κατά τα επόμενα λίγα χρόνια και, στην ουσία, ήταν το ανώτατο όργανο λήψεως πολιτικών αποφάσεων.

 

Κατά την περίοδο 1923-24, εκτός των εθνικών θεμάτων, ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος αντιμετώπισε και την κρίση που είχε δημιουργηθεί γύρω από την εισαγωγή του νέου ημερολογίου που τελικά εφαρμόστηκε τον Μάρτιο του 1924. Ο αρχιεπίσκοπος διατηρούσε αλληλογραφία με τον οικουμενικό πατριάρχη γύρω από το όλο ζήτημα, η δε Ιερά Σύνοδος της Κυπριακής Εκκλησίας εισηγήθηκε και τη σύγκληση «διορθοδόξου συνόδου», πράγμα που δεν πέτυχε. Ύστερα από πολλές διαβουλεύσεις, μελέτες και διχογνωμίες, ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος με εγκύκλιό του καθόρισε την 10 Μαρτίου 1924 ως ημέρα εφαρμογής του νέου ημερολογίου στην Κύπρο. Αρκετοί όμως αντέδρασαν, ιδίως ιερείς που δεν αποδέχτηκαν τη νέα διευθέτηση η οποία σήμαινε, μεταξύ άλλων, και τη μετακίνηση κατά 13 ημέρες των εκκλησιαστικών εορτών.

 

Μια νέα εξέλιξη γύρω από την υπόθεση της Κύπρου σημειώθηκε τον Μάιο του 1925: η Μεγάλη Βρετανία ανακήρυξε την Κύπρο σε αποικία του στέμματος, κυβερνώμενη πλέον από κυβερνήτη αντί ύπατο αρμοστή. Ταυτόχρονα διευρύνθηκε και το Νομοθετικό Συμβούλιο με την αύξηση των Ελλήνων βουλευτών του από 9 σε 12 και του αριθμού των διοριζομένων μελών από 6 σε 9. Ο αριθμός των Τούρκων παρέμεινε ο ίδιος (3 βουλευτές, που μαζί με τους 9 διοριζόμενους ισοβαθμούσαν με τους Έλληνες, έτσι ώστε ο κυβερνήτης να έχει την νικώσα ψήφο). Οι βουλευτές όφειλαν να δίνουν όρκο πίστεως στον βασιλιά της Αγγλίας.

 

Έντονη διαμαρτυρία για την ανακήρυξη της Κύπρου σε βρετανική αποικία υπέβαλε ο αρχιεπίσκοπος αυθημερόν (1η Μαϊου 1925), ενώ σφοδρά διαμαρτυρήθηκε και το Εθνικό Συμβούλιο.

 

Τον Οκτώβριο του 1925 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές, μεταξύ δε των επιτυχόντων νέων βουλευτών ήταν κι ο δυναμικός μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, που από την πρώτη κιόλας συνεδρία του νέου Νομοθετικού Συμβουλίου συγκρούστηκε με τους Τούρκους εκπροσώπους και τα διορισμένα μέλη για το ζήτημα της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1926, το Νομοθετικό πήρε μια σημαντική για τον λαό απόφαση: κατήργησε τον φόρο της δεκάτης (16 Φεβρουαρίου 1926). Σημειώνεται, επίσης, ότι τον Αύγουστο του 1926 ιδρύθηκε και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου.

 

Το 1928 οι Βρετανοί γιόρτασαν την πεντηκονταετηρίδα από την αγγλική κατάκτηση της Κύπρου, κι ο Βρετανός κυβερνήτης σερ Ρόναλντ Στόρς ζήτησε από τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο και τη συμμετοχή των Ελλήνων του νησιού στους εορτασμούς που, όπως βεβαίωσε, δεν θα είχαν πολιτική χροιά. Ο αρχιεπίσκοπος υπεσχέθη να συζητήσει το ζήτημα με την λοιπή ελληνοκυπριακή ηγεσία, επιδεικνύοντας μάλιστα κατανόηση. Συνάντησε όμως την έντονη αντίδραση των Ελλήνων Κυπρίων πολιτευτών, αλλά και του λαού γενικότερα. Ύστερα από πολλές συζητήσεις και διχογνωμίες, απεφασίσθη το μποϋκοτάρισμα των εκδηλώσεων και, αντί των αγγλικών γιορτασμών, οι Έλληνες του νησιού να τιμήσουν λαμπρά την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Σχετική εγκύκλιο εξέδωσε ο αρχιεπίσκοπος στις 6 Μαρτίου 1928, προσυπογραμμένη και από τους επισκόπους και τους πολιτευτές.

 

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1929 εστάλη μια ακόμη πρεσβεία Κυπρίων στο Λονδίνο, επικεφαλής της οποίας ήταν τώρα ο μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, παρά τις αντιδράσεις διαφόρων άλλων πολιτευτών που τελικά εκάμφθησαν ύστερα από παρέμβαση του αρχιεπισκόπου. Η πρεσβεία αυτή γνώρισε επίσης απογοητεύσεις στο Λονδίνο, απ' όπου κι επέστρεψε άπρακτη. Στο μεταξύ τον Δεκέμβριο του 1929 πέθανε ο μητροπολίτης Πάφου Ιάκωβος Αντζουλάτος και, λίγο αργότερα, εξελέγη νέος μητροπολίτης ο Λεόντιος, τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου μετά τον θάνατο του Κυρίλλου και για πολλά χρόνια, κι αρχιεπίσκοπος Κύπρου για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Στο μεταξύ, στις αρχές του 1930 ιδρύθηκε νέα οργάνωση που και πάλι ονομάστηκε Εθνική Οργάνωσις Κύπρου. Στην ουσία επρόκειτο για αναδιοργάνωση της προηγούμενης, πάνω σε νέες βάσεις και με νέο καταστατικό, αλλά με τον ίδιο ακριβώς σκοπό, την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Επικεφαλής της οργάνωσης ήταν και πάλι η Εκκλησία κι ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος.

 

Μια νέα σύγκρουση των Ελλήνων της Κύπρου με τον κυβερνήτη Στορρς ήταν η αντίδραση των πρώτων, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο και τους Έλληνες βουλευτές, σε μέτρα που πήρε ο δεύτερος στον τομέα της εκπαίδευσης το τέλος του 1929. Το σχετικό νομοσχέδιο προνοούσε ότι οι δάσκαλοι της δημοτικής εκπαίδευσης θα γίνονταν τώρα δημόσιοι υπάλληλοι, εξαρτώμενοι δηλαδή από τις αγγλικές τοπικές αρχές. Παρά τις αντιδράσεις το νομοσχέδιο εγκρίθηκε σε νόμο, πράγμα που προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών και συλλαλητήρια.

 

Τον Οκτώβριο του 1930 επεσκέφθη την Κύπρο ο Βρετανός υφυπουργός των Αποικιών δρ. Ντράμμοντ Σίλς που, μεταξύ άλλων, είχε συναντήσεις με τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο. Ο τελευταίος εξέφρασε προς τον Βρετανό επίσημο τις θέσεις των Ελλήνων Κυπρίων πάνω στο εθνικό θέμα καθώς και πάνω σε διάφορα άλλα προβλήματα, όπως καθορίστηκαν σε συσκέψεις που είχαν προηγηθεί.

 

Στο μεταξύ μέσα στο 1929 ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος και η Ιερά Σύνοδος προχώρησαν στη δημοσίευση και έγκριση τελικού σχεδίου για τον Καταστατικό Χάρτη της Κυπριακής Εκκλησίας. Η πράξη αυτή προκάλεσε αντιδράσεις κατά του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου που ήδη κατηγορείτο κυρίως για ζητήματα διαχειρίσεως της περιουσίας εκκλησιών και μοναστηριών. Τελικά ο Χάρτης αυτός δεν ετέθη σ' εφαρμογή κι εξακολούθησε να ισχύει εκείνος του 1914.

 

Το 1931 ιδρύθηκε επίσημα μια νέα εθνική οργάνωση των Ελλήνων της Κύπρου, η ΕΡΕΚ (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις Κύπρου), που δεν ήταν εξαρτώμενη από την εθναρχούσα Εκκλησία. Η οργάνωση όμως αυτή δεν επέζησε για πολύ αλλά εξ ανάγκης ανέστειλε τις δραστηριότητές της εξαιτίας των σκληρών μέτρων που πήραν οι Βρετανοί μετά την καταστολή του κινήματος τον Οκτώβριο του 1931.

 

Λεπτομέρειες για την εξέγερση εκείνη δίνονται στο λήμμα Οκτωβριανά, γι΄ αυτό και αποφεύγεται η επανάληψή τους εδώ. Αναφέρουμε μόνο την εξορία, μεταξύ άλλων παραγόντων, δυο μητροπολιτών, του Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά και του Κυρηνείας Μακαρίου, πράγμα που σήμαινε τον αποκεφαλισμό της εκκλησιαστικής ηγεσίας του τόπου, καθώς και την επιβολή στην Κύπρο δικτατορικού καθεστώτος. Σημειώνουμε επίσης ότι ο αρχιεπίσκοπος, που βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία (ήταν 72 χρόνων το 1931), δεν είχε πρωταγωνιστική ανάμειξη στα γεγονότα γιατί είχε ήδη αφήσει τις εκκλησιαστικές/ εθναρχικές πρωτοβουλίες και δραστηριότητες γύρω από το εθνικό ζήτημα στα χέρια των μητροπολιτών. Κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της κρίσης, εξάλλου, βρισκόταν σε περιοδεία σε χωριά της Μεσαορίας, στη δε Λευκωσία επανήλθε την επομένη των σοβαρών γεγονότων που περιελάμβαναν και επίθεση και πυρπόληση του κυβερνείου. Για να επανέλθει μάλιστα στην έδρα του ασκήθηκαν στον ίδιο πιέσεις πολλών παραγόντων. Στις 24 Οκτωβρίου 1931 ο αρχιεπίσκοπος είδε τον κυβερνήτη Στορρς από τον οποίο ζήτησε την απελευθέρωση των συλληφθέντων, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Κύριλλος επανήλθε, για να εκφράσει απολογία προς τον Βρετανό κυβερνήτη για τα τραγικά γεγονότα, προχωρώντας και σε κολακείες τόσο προς τον ίδιο τον Στορρς όσο και προς τους Βρετανούς γενικότερα. Τα γεγονότα, εν πάση περιπτώσει, καταδίκασε και ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο τρίτος Κύπριος μητροπολίτης, ο Πάφου Λεόντιος, απουσίαζε από την Κύπρο κατά την διάρκεια των ταραχών, κι επέστρεψε στις 23 Ιουνίου 1932, ύστερα από πολύμηνες περιπέτειες και ύστερα από την αντικατάσταση του κυβερνήτη Στορρς. Ο τελευταίος δεν αποδεχόταν την επιστροφή του Λεοντίου, πριν ο μητροπολίτης προβεί σε δήλωση ότι δεν επρόκειτο ν' αναμειχθεί στην πολιτική. Ο Λεόντιος περιπλανήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και στα Ιεροσόλυμα, και τελικά μπόρεσε να επιστρέψει ύστερα από επανειλημμένα διαβήματα του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου. Αργότερα ο Λεόντιος επρόκειτο να περιοριστεί για μεγάλο διάστημα από τους Βρετανούς στην πόλη της Πάφου αλλά και να συρθεί στο δικαστήριο.

 

Ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος πέθανε στις 16 Νοεμβρίου 1933 ύστερα από σύντομη ασθένεια. Έτσι, μετά τον θάνατό του, και με τους μητροπολίτες Κιτίου και Κυρηνείας στην εξορία, μόνος εκκλησιαστικός ηγέτης στο νησί παρέμεινε ο μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος που ανέλαβε κι ως τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου. Τα ανελεύθερα μέτρα των Βρετανών (βλέπε λήμμα Παλμεροκρατία) δεν κατέστησαν δυνατό να εκλεγεί νέος αρχιεπίσκοπος, παρά ύστερα από πολλά χρόνια, το 1947. Εξελέγη τότε αρχιεπίσκοπος ο Λεόντιος, που πέθανε σύντομα μετά την εκλογή του. Από τους ιεράρχες που εστάλησαν στην εξορία, ο μεν Κιτίου Νικόδημος πέθανε στα Ιεροσόλυμα, χωρίς να μπορέσει να επανέλθει, ο δε Κυρηνείας Μακάριος επανήλθε και, μετά τον θάνατο και του Λεοντίου, ανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ως Μακάριος Β' το 1947.

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image