Άγιος Θεόδωρος Αγρού

Image

Χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στο νότιο τμήμα της Πιτσιλιάς, 1.010 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Πρόκειται για ένα από τα ψηλότερα χωριά της Κύπρου. Είναι γνωστό ως Άγιος Θεόδωρος Λεμεσού (από το όνομα της επαρχίας στην οποία βρίσκεται), αλλά και ως Άγιος Θεόδωρος Αγρού (από το όνομα του γειτονικού κεφαλοχωριού). Απέχει κάπου 3 χμ. από τον Αγρό και 6 περίπου χμ. από το Παλαιχώρι.

 

Το χωριό περιβάλλεται από ψηλές βουνοκορφές, η ψηλότερη από τις οποίες είναι η Παπούτσα (1.554 μέτρα) που βρίσκεται περί τα δυο χιλιόμετρα βορειοανατολικά του οικισμού. Το τοπίο είναι διαμελισμένο από τους παραπόταμους του Λιμνάτη και του Ποταμού της Γερμασόγειας που ρέουν στην περιοχή.

 

Ο Άγιος Θεόδωρος, τοποθετημένος πάνω στα πετρώματα του διαβάση και του γάββρου, λίγα μόνο χιλιόμετρα στα νοτιοδυτικά της κορφής Παπούτσα, περιβάλλεται από αρκετή άγρια θαμνώδη βλάστηση. Στο ορεινό του διαμελισμένο τοπίο καλλιεργούνται τα αμπέλια (ιδιαίτερα τα οινοποιήσιμα), τα οπωροφόρα (μηλιές, αχλαδιές, κερασιές, δαμασκηνιές, κλπ.), οι αμυγδαλιές και οι καρυδιές, λίγες ελιές, τα κτηνοτροφικά φυτά, οι πατάτες (ιδιαίτερα οι ανοιξιάτικες) και τα λαχανικά. Ο Άγιος Θεόδωρος περιλαμβάνεται στο Σχέδιο Ενιαίας Αγροτικής Αναπτύξεως Πιτσιλιάς και έχει ωφεληθεί από αυτό με την ανόρυξη, στην περιοχή του, μιας γεώτρησης για την άρδευση έκτασης γης 13 περίπου εκταρίων, την ασφάλτωση του δρόμου Αγίου Ιωάννη- Αγίου Θεοδώρου, την κατασκευή αναβαθμίδων και τη βελτίωση και κατασκευή αγροτικών δρόμων. Η κτηνοτροφία διεξάγεται σε οικιακή βάση.

 

Η βροχόπτωση στην περιοχή σχεδόν πλησιάζει τα 800 χιλιοστόμετρα. Η σχετικά ψηλή βροχόπτωση και οι αρδεύσεις κατά μήκος των στενών κοιλάδων, επιτρέπουν τη μεγάλη ποικιλία των πιο πάνω καλλιεργειών. Το τραχύ και άγονο τοπίο, ιδιαίτερα οι μεγάλες κλίσεις, δεν επιτρέπουν μεγάλες αποδόσεις στ' αμπέλια. Τα αρχικά δάση είτε έχουν αποκοπεί, όπως και σ' άλλα χωριά της Πιτσιλιάς για καύσιμα και ξυλεία, είτε έχουν καταστραφεί από την ανεξέλεγκτη βόσκηση.

 

Όπως και σ' άλλα γειτονικά χωριά, έτσι και στον Άγιο Θεόδωρο επικρατεί πολυτεμαχισμός της γης, με αποτέλεσμα η ιδιοκτησία να αποτελείται από πολλά μικρά και αντιοικονομικά τεμάχια. Αξιοπρόσεκτες είναι οι δόμες που δημιούργησαν οι κάτοικοι πάνω στα σκληρά πυριγενή πετρώματα, σύμβολο αγώνα για επιβίωση. Για ενίσχυση του ισχνού γεωργικού εισοδήματος, σχεδόν κάθε οικογένεια διατηρεί λίγες κατσίκες και πουλερικά.

 

Ο Άγιος Θεόδωρος συνδέεται με τη Λεμεσό μέσω Καλού Χωριού και με τη Λευκωσία μέσω του Παλαιχωριού. Στα δυτικά συνδέεται με τη Σολιά μέσω Κυπερούντας. Η σχετική απομόνωση, το τραχύ και άγονο τοπίο και η περιορισμένη εργοδότηση σε γειτονικά χωριά, συνέβαλαν στη σοβαρή έξοδο του πληθυσμού του χωριού. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 261 
1891 315 
1901 371 
1911 416 
1921 471 
1931 560 
1946 693 
1960 604 
1973 473 
1976 395 
1982 211 
1992 138 
2001 106 

 

Ο οικισμός, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα χωριά της Πιτσιλιάς, λόγω τοπογραφικών παραγόντων, δεν είναι συμπαγής. Το διαμελισμένο τοπίο και η απουσία σχετικά μικρής καμπίσιας έκτασης για την επέκταση του οικισμού είναι οι βασικοί παράγοντες που επηρέασαν την εξάπλωση του Αγίου Θεοδώρου.

 

Στην εκκλησία της Παναγίας διατηρείται ένα τέμπλο, που χρονολογείται από το 1667 και φυλάγεται ένα ευαγγέλιο του 1550. Η εκκλησία της Παναγίας του Αγίου Θεοδώρου (Αγρού) έχει ανακηρυχθεί αρχαίο μνημείο από το Τμήμα Αρχαιοτήτων.

 

Το χωριό υπήρχε κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Προφανώς είχε ιδρυθεί κατά τη Βυζαντινή εποχή. Σε παλαιούς χάρτες (λ.χ. του Α. Ortelius του 1573) το χωριό βρίσκεται σημειωμένο ως S. Todo.

 

 

Άγιος Θεόδωρος (Λάρνακας): Μεικτό χωριό της επαρχίας Λάρνακας, χτισμένο στις δυο όχθες του ποταμού Πεντάσχοινου, 80 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Απέχει περί τα 6 χμ. από τη θάλασσα και περί τα 3 χμ. από την Κοφίνου. Το χωριό αυτό υφίστατο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Μνημονεύεται σε παλαιό χειρόγραφο ως ένα των φέουδων που διοικητικά υπάγονταν στο διαμέρισμα Μαζωτού.

 

Από γεωλογικής άποψης, στην παράκτια περιοχή του χωριού και γύρω από την κοίτη του Πεντάσχοινου απαντώνται οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου που αποτελούνται από άμμους, χαλίκια και αργίλλους, ενώ στην υπόλοιπη διοικητική του έκταση κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), οι γύψοι του σχηματισμού Καλαβασού, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι) και οι υφαλογενείς ασβεστόλιθοι του σχηματισμού Κορωνιάς. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν εδάφη προσχωσιγενή, ασβεστούχα και ξερορεντζίνες.

 

Στην προσχωσιγενή, αρδευόμενη κοιλάδα του Πεντάσχοινου, καθώς και στην παράκτια πεδιάδα, καλλιεργούνται τα εσπεριδοειδή (πορτοκαλιές, γκρέιπφρουτ, λεμονιές), λαχανικά, πατάτες, πεπονοειδή, οπωροφόρα και αγκινάρες, ενώ στις υπόλοιπες ξηρικές περιοχές καλλιεργούνται τα σιτηρά (κυρίως σιτάρι και λίγο κριθάρι), τα όσπρια, τα κτηνοτροφικά φυτά, οι ελιές και οι χαρουπιές.

 

Είναι πολύ εντατική η εκμετάλλευση της γης κατά μήκος της κοιλάδας του ποταμού Πεντάσχοινου. Είναι φυτευμένη απ' άκρη σ' άκρη με λογής-λογής οπωροφόρα και εσπεριδοειδή. Είναι μόνο στις ψηλές πλαγιές της κοιλάδας και στις κορφές των αποστρογγυλωμένων λόφων των κιμωλιούχων πετρωμάτων, που φυτρώνει η ελιά, η χαρουπιά, ο σχίνος, το θυμάρι και μια άλλη πλούσια θαμνώδης βλάστηση. Εκτός από τη γεωργία αρκετά ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία του χωριού.

 

Το νότιο αυτό τμήμα του ποταμού Πεντάσχοινου, αν και ήρεμο και σιγαλό, ξαφνιάζει κατά τους χειμερινούς μήνες, σαν δεχτεί στην κοίτη του άφθονο νερό. Θα αλλάξει την κοίτη του, θα δημιουργήσει εντυπωσιακούς μαιάνδρους, θα εγκαταλείψει πεταλοειδή κομμάτια της παλιάς του διαδρομής, θα καταστρέψει κήπους και θα κουβαλήσει μπόλικη λάσπη από τα προσχωσιγενή εδάφη στις όχθες του προς τη θάλασσα.

 

Σ' αυτήν ιδιαίτερα την κοιλάδα του Πεντάσχοινου, καθώς και την παράκτια πεδιάδα, καταφθάνουν μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου αναρίθμητα αμπελοπούλια, που χρησιμοποιούν το χώρο για να ξαποστάσουν, προτού συνεχίσουν το μακρινό ταξίδι τους σε κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη. Στα ξώβεργα των κατοίκων του Αγίου Θεοδώρου μαζεύονταν και συλλαμβάνονταν παλαιότερα δεκάδες χιλιάδες από τα μικροσκοπικά αυτά πουλιά, που χρησιμοποιούν το χωριό ως ενδιάμεσο σταθμό.

 

Ο οικισμός του Αγίου Θεοδώρου δεν είναι συμμαζεμένος, μα ούτε και πυκνός στη δόμησή του. Εκτείνεται σε μήκος στις δυο όχθες του ποταμού. Το τοπικό ασβεστολιθικό πέτρωμα χρησιμοποιήθηκε πληθωρικά στο χτίσιμο των σπιτιών, αν και όλες σχεδόν οι στέγες είναι με κεραμίδι. Όμορφα γραφικά ξύλινα μπαλκόνια, ξωπόρτια με χοντρό ξύλο πεύκου, περιστοιχισμένες αυλές, πελεκητές σκαλιστές πέτρες στο γύρο της εξώπορτας — σύμβολο κάποιου αρχοντικού σπιτιού — στενά μαιανδρικά σοκάκια που ανηφορίζουν από την κοίτη του ποταμού προς τις επικλινείς πλαγιές, άλλες θολωτές πελεκητές πόρτες με την ημερομηνία της κατασκευής των οικοδομών, ένα εντυπωσιακό γεροχτισμένο γεφύρι που ενώνει το ένα μέρος του χωριού με το άλλο, είναι η εικόνα του γραφικού Αγίου Θεοδώρου.

 

Ο χωματένιος δρόμος από το χωριό προς τη θάλασσα ακολουθεί την κοιλάδα του Πεντάσχοινου, με κάθετους γκρεμούς δεξιά και αριστερά και με οριζόντιες διαδοχικές στρώσεις των κιμωλιούχων πετρωμάτων, της μάργας και του ασβεστόλιθου, που παίρνουν αρκετούς σχηματισμούς. Η διαδρομή με τη συντροφιά της αναθρήκας, με τα κοράκια να πετούν από τη μια πλευρά του γκρεμού προς την άλλη και με τη δροσιά και το χρώμα μιας πληθωρικής βλάστησης, είναι μια πραγματική απόλαυση. Είναι εδώ κάτω από τις αναθρήκες που οι χωρικοί αλλά και πολλοί άλλοι από τις πόλεις, έρχονται τα Σαββατοκυρίακα, ιδίως, κατά τους χειμερινούς και τους ανοιξιάτικους μήνες να βρουν τα περίφημα «μανιτάρια της αναθρήκας».

 

Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου, χτισμένη πρόσφατα, μ' ένα ψηλό θόλο του ίδιου αναστήματος με το καμπαναριό. Η εκκλησία χτίστηκε ακριβώς στην ίδια τοποθεσία, που βρίσκεται η παλιά εκκλησία του 19ουαιώνα, που περιγράφει ο Ρ. Γκάννις. Το μόνο που σώζεται από την παλαιά εκκλησία είναι η φορητή εικόνα του αγίου Θεοδώρου, που διατηρήθηκε σε ειδικό πετρόχτιστο μέρος μέσα στο ναό, μπροστά στο τέμπλο. Η εκκλησία εντυπωσιάζει με το ξύλινο σκαλιστό τέμπλο , τις λίγες πολύτιμες φορητές παλιές εικόνες και τις τέσσερις ψηλές ορθογωνικές κολώνες, που πάνω τους στηρίζεται ο μεγάλος θόλος της εκκλησίας.

 

Ο Άγιος Θεόδωρος συνδέεται οδικά στα βόρεια με τον παλαιό και τον νέο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού και στα βορειοανατολικά με το χωριό Κοφίνου (περί τα 3 χμ.). Το χωριό είναι πράγματι το δώρο του Πεντάσχοινου. Χωρίς το ποτάμι αυτό η λιγοστή μέση ετήσια βροχόπτωση, που στο νότιο τμήμα του χωριού είναι γύρω στα 363 χιλιοστόμετρα ενώ στο υπόλοιπο γύρω στα 444, δεν θα υπήρχαν το άφθονο πράσινο, η δροσιά, η ομορφιά και ιδιαίτερα οι επικερδείς γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Ούτε και είναι εκπληκτικό που ο πληθυσμός του χωριού σημείωσε αλματώδη ανάπτυξη.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 560 
1891 662 
1901 776 
1911 889 
1921 1.105 
1931 1.175 (603 Ελληνοκύπριοι και 572 Τουρκοκύπριοι)
1946 1.402 (700 Ελληνοκύπριοι, 701 Τουρκοκύπριοι και 1 άλλης εθνικότητας)
1960 1.210 (525 Ελληνοκύπριοι και 685 Τουρκοκύπριοι)
1973 1.191 (459 Ελληνοκύπριοι και 732 Τουρκοκύπριοι)
1976 777 (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1982 661 
1992 577 
2001 599 

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του Αγίου Θεοδώρου εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν, μαζί με όλους τους άλλους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών, για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές.

 

Το 1878, κατά τον συνταγματάρχη Ουώρρεν που εξέδωσε τότε τον πρώτο «Οδηγό» της Κύπρου, ο Άγιος Θεόδωρος είχε συνολικά 255 κατοίκους, εκ των οποίων οι Έλληνες ήταν 50 άρρενες, 70 θήλεις και 15 παιδιά, ενώ οι Μωαμεθανοί ήταν 45 άρρενες, 60 θήλεις και 15 παιδιά.

 

Η ιστορία του χωριού είναι συνυφασμένη μ' ένα πρόσφατο τραγικό γεγονός της κυπριακής ιστορίας. Εδώ σ' αυτό το χωριό, όπου οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι έζησαν αδελφωμένοι για αιώνες, το Νοέμβριο του 1967 διασαλεύθηκαν οι σχέσεις τους. Από το 1964 μέχρι το 1967 συνέβησαν πολλά μικροεπεισόδια. Η Τουρκία απείλησε με πόλεμο, εξαιτίας των μαχών που έγιναν τόσο στον Άγιο Θεόδωρο, όσο και στο γειτονικό χωριό Κοφίνου.

 

 

Άγιος Θεόδωρος (Σολιάς): Χωριό της επαρχίας Λευκωσίας στην κοιλάδα του Ατσά, στη γεωγραφική περιφέρεια της Σολιάς. Είναι χτισμένο σ' ένα υψόμετρο 460 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στα ανατολικά της Ευρύχου. Απέχει 2 περίπου χμ. από τον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Αστρομερίτη - Ευρύχου.

 

Το χωριό αυτό υφίστατο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Μνημονεύεται σε παλαιό χειρόγραφο ως χωριό της Λευκωσίας και πρόκειται, μάλλον, γι’ αυτό. Σε παλαιούς χάρτες βρίσκεται, εξάλλου, σημειωμένο. Στον χάρτη του Α. Ortelius (1573) σημειώνεται ως S. Todori ενώ σε άλλους χάρτες ως S. Todoro.

 

Το χωριό είναι συχνά γνωστό ως Άγιος Θεόδωρος της Ευρύχου (από το γειτονικό Κεφαλοχώρι) ή Άγιος Θεόδωρος της Σολιάς (από τη γεωγραφική περιφέρεια στα δυτικά). Ο ποταμός Ατσάς που κυλά ανατολικά και παράλληλα προς τον Καρκώτη, αν και ανεξάρτητος, συχνά θεωρείται ως αναπόσπαστο τμήμα της Σολιάς. Έτσι τα δυο χωριά της κοιλάδας του Ατσά, ο Άγιος Θεόδωρος και η Πέτρα, περιλαμβάνονται στην ευρύτερη περιφέρεια της Σολιάς.

 

Το υψόμετρο στην περιοχή του αυξάνεται γενικά από τα βόρεια προς τα νότια όπου γίνεται βουνίσιο. Στα βόρειά του σύνορα είναι 350 μέτρα, φθάνει τα 460 μέτρα στον οικισμό και στα 1.100 μέτρα στα νότιά του σύνορα. Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι διαβάσες, οι γάββροι και οι πλαγιογρανίτες του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη.

 

Ο Άγιος Θεόδωρος είναι τοποθετημένος πάνω στους σκληρούς και ανθεκτικούς διαβάσες και περιστοιχίζεται από δασική ή θαμνώδη βλάστηση και δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 380 χιλιοστόμετρα.

 

Οι καλλιέργειες είναι εντοπισμένες κυρίως κατά μήκος της στενής κοιλάδας του Ατσά, εκτός από λίγα αμπέλια που καλλιεργούνται στις πλαγιές. Εκτός από τα αμπέλια, στο χωριό καλλιεργούνται οπωροφόρα (κυρίως μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές) λίγα σιτηρά, όσπρια, πατάτες, λαχανικά, ελιές και αμυγδαλιές. Η κτηνοτροφία διεξάγεται σε οικιακη βάση.

 

Από συγκοινωνιακής πλευράς, το χωριό στα βόρεια βρίσκεται κοντά στον κύριο δρόμο Λευκωσίας— Ευρύχου — Τροόδους. Στα νότια, υπάρχει ένας μόνο χωμάτινος δρόμος, κατά μήκος του Ατσά, που συνδέει το χωριό με τα Σπήλια. Περί τα 5 χιλιόμετρα νότια του Αγίου Θεοδώρου και μέσα στα διοικητικά του όρια βρίσκεται ο εγκαταλειμμένος σήμερα οικισμός Καρτερούνι.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 32 
1891 33 
1901 42 
1911 77 
1921 68 
1931 111 
1946 147 
1960 195 
1973 158 
1976 258 
1982 153 
1992 102 
2001 67 

 

Όπως όλα σχεδόν τα χωριά της Σολιάς, έτσι και ο Άγιος Θεόδωρος δέχτηκε μετά την εισβολή σημαντικό αριθμό προσφύγων, σε σημείο που, εκείνη την περίοδο, ο πληθυσμός του χωριού έφτασε στους 258 κατοίκους.

 

Το μεταλλείο της Σκουριώτισσας βοήθησε, πριν από την εισβολή, στην εργοδότηση αρκετού πληθυσμού. Σήμερα ένα μικρό μέρος του πληθυσμού διακινείται στη Λευκωσία για εργοδότηση, όπως συμβαίνει και με άλλα χωριά της Σολιάς.

 

 

Άγιος Θεόδωρος (Τηλλυρίας): Τουρκοκυπριακό χωριό της Λευκωσίας, που βρίσκεται πολύ κοντά στη λεγόμενη «νεκρή» ζώνη, 60 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Βρίσκεται στη γεωγραφική περιφέρεια της Τηλλυρίας, κοντά σε τέσσερα άλλα τουρκοκυπριακά χωριά, που μαζί αποτελούν ένα συμπαγές σύμπλεγμα τουρκοκυπριακών χωριών. Τα άλλα χωριά είναι τα Κόκκινα, το Άγιο Γεωργούδι, η Αλεύκα και το Σελλάδιν τ'Αππη.

 

Το χωριό είναι γνωστό ως Άγιος Θεόδωρος Τηλλυρίας ή Άγιος Θεόδωρος Μανσούρας (από το χωριό Μανσούρα, που βρίσκεται κοντά στην ακτή, πάνω στο δρόμο Πόλης- Ξερού).

 

Το χωριό υπήρχε κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες ως S. Todoro. Προφανώς είχε ιδρυθεί κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Είναι μεταξύ των ελληνικών χωριών της Κύπρου που σταδιακά είχαν εκτουρκιστεί κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, διατηρώντας όμως την ελληνική και αγιολογική ονομασία τους.

 

Το υψόμετρο αυξάνεται αισθητά από την παράκτια περιοχή του χωριού προς τα νότια, όπου φθάνει τα 600 περίπου μέτρα. Το τοπίο δεν είναι μόνο επικλινές αλλά και διαμελισμένο από αρκετά μικρά ρυάκια που πηγάζουν νοτιότερα από τα βουνά του δάσους της Πάφου και χύνονται στη θαλάσσια περιοχή στα βόρεια του χωριού.  Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες και οι διαβάσες του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν φαιοχώματα και πυριτιούχα εδάφη.

 

Ο Άγιος Θεόδωρος είναι τοποθετημένος πάνω σ' ένα διαμελισμένο τοπίο από λάβες, δέχεται δε μια μέση ετήσια βροχόπτωση κάπου 500 χιλιοστόμετρα. Εκτός από λίγα σιτηρά, καλλιεργούνται λίγες ελιές και χαρουπιές. Ανεπτυγμένη πριν από την εισβολή ήταν και η κτηνοτροφία, ιδιαίτερα των αιγών. Οι κάτοικοι ασχολούνταν και με τα ξυλοκάρβουνα, μια απασχόληση που σχεδόν επιβλήθηκε εξαιτίας της γειτνίασης του χωριού με το δάσος.

 

Από συγκοινωνιακής άποψης, ο Άγιος Θεόδωρος συνδέεται στα βόρεια με τον παραλιακό δρόμο Πόλης- Ξερού. Στα βόρεια του Αγίου Θεοδώρου βρίσκεται το χωριό Μανσούρα και στα βορειοδυτικά του το χωριό Μοσφιλερή, τα οποία περιλαμβάνονται στα διοικητικά του όρια.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού του χωριού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 304 
1891 162 
1901 212 
1911 198 
1921 209 
1931 193 
1946 205 
1960 232 
1973 297 

 

Ένα από τα πέντε  χωριά με το όνομα Άγιος Θεόδωρος που υπάρχουν στην Κύπρο μνημονεύεται από τον ιστορικό Φλώριο Βουστρώνιο (16ος αιώνας) ως φέουδο που μετά το 1460 είχε δοθεί από τον τότε βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβο Β’ στον ευγενή Πέτρο ντ’ Άβιλα, μαζί με άλλα εννέα χωριά σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Δεν υπάρχει αναφορά που να βοηθεί στο να αναγνωρίσουμε ποιό από τα πέντε χωριά ήταν, πιθανότατα ένα από εκείνα των οποίων μαρτυρείται σαφώς η ύπαρξη κατά τα Μεσαιωνικά Χρόνια.