Ασπαγούριος

Στρατηγός  με τον οποίο κατά το 616/7 μ.Χ. οι κάτοικοι της Κωνσταντίας συνήψαν ειρήνη ύστερα από μεσολάβηση του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος, του Κυπρίου πατριάρχη Αλεξανδρείας, που μόλις είχε έλθει στην Κύπρο πρόσφυγας μετά την κατάληψη της Αλεξάνδρειας από τον βασιλιά των Περσών Χοσρόη. Οι Κωνσταντινιώτες είχαν αρνηθεί να επιτρέψουν την είσοδο του Ασπαγουρίου στην πόλη τους, και ήσαν και οι δυο αντίπαλοι - Κωνσταντινιώτες και Ασπαγούριος - έτοιμοι να αρχίσουν πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον αλλήλων. Τότε ο Ιωάννης επενέβη και τους ειρήνευσε.

 

Το πρόβλημα είναι ποιος έστειλε το Ασπαγούριο στην Κωνσταντία ή κατά της Κωνσταντίας (;) και γιατί. Από τη φρασεολογία μιας σχετικής πηγής, στρατηγός ἐπί Κωνσταντίαν τήν κατά Κύπρον σταλείς και μή δεχθείς [μη γενόμενος δεκτός] παρά τῶν τῆς πόλεως, εἰς πόλεμον ὡπλίσθη (Analecta Bollandiana, Xl.V, 1927, σ. 25), πιθανώς πρέπει να δεχθούμε ότι ο Ασπαγούριος ήταν Βυζαντινός στρατηγός που εστάλη σε κάποια αποστολή (ίσως στην Αλεξάνδρεια κατά των Περσών που μόλις την είχαν κυριεύσει), μέσω Κωνσταντίας, όπου ίσως θ' ανεφοδιαζόταν, αλλά δεν έγινε δεκτός από τους κατοίκους της πόλης, για λόγους που δεν κατονομάζονται. Πιθανότεροι τέτοιοι λόγοι πρέπει να ήταν, νομίζουμε, θρησκευτικοί - θεολογικοί. Στα τέλη του 616 ο πατριάρχης Σέργιος, με την υποστήριξη του αυτοκράτορα Ηρακλείου, είχε προσπαθήσει να προβάλει την ιδέα της μιας ενέργειας του Χριστού ως λύση των προβλημάτων της ορθοδοξίας με τους Μονοφυσίτες, αναθέτοντας στον αρχηγό των «Παυλιανών» Γεώργιο Αρσά, Μονοφυσίτη επίσκοπο, οπαδό του Μονοφυσίτη πατριάρχη Αντιοχείας Παύλου του Μαύρου που είχε μόλις πεθάνει, να συλλέξει τα πατερικά χωρία που ευνοούσαν την μονοενεργητική θεωρία. Το γράμμα του Σεργίου προς τον Αρσά είχε πέσει στα χέρια του πατριάρχη Ιωάννη Ελεήμονος πριν ακόμη φύγει από την Αλεξάνδρεια στην Κύπρο. Ο Ιωάννης διαμαρτυρήθηκε για την πρωτοβουλία του Σεργίου, αλλά η φυγή του στην Κύπρο τον εμπόδισε να προβεί σε άλλες ενέργειες. Πιθανώς ο Ασπαγούριος έφερνε κάποιο μήνυμα σχετικό προς το θεολογικό αυτό θέμα προς τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου, που έδρευε στην Κωνσταντία, και τότε ήταν ο Πλούταρχος (;590-625/6), και που αυτός αρνήθηκε να τον δεχθεί ως φιλοαιρετικό. Δεδομένου ότι η προσπάθεια του Σεργίου με τη νέα αυτή θεωρία απέβλεπε στην προσέλκυση των Μονοφυσιτών της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου κ.α. μεσανατολικών χωρών, απαραίτητη για την αντιμετώπιση του τρομακτικού για το Βυζάντιον περσικού κινδύνου, είναι πιθανό ότι ο Ιωάννης ο Ελεήμων μετά την εμπειρία της αλώσεως της Αλεξανδρείας, λίγο πριν, είχε γίνει πιο διαλλακτικός έναντι της μονοενεργητικής θεωρίας του Σεργίου και του Ηρακλείου, και με το κύρος του επενέβη και έπεισε τους Κωνσταντινιώτες (και τον αρχιεπίσκοπο Πλούταρχο, αν και δεν αναφέρεται στις πηγές) να συμβιβαστούν με τον απεσταλμένο της Κωνσταντινούπολης. Τέτοιες συμβιβαστικές ενέργειες για προσέλκυση των Μονοφυσιτών μέσω της Κύπρου ως «πειραματικού σταθμού» ανέλαβε ο Ηράκλειος και αργότερα, επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Αρκαδίου Α'*, και προφανώς η περίπτωση που μας απασχολεί είναι μια από αυτές, ίσως η πρώτη, ή η πρώτη που μαρτυρείται. Για πολλούς λόγους η Κύπρος προσφερόταν για τέτοιο ρόλο, που συχνά συναντούμε αργότερα υπό διάφορες μορφές. Εξάλλου ο Ασπαγούριος πρέπει να ήταν ιβηρικής καταγωγής, απόγονος του περσόφιλου Ίβηρος βασιλιά Aspacura (369- 371 κ.ε.), που σταδιοδρόμησε στο Βυζάντιον.

 

Σε περίπτωση που θα δεχόμασταν ότι ο Ασπαγούριος ήταν Πέρσης στρατηγός που ερχόταν να κυριεύσει την Κύπρο, αναφύεται η δυσκολία πώς ήταν δυνατό ο Ιωάννης ο Ελεήμων να επέμβει για να συμφιλιώσει τους Κωνσταντινιώτες προς Πέρση στρατηγό που εκστράτευσε εναντίον της πόλης τους, και πώς θα μπορούσε ένας Πέρσης στρατηγός να πειθαρχήσει στις συμβουλές του Ιωάννη και να συμβιβαστεί με τους κατοίκους της Κωνσταντίας. Προφανέστατα πρόκειται για ενδοβυζαντινή διαφορά, θεολογική κατά πάσαν πιθανότητα.

 

Όσο για τον νεαρό Κύπριο αιχμάλωτο των Περσών που απέδρασε (628) τέσσερα χρόνια μετά από άλλους αιχμαλώτους που διέφυγαν στην Κύπρο, σύμφωνα προς τον Βίο του Ιωάννη του Ελεήμονος, αυτός ή αυτοί δεν ήταν απαραίτητο να είχαν συλληφθεί στην Κύπρο και μάλιστα από τον Ασπαγούριο, αλλά μπορούσαν να είχαν αιχμαλωτιστεί σε κάποια από τις αντιπερσικές εκστρατείες του Ηρακλείου, ή στην επίθεση των Περσών κατά της Κύπρου στα 619, δυο χρόνια μετά την άφιξη του Ασπαγουρίου στην Κωνσταντία.