Αμπελοπούλλι ή μαυροσκούφι ή συκαλλίδι ή συκοπούλλι

Image

Sylvia atricapilla. Οικογένεια Sylviidae. Το όνομα του αμπελοπουλιού είναι από τα πιο γνωστά ονόματα πουλιών στην Κύπρο, αλλά πολύ λίγοι έχουν δει ή γνωρίζουν το ίδιο το πουλί κι αυτοί είναι οι κάτοικοι των χωριών από τα οποία περνά κατά τη μετανάστευσή του το φθινόπωρο και την άνοιξη. Όλα αυτά τα πουλιά τα γνωρίζουν σαν αμπελοπούλια ή απλώς σαν πουλιά.

 

Το χρώμα του αμπελοπουλιού είναι σταχτί προς το λαδί στη ράχη και την ουρά, και πιο ανοιχτό προς το άσπρο στο κάτω μέρος του κορμιού του. Το αρσενικό έχει μαύρο χρώμα στο κεφάλι σαν καπέλο, ενώ το θηλυκό έχει βαθύ κεραμιδί, γι’ αυτό λέγεται και μαυροσκούφιν ή και κοκκινοσκούφιν. Το μέγεθός του είναι 5,1/2 εκατοστά. Έχει γλυκύτατη φωνή και συχνά ακούγεται να τραγουδά στους θάμνους των κήπων και στους πρόποδες των βουνών κατά τις ηλιόλουστες μέρες από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Ιανουάριο, γιατί πολλά μένουν και διαχειμάζουν στην Κύπρο.

 

Οι μεγάλοι αριθμοί των αμπελοπουλιών αρχίζουν να φθάνουν στην Κύπρο γύρω στα μέσα Μαρτίου. Έρχονται από την Κεντρική Αφρική όπου περνούν τον χειμώνα και πηγαίνουν για να γεννήσουν στην Ευρώπη και κυρίως στις Σκανδιναβικές χώρες και στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Κατά την άνοιξη ένας μεγάλος αριθμός αμπελοπουλιών που περνούν από την Κύπρο συλλαμβανόταν παλαιότερα μαζί με άλλα μεταναστευτικά πουλιά, κυρίως στα συνηθισμένα τους «περάσματα» στο Παραλίμνι, στην Αγία Νάπα, στο Μαζωτό, στον Άγιο Θεόδωρο και τη Σκαρίνου, στο Μαρώνι, στη χερσόνησο της Καρπασίας, στη Μύρτου, στα Λιβερά και στην περιοχή Πόλης Χρυσοχούς. Τούτη την εποχή τα πουλιά είναι παστά, δηλαδή πολύ αδύνατα, γι' αυτό και δεν παρασκευάζονταν ξιδάτα αλλά τρώγονταν τηγανητά. Το φθινόπωρο περνούν ξανά από την Κύπρο κάνοντας την αντίθετη διαδρομή. Έρχονται τέλη Αυγούστου, προερχόμενα από την Ευρώπη και φεύγουν αρχές Οκτωβρίου για να διαχειμάσουν στην Κεντρική Αφρική και ιδίως στην Αιθιοπία και στο Σουδάν. Πολλά μένουν για να περάσουν τον χειμώνα στην Κύπρο και τρέφονται με σύκα, σταφύλια, μερσινόκοκκα, σχίνους, τρεμίθια, βατόμουρα, αντρούκλια, φρούτα από πυράκανθο, ελιές κλπ. Αντίθετα την άνοιξη τρέφονται αποκλειστικά με έντομα, κυρίως ψώρα από τα κουκκιά και τα οπωροφόρα δέντρα.

 

Στο Στρόβολο συνελήφθησαν παλαιότερα δέκα αμπελοπούλια σ' ένα κήπο και δακτυλιώθηκαν με δακτυλίδια του Πτηνολογικού Συνδέσμου, κατά τη χειμερινή περίοδο (Δεκέμβριο και Ιανουάριο). Τρία απ' αυτά συνελήφθησαν ξανά για τρία συνεχή χρόνια στο ίδιο μέρος και την ίδια εποχή.

 

Το φθινόπωρο τα αμπελοπούλια, όπως κι όλα τα μεταναστευτικά πουλιά που περνούν από την Κύπρο, είναι πολύ παχιά, σε αντίθεση προς την άνοιξη, οπότε φθάνουν εδώ αδύνατα. Αυτό συμβαίνει γιατί κάθε φορά που πρόκειται να ξεκινήσουν για το μακρύ ταξίδι της μετανάστευσης τρέφονται πολύ καλά κι αποθηκεύουν λίπος που το καταναλώνουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους ˙ όταν φθάνουν στην Κύπρο από την Ευρώπη, δεν έχουν ακόμη κάνει μεγάλο ταξίδι, γι’ αυτό και δεν έχουν καταναλώσει αρκετό λίπος ˙ την άνοιξη όμως, μέχρι να φθάσουν στην Κύπρο από την Κεντρική Αφρική έχουν διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα καθώς κι ερήμους, όπου δεν βρίσκουν ίχνος τροφής, και φθάνουν εδώ πιο αδύνατα και καταβεβλημένα. Βέβαια αδύνατα και καταβεβλημένα φθάνουν και το φθινόπωρο στην Κεντρική Αφρική, μετά που θα φύγουν από την Κύπρο.

 

Μερικά αμπελοπούλια γεννούν στην Κύπρο. Το 1919 ο Άγγλος πτηνολόγος F.R.S. Baxendale βρήκε στους λόφους πάνω από την Κερύνεια μερικές φωλιές αμπελοπουλιών, μια μάλιστα με μικρά πουλιά, στα τέλη Απριλίου. Τον Ιούνιο του 1974 ομάδα του Πτηνολογικού Συνδέσμου Κύπρου σε συνεργασία με τον Πτηνολογικό Σύνδεσμο της Βρεττανικής Βασιλικής Αεροπορίας, είδαν στον Κόρνο κοντά στη Λάπηθο 3 αμπελοπούλια και 4 στον σταθμό του Δασονομείου «Κάρκας» κοντά στον Πενταδάκτυλο. Οπωσδήποτε τα πουλιά αυτά είχαν παραμείνει και γεννήσει στην Κύπρο (Cyprus Ornith. Society, First Bird Report, 1974, σ. 37).

 

Η εμπορία των αμπελοπουλιών για πολλά χρόνια ήταν αρκετά προσοδοφόρο επάγγελμα για εκείνους που ασχολούνταν μ' αυτό. Πιάνονταν κατά χιλιάδες μαζί με άλλα μικρά πουλιά. Αφού συσκευάζονταν σε ξίδι και κουμανταρία, πωλούνταν σε μικρές μπουκάλες των 6 ή των 12.

 

Αξίζει να σημειωθεί πως μια μελέτη που έγινε παλαιότερα από τους πτηνολόγους καθηγητές Kenneth Ο. Horner και John P. Hubbard, σε συνεργασία με τον Πτηνολογικό Σύνδεσμο Κύπρου, σχετική με τη μετανάστευση των πουλιών, έδειξε πως από τα 25.235 πουλιά που ανήκαν σε 104 είδη, μόνο τα 3.918 ήταν αμπελοπούλια. Τα άλλα ήταν δακκαννούρες, σκαλιφούρτες, κοκκινολαίμηδες, αϊδόνια, χελιδόνια κλπ. Εκτός από τα αμπελοπούλια που τρέφονται κυρίως με φρούτα, τα άλλα πουλιά είναι κυρίως εντομοφάγα κι όταν καταναλωθούν είναι δυνατό να προκαλέσουν δηλητηρίαση, εμετούς και άλλες επιπλοκές. Πολλά από τα μικρά αυτά πουλιά είναι και φορείς μικροβίων μολυσματικών ασθενειών όπως η χολέρα, γιατί πολλά τρέφονται και με μύγες. Πριν από 50 περίπου χρόνια, όταν υπήρξε επιδημία χολέρας στην Τουρκία, η τότε κυβέρνηση της Κύπρου με εγκύκλιό της που εστάλη σ' όλα τα χωριά συμβούλευε το κοινό ν' αποφεύγει τη σύλληψη των πουλιών αυτών, που είναι μεταναστευτικά και που για να φθάσουν στην Κύπρο περνούν σχεδόν όλα από την Τουρκία.

 

Η σύλληψη και εμπορία των αμπελοπουλιών γινόταν ήδη από τον Μεσαίωνα. Ο Ιω. Κοτόβικους που επισκέφθηκε την Κύπρο το 1599, αναφέρει για τα αμπελοπούλια: Μεγάλος αριθμός απ' αυτά συσκευάζονται σε βάζα με ξίδι και αρωματικά βότανα και στέλνονται προς πώληση στη Bενετία, αποτελούν πολύ εύγευστο πιάτο που είναι περιζήτητο από πρίγκιπες και ευγενείς σ' ολόκληρη την Ιταλία. Ο Πιέτρο ντέλλα Βάλλε που επεσκέφθη την Κύπρο το 1625, αναφέρει ότι στην Αγία Νάπα βρήκαμε και φάγαμε αμπελοπούλια, συκαλίδια όπως τα λένε οι Ελληνες, που αυτή την εποχή [Σεπτέμβριος] πιάνονται σε τέτοιο αριθμό ώστε εκτός εκείνων που καταναλίσκονται στο νησί, πάρα πολλά συσκευάζονται σε ξύδι και εξάγονται στην Βενετία και αλλού.

 

Κατά τα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα ο αριθμός των αμπελοπουλιών είχε ελαττωθεί γιατί συλλαμβάνονταν κατά χιλιάδες κάθε χρόνο, όχι μόνο με τον πατροπαράδοτο τρόπο των βερκών, αλλά και με ειδικά δίχτυα που στήνονταν σε πολύ μεγάλους αριθμούς.

 

Σήμερα η σύλληψη αμπελοπουλιών απαγορεύεται με βάση τη Συνθήκη της Βέρνης, την οποία έχει κυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Ιστορικά στοιχεία- Μεσαίωνας

Η συγκομιδή, η βρώση και η εμπορία των αμπελοπουλιών στο νησί τεκμηριώνεται για τους τελευταίους πέντε με έξι αιώνες σύμφωνα με μαρτυρίες από την ύστερη μεσαιωνική και νεότερη περίοδο της ιστορίας της Κύπρου.

 

Σε κείμενα του 16ου αιώνα γραμμένα στην ιταλική ή τη γαλλική, τα αμπελοπούλια αναφέρονται ως

uccelli/ uccelletti di vigna και oiseaux de vigne και ενίοτε uccelletti di Cipri. Ωστόσο, οι πλείστοι

επισκέπτες χρησιμοποιούσαν το ιταλικό όνομα beccaficos ortolani.  Στις μέρες μας υπάρχουν πολλές μέθοδοι για τη σύλληψη των πουλιών αυτών. Ωστόσο, η πιο συνηθισμένη μέθοδος με μακρά παράδοση στην Κύπρο (από το 8ο αιώνα π.Χ.), γνωστή στους Ρωμαίους και στους Βυζαντινούς, ήταν η σύλληψη τους με ι-ξόβεργα.

 

Οι παλαιότερες αναφορές στα αμπελοπούλια, που έχουν διασωθεί τοποθετούνται γύρω στον 16ο αιώνα. Ωστόσο, δε σημαίνει ότι η συλλογή και η βρώση των πουλιών αυτών δεν ήταν

διαδεδομένες. O Κύπριος ιστορικός Στέφανος Lusignan (Στέφανος ντε Λουζινιάν), σε έργα του δημοσιευμένα το 1573 και 1580, περιγράφει τα αμπελοπούλια ως πολύ λιπαρά πουλιά που με δυσκολία διακρίνονται από τα οστά τους. Αναφέρει επίσης ότι αποδημούσαν στο νησί την εποχή του τρύγου και ότι τρέφονταν με σταφύλια και άλλους καρπούς, ενώ η σύλληψή τους γινόταν σε διάφορα μέρη του νησιού με ιξόβεργα. Προσθέτει ακόμη, ότι εξάγονταν σε τεράστιες ποσότητες σε Ρώμη και Βενετία, συντηρημένα σε δοχεία με ξύδι αφού πρώτα είχαν βραστεί, όχι μόνο ως προϊόντα προς πώληση αλλά και ως δώρα. Τέλος αναφέρει, ότι τα νωπά πουλιά ήταν νοστιμότερα από τα ξιδάτα (διατηρούνταν για 6-12 μήνες) και προειδοποιεί ότι μισή δωδεκάδα ήταν υπεραρκετή για να μη μπορεί να φάει κανείς άλλο. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας δίνει και ο Άγγλος περιηγητής John Locke το 1533. Αναφέρεται στα μικρά καθώς και υπερβολικά λιπαρά πουλιά, που συντηρημένα σε δοχεία με ξύδι και αλάτι στέλνονται στη Βενετία και σε άλλα μέρη της Ιταλίας ως δώρα μεγάλης αξίας. Αναφέρεται μάλιστα και στον τεράστιο αριθμό τέτοιων πουλιών που εξαγόταν και ανερχόταν σε 1200 αγγεία ετησίως, ενώ άλλες ανάλογες ποσότητες καταναλώνονταν και επιτοπίως. Μας πληροφορεί ακόμη ότι στην Κύπρο πωλούνταν με τη δωδεκάδα, όπως ακριβώς και στις μέρες μας.

 

 

Πηγές

  • Μεγάλη Κυπριακής Εγκυκλοπαίδεια
  • Nicolaou-Konnari A, Schabel C. Cyprus: Society and Culture 1191-1374. Netherlands: Martinus Nijhoff Publishers and VSP, 2005.
  • Ξιούτας Π. Κυπριακή Λαογραφία των Ζώων. Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2001.
  • Ohnefalsch-Richter M. Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο. Μαραγκού Α, μτφρ. Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, ca. 1900 (1994).

Φώτο Γκάλερι

Image