Βάζος

Μικρό βαθουλό αγγείο, που χρησιμοποιείται για νερό στο τραπέζι αλλά και για άλλα υγρά, μερικές φορές. Σε παλαιότερα χρόνια ήταν πήλινος. Η λ. προέρχεται από τη λατινική vas-vasis (=αγγείο). Μερικές φορές βάζος λέγεται και η βάττα*.