Βαθύλακας

Image

Κατεχόμενο σήμερα χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου στη γεωγραφική περιφέρεια της Καρπασίας, 5 χμ. στα νοτιοδυτικά της Γιαλούσας. Το υψόμετρο πέφτει από τα 237 μ. βόρεια του χωριού στα 165 μ. στον οικισμό και στα 127 στην τοποθεσία Μούττη του Μύλου. Δυο περίπου χμ. από τη θάλασσα το υψόμετρο πέφτει απότομα στα 75 μ. Η θαλάσσια αναβαθμίδα στα νότια του Βαθύλακα είναι ίσως το γεωμορφολογικό χαρακτηριστικό του χωριού.

 

Γύρω από το χωριό βρίσκεται μια μεγάλη ποικιλία πετρωμάτων κυρίως της Πλειστόκαινης γεωλογικής περιόδου (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, αμμώδεις μάργες, κρητίδες, μαργαϊκές κρητίδες). Πάνω στα εδάφη κυρίως της τέρρα ρόζα και των ξερορεντζίνων και με μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 500 χιλιοστόμετρα καλλιεργούνταν, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, κυρίως σιτηρά, ελιές, χαρουπιές και καπνός. Στο Βαθύλακα πριν από την εισβολή εκτρέφονταν 1.782 πρόβατα και 407 κατσίκες.

 

Οι οικοδομές του οικισμού είναι συγκεντρωμένες κατά μήκος των δρόμων που οδηγούν στα γειτονικά χωριά. Ο Βαθύλακας συνδέεται με ασφαλτόστρωτους δρόμους στα ανατολικά με το χωριό Άγιος Συμεών, στα νοτιοανατολικά με τη Νέτα και στα δυτικά με το Λεονάρισσο. Με σκυρόστρωτο δρόμο συνδέεται με τον Άγιο Ανδρόνικο στα βόρεια. Ένας άλλος σκυρόστρωτος δρόμος συνδέει το χωριό στα νότια με το δάσος Μούττη του Μύλου και τη θάλασσα.

 

Μέρος του κρατικού δάσους Καβάλλης, στα βόρεια του χωριού καθώς και μέρος των επίσης κρατικών δασών Μαζερή και Μούττη του Μύλου, στα νότιά του, εμπίπτουν στα διοικητικά του όρια.

 

Ο Βαθύλακας γνώρισε μια σταθερή πληθυσμιακή ανάπτυξη μέχρι το 1946, όμως αργότερα ο πληθυσμός δεν μειώθηκε πολύ, κάτι που ισχύει για πολλά άλλα χωριά της Καρπασίας. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 213 
1891 224 
1901 241 
1911 300 
1921 385 
1931 466 
1946 577 
1960 509 
1973 503 

 

Αν και στην πρώτη χρονιά μετά την εισβολή αρκετοί κάτοικοι του Βαθύλακα παρέμειναν εγκλωβισμένοι στο χωριό, σήμερα δεν βρίσκεται κανένας Ελληνοκύπριος στο χωριό.

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 οι περισσότεροι από τους Έλληνες κατοίκους του χωριού παρέμειναν εγκλωβισμένοι σ' αυτό. Ο αριθμός τους ανερχόταν στους 402 τον Οκτώβριο του 1975. Τον επόμενο χρόνο είχε λειτουργήσει, για σύντομο διάστημα, και το δημοτικό σχολείο του χωριού. Μέχρι τον Οκτώβριο του 1976 εξαναγκάστηκαν να προσφυγοποιηθούν όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Στο μεταξύ είχαν εγκατασταθεί σ' αυτό Τουρκοκύπριοι και Τούρκοι έποικοι.

 

Οι Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να τουρκοποιήσουν όλα τα τοπωνύμια των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου, άλλαξαν και την ονομασία του χωριού. Το μετονόμασαν σε Derince (= Βαθύ).

 

Ο Βαθύλακας δεν σημειώνεται, τουλάχιστον με το σημερινό του όνομα, στους βενετικούς χάρτες, ούτε μνημονεύεται στον κατάλογο λουζινιανο - βενετικών φέουδων ή βασιλικών κτημάτων του ντε Μας Λατρί. Ο Τζέφρυ περιγράφει τον Βαθύλακα ως μικρο - οικισμό με δυο ξωκλήσια χωρίς ενδιαφέρον. Όμως ο ίδιος συγγραφέας αναφέρεται σε τοποθεσίες κοντά στις ακτές όπου βρίσκονται μερικά ερειπωμένα χωριά, ένα από τα οποία επιζεί ως τσιφλίκι με μια μικρή αρχαία εκκλησία.

 

Ο Γκάννις αναφέρεται στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, κτίσμα του 17ου αιώνα και την ερειπωμένη εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου του 14ου αιώνα, κοντά στο χωριό. Θεωρείται πιθανό ότι ο πληθυσμός κάποιου μεσαιωνικού οικισμού κοντά στη θάλασσα μετακινήθηκε, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, στη σημερινή θέση του Βαθύλακα.

 

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο χωριό είναι του 17ου αιώνα με κατάλοιπα τοιχογραφιών στο εσωτερικό. Κοντά της στέκει η ερειπωμένη εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου του 14ου αιώνα, κάποτε ολότελα ζωγραφισμένη, από την οποία απομένει μόνο ο βόρειος τοίχος και το ιερό. Σύμφωνα με την παράδοση όποιος βάλει χέρι πάνω στα δένδρα και τους θάμνους που βλάστησαν μέσα στα ερείπια, θα αρρωστήσει σοβαρά και μπορεί ακόμη και να πεθάνει.

 

Στην ακτή, νοτιοανατολικά του χωριού, όπου υπάρχει εκτενής αμμώδης παραλία, έχει ανεγερθεί από Τούρκο επιχειρηματία, σε δασική γη, τεράστιο ξενοδοχειακό συγκρότημα που είναι εμπνευσμένο από την ελληνική αρχαιότητα, ονομάζεται εξάλλου « Άρτεμις». Αποτελείται από μεγάλο κεντρικό οικοδόμημα σε ρυθμό αρχαίου ελληνικού ναού (της Αρτέμιδος στην Έφεσο) και πτέρυγες δωματίων και διαμερισμάτων, τεράστια πισίνα, υπαίθριο θέατρο, καζίνο και άλλες εγκαταστάσεις. Ο όλος διάκοσμος είναι εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική τέχνη, και τα διάφορα τμήματα φέρουν αρχαία ελληνικά ονόματα της Μικράς Ασίας, όπως ονόματα ελληνικών μικρασιατικών πόλεψν (Πριήνη, Έφεσος, Μίλητος κλπ.).