Βάσσος Μαυροβουνιώτης

Image

Ονομαστός οπλαρχηγός της ελληνικής επανάστασης του 1821, που σχετίστηκε με την Κύπρο. Γεννήθηκε το 1797 και πέθανε το 1847. Ήταν, πιθανώς, ηπειρωτικής καταγωγής, αν και γεννήθηκε στο Μπελαπάβλοβιτζ του Μαυροβουνίου (Σερβία). Το 1817 γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά στη Σμύρνη με τον Νικ. Κριεζώτη, στενό συνεργάτη και συμπολεμιστή του αργότερα. Μετά την έναρξη της επανάστασης ο Βάσσος ανέλαβε την αρχηγία των επαναστατών στην Εύβοια και πολέμησε κατά των Τούρκων σε πολλές μάχες. Το 1823 πήρε μέρος στη δεύτερη Εθνοσυνέλευση του Άστρους ως στρατιωτικός αντιπρόσωπος. Το 1824 πήρε μέρος στην εμφύλια διαμάχη, αλλά στις 14 Νοεμβρίου ηττήθηκε από τους Κολοκοτρωναίους Γενναίο και Πάνο, κι ο στρατός του διαλύθηκε. Δυο χρόνια αργότερα ο Βάσσος, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, ανέλαβε την αρχηγία της αποτυχημένης εκστρατείας στον Λίβανο και στην Κύπρο. Το 1828 εισήλθε στις τάξεις του τακτικού ελληνικού στρατού, με τον βαθμό του χιλιάρχου, και διοίκησε την 6η χιλιαρχία στην ανατολική Ελλάδα.

 

Η εκστρατεία στο Λίβανο και στην Κύπρο: Η στρατιωτική αυτή επιχείρηση που κατέληξε σε τυχοδιωκτική και ληστρική επιδρομή, άρχισε να συζητείται επίσημα στις 25 Οκτωβρίου 1824, όταν ο Χατζηστάθης Ρέζης παρουσιάστηκε στο Βουλευτικό σώμα μεταφέροντας στους Έλληνες πρόταση του εμίρη του Λιβάνου Μπεσσίρ για σύναψη συμμαχίας προς αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου. Ο Μπεσσίρ ζητούσε ελληνικά καράβια και έδινε στους Έλληνες στρατεύματα και άλογα. Το Βουλευτικό δέχθηκε την πρόταση, υπό το πρίσμα, μάλιστα, δημιουργίας αντιπερισπασμού στις δυνάμεις του σουλτάνου και σ' εκείνες του τυράννου της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλι, του οποίου ο θετός γιος Ιμπραήμ βρισκόταν στον Μοριά τον οποίο κατέκαιε. Ορίστηκαν τότε αντιπρόσωποι για διαπραγματεύσεις οι Χατζηστάθης Ρέζης, Γρηγόριος επίσκοπος Ευδοκιάδος και Χαράλαμπος Μάλης, Κύπριος αγωνιστής με σημαντική δράση στην Ελλάδα. Στη σχεδιαζόμενη αυτή εκστρατεία αναμείχθηκαν και άλλοι Κύπριοι που πρόσβλεπαν στην απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας τους, και ταυτόχρονα ενημερώθηκαν επίσημα ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Δαμασκηνός και οι μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κερύνειας. Ενημερώθηκαν επίσης ο πατριάρχης Αντιοχείας Μεθόδιος ο Νάξιος και άλλοι ιεράρχες της Συρίας. Την ίδια εποχή υφίστατο τολμηρό σχέδιο Κυπρίων εξόριστων για απελευθέρωση της Κύπρου, και υπήρξε πιθανότητα συνδυασμού του με το σχέδιο της εκστρατείας στον Λίβανο. Μάλιστα η Κύπρος είχε συνάψει και δάνειο για χρηματοδότηση του σχεδίου. Αναμεμειγμένοι Κύπριοι στην κίνηση αυτή ήσαν μεταξύ άλλων οι Κυπριανός Θησέας, Χαράλαμπος Μάλης, Κυπρίδημος Γεωργιάδης, Δημήτριος Οικονομίδης.

 

Οι διαπραγματεύσεις με τους ηγέτες του Λιβάνου υπήρξαν χαλαρές, και τελικά η όλη επιχείρηση εγκαταλείφθηκε από πλευράς των επισήμων Ελλήνων. Ωστόσο μερικοί οπλαρχηγοί, που έμαθαν το σχέδιο, αποφάσισαν να το προωθήσουν μόνοι τους. Ήταν οι Βάσσος Μαυροβουνιώτης, Χατζημιχάλης Νταλιάνης και Νικόλαος Κριεζώτης. Την πρωτοβουλία τους κατήγγειλε ο Κύπριος Χαράλαμπος Μάλης προς το Βουλευτικό, με αναφορά του ημερομηνίας 29 Ιανουαρίου 1826, γιατί ο ίδιος αντιδρούσε στο να αναληφθεί μια τέτοια εκστρατεία από μερικούς οπλαρχηγούς χωρίς την τελική έγκριση και υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης.

 

Παρά την καταγγελία του Μάλη, οι τρεις οπλαρχηγοί, ενισχυμένοι και από τους Σταύρο Λιακόπουλο και Χατζηστεφανή Βούλγαρη, συγκεντρώθηκαν στο νησί Κέα απ' όπου ξεκίνησαν τέλη Φεβρουαρίου του 1826, με 2.000 άνδρες σε 14 καράβια. Λίγες μέρες αργότερα, αρχές Μαρτίου , το σώμα έφθασε στο Λίβανο όπου αποβιβάστηκε κοντά στη Βηρυτό, κατέλαβε έναν παραθαλάσσιο πύργο κι άρχισε να επιδίδεται σε λεηλασίες. Ο εμίρης του Λιβάνου Μπεσσίρ, με τον οποίο οι αρχηγοί του σώματος ήλθαν σε επαφή, ζήτησε τα συστατικά ή πληρεξούσια γράμματά τους, που βέβαια δεν είχαν. Τότε τους διέταξε να φύγουν το συντομότερο, για να μη τους επιτεθεί. Η αναχώρησή τους έγινε στις 25 Μαρτίου. Από τον Λίβανο ήλθαν στην Κύπρο όπου επιδόθηκαν σε ληστρικές ενέργειες και κατατρομοκράτησαν Έλληνες και Τούρκους. Αναχώρησαν όμως πολύ σύντομα. Στις ακτές της Κιλικίας συνέλαβαν ένα αυστριακό εμπορικό καράβι φορτωμένο χειροτεχνήματα και χρυσοΰφαντα υφάσματα του Χαλεπίου, και άδοξα γύρισαν στην Ελλάδα.