Βογιατζίογλου Μεχμέτ αγάς

Αγάς της Λευκωσίας, που κατά τα τέλη του 17ου αι. στασίασε εναντίον της Υψηλής Πύλης. Η επανάσταση έγινε σ' εποχή κρίσεως στο οθωμανικό καθεστώς της Κύπρου όπως και σ' ολόκληρη την αυτοκρατορία: αντιθέσεις μεταξύ των πλουσίων αγάδων του νησιού για τον έλεγχο των οικονομικών και κυρίως των φόρων, που τους λυμαίνονταν κλίκες μικρών και μεγάλων σπαχήδων και γενιτσάρων μαζί με τον ιταλικής καταγωγής δραγομάνο Μαρκουλλή. Όλοι αυτοί αψηφούσαν συχνά την κεντρική εξουσία ή καταστρατηγούσαν τις εντολές της ή επιτύγχαναν την ενοικίαση των φόρων με τη βοήθεια ισχυρών φίλων τους στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι στα 1680 τόση ήταν η φτώχεια του καταληστευόμενου τόπου, ώστε η ενοικίαση των φόρων παρουσιαζόταν ασύμφορη και κανένας ενοικιαστής δεν εμφανίστηκε στη δημοπρασία του τζιζύα (jizya), έτσι που το σύστημα μαλικιανέ (malikâne), δια βίου ενοικιάσεως των φόρων, φαινόταν λίγο αργότερα αναπόφευκτο.

 

Ακριβώς γύρω στην κρίσιμη αυτή εποχή ο αγάς της Λευκωσίας Μεχμέτ Βογιατζίογλου κατόρθωσε να επιβληθεί στους αντιζήλους του στρατιωτικά, αυτοανακηρύχθηκε αρχηγός και διετέλεσε «αποστάτης» για επτά χρόνια, προφανώς από το 1683 ώς το 1690, εφόσον δεχθούμε την χρονολόγηση του τέλους της αποστασίας του στα 1690 κατά το χρονικό που διέσωσε ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός ( Ιστορία Χρονολογική .... Βενετία, 1788, σσ. 310 - 311). Ο Βογιατζίογλου όμως, αν και αποστάτης, εξακολουθούσε να καταβάλλει κάθε χρόνο το καθορισμένο ετήσιο χαράτζι στον απεσταλμένο της Πύλης χαρατζάρη ή χαρατζήν, αντί στους προηγουμένως αποστελλόμενους ζητητές του. Εδώ η αφήγηση του Κυπριανού ρητά σημειώνει την λεπτομέρεια ότι οι προηγούμενοι ζητητές κρατούσαν το χαράτζι για τους εαυτούς τους, όπως παρατηρεί και ο Τζωρτζ Χιλλ (History of Cyprus, IV, σ. 72). Ο Μεχμέτ Βογιατζίογλου διόρισε δικούς του ανθρώπους σ' όλα τα κατηλίκια του νησιού, που «ἐδιοικοῦσαν, ἒκρινον καί ἐπιστάτευον». Φαίνεται πιθανόν ότι οι ζητητές αυτοί προκάλεσαν την αποστολή στην Κύπρο κατά του Βογιατζίογλου στρατιωτικής δυνάμεως υπό τον Τζολάκ [= Κουτσό] Μεχμέτ πασά, για «νά βάλῃ καλήν τάξιν εἰς τά πράγματα», διότι στην Κωνσταντινούπολη είχε μαθευτεί ότι ο Βογιατζίογλου «ἒρριψε τό κάλυμμα τῆς ὑποταγῆς». Εφόσον ο αγάς πλήρωνε κανονικά στην Πύλη το χαράτζι, οι μόνοι που είχαν συμφέρον να τον πλήξουν ήταν οι προαναφερόμενοι ζητητές. Ο Τζολάκ Μεχμέτ αρχικά έγινε δεκτός στη Λευκωσία από τον Βογιατζίογλου και τους άλλους συνεργάτες του, που προφανώς δεν επιθυμούσαν να συγκρουσθούν ανοιχτά με την Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως ο Τζολάκ σε λίγους μήνες θέλησε να «μεταχειρισθῇ τήν αὐτεξουσιότητά του κατά τοῦ ρηθέντος Πογιατζίογλου, τοῦτος ὁ ἀποστάτης τόν ἠνάγκασε νά ἐξέλθῃ ἐκ τῆς Λευκωσίας καί νά τραβηχθῇ εἰς τό τζιφλίκιον τοῦ Κουπάτογλου [σημερινό Κουπάτι] ὃπου ἐνδιέτριβε ζωοτροφούμενος», αποκλεισμένος από τον Βογιατζίογλου, ώστε να μη γνωσθεί στην Κωνσταντινούπολη τι είχε συμβεί. Παρόλα αυτά η είδηση του περιορισμού του Τζολάκ διέρρευσε στην Πύλη, που έστειλε στην Κύπρο με στρατό για να «ἀφανίσῃ τόν ἀποστάτην», άλλον πασά, τον Αχμέτ Τζιφούτογλου [γιο του τσιφούτη = Ιουδαίου], που από την Ακανθού έφθασε στην Κυθρέα, «διά νά προκαταλάβῃ τούς μύλους νά μήν ἀλέθωσιν ἂλευρα», κι έτσι να «στενοχωρήσῃ τήν Λευκωσίαν, τό ἀσφάλισμα καί περιτείχισμα τοῦ ἀποστάτου», και να βοηθήσει στην απελευθέρωση του Τζολάκ. Ο τελευταίος σε δυο μήνες κατόρθωσε να διαφύγει από το Κουπάτι στην Κυθρέα, όπου συνάντησε τον Τζιφούτογλου και μαζί μ' αυτόν έστειλε στρατεύματα κατά της «Πόρτας της Χώρας», δηλαδή της Λευκωσίας που την απέκλεισε και κατά διαστήματα , χτυπούσε, εμποδίζοντας τον ανεφοδιασμό της σε τρόφιμα και τη διεξαγωγή κάθε εμπορικής συναλλαγής με την πόλη. Διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις πολιορκητών και Βογιατζίογλου, στον οποίο προσφέρθηκε «πασαπόρτον ὡς προφυλακτικόν». Βλέποντας ότι οι φίλοι του Τζιφούτογλου πασά αυξάνονταν στην πρωτεύουσα, ο Μεχμέτ Βογιατζίογλου βγήκε μια νύχτα «με τάγμα εμπίστων του», έφθασε στα Λεύκαρα και στη Λεύκα, όπου ο κεχαγιάς του πασά σκότωσε 28 ανθρώπους του και συνέλαβε 32. Από εκεί ο Βογιατζίογλου πήγε στον Κύκκο, όπου ενισχύθηκε (με ποιο τρόπο δεν αναφέρεται), τόσο ώστε μπόρεσε να διώξει τον διώκτη του κεχαγιά. Από εκεί προχώρησε στην Πάφο και στην Κερύνεια, όπου κρέμασε από δέντρο ένα κατάσκοπο του πασά «κατέναντι τοῦ κάστρου». Διωκόμενος ο Βογιατζίογλου έφθασε στην Αμμόχωστο για ασφάλεια, αλλά του έκλεισαν τις πόρτες προτού μπει στην πόλη και του διασκόρπισαν τις δυνάμεις του. Αφού έμεινε με 6 μόνο άνδρες, έφυγε στην Πύλα, στη Λάρνακα και στη Λεμεσό, όπου συνελήφθη στο κατηλίκι Κοιλανίου. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στη Λευκωσία και τον απαγχόνισαν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Την άλλη μέρα οι αρχηγοί και οι οπαδοί του «ἐκρεμμάζοντο ζῶντες ἐπί τῶν γάντζων ἀπό τῶν ἀνθερεώνων».

 

Έτσι έληξε η επτάχρονη επανάσταση του Μεχμέτ Βογιατζίογλου, χαρακτηριστική της ταραχώδους και μεταβατικής εκείνης εποχής που οι θεσμοί, στρατιωτικοί και διοικητικοί, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας δοκιμάζονταν σκληρά. Από γαλλικά προξενικά έγγραφα πληροφορούμαστε ότι γύρω στα 1685 ο δραγομάνος Μαρκουλλής πέθανε καταχρεωμένος, ενώ ο Γάλλος χρονικογράφος, που παραθέτει ο Κυπριανός, σημειώνει ότι ο Μεχμέτ Βογιατζίογλου είχε αδυναμία στις ωραίες γυναίκες, ειδικά σε μια Γαλλίδα δέσποινα «στό φραντζέζικο σπίτι SA», που ξόδευε πολλά υποδεχόμενο τον αποστάτη τιμητικά, αλλά ταυτόχρονα απομάκρυνε από εκεί τη γυναίκα που ο Βογιατζίογλου ήθελε «μέ κάθε δυναστείαν νά κερδίσει εἰς εὐχαριστίαν τοῦ ἒρωτός του».