Γαούριν

Image

Έτσι λέγεται στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα ο γάιδαρος, που είναι γνωστός και ως γάρος (ο). Ανήκει, όπως και το άλογο, στο γένος Equus της οικογένειας Equidae (περισσοδάκτυλα θηλαστικά), που πιστεύεται ότι προέρχεται από το εξημερωμένο αφρικανικό είδος Equus asinus. Έχει σώμα κοντό και δυνατό, ύψους μέχρι και 1,30 μ. Οι οπλές του είναι μικρές και ψηλές, εφάπτονται δε άριστα στο έδαφος, γι’ αυτό και το ζώο είναι σε θέση να βαδίζει με σιγουριά ακόμη και σε πολύ ανώμαλα εδάφη και σε απόκρημνα μονοπάτια. Τρέφεται με πολλά είδη χόρτων. Ο μέσος όρος ζωής του είναι 30 χρόνια. Είναι ζώο παροιμιώδες για την υπομονή, το πείσμα και την εργατικότητά του στην υπηρεσία του ανθρώπου, στην οποία ετέθη από τα αρχαιότατα χρόνια. Η χρησιμότητά του για τον άνθρωπο υπήρξε εξαιρετικά μεγάλη γιατί συνδυάζει μια σειρά προσόντων που είναι: αντοχή, υπομονή, δύναμη, λιτότητα στη διατροφή. Ωστόσο η βραδύτητά του δεν επέτρεψε στον άνθρωπο να το χρησιμοποιήσει για γρήγορες μετακινήσεις ή και για πολεμικούς σκοπούς, αλλά χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σε πλήθος γεωργικές εργασίες και για μεταφορές.

 

Στην Κύπρο το γαούριν υπήρξε, από τα αρχαία χρόνια μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα ο πιο σημαντικός βοηθός του αγρότη. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στις ακόλουθες εργασίες:

 

  1. Για άντληση νερού με το αλακάτιν*.
  2. Για αροτρίαση (εργασία στην οποία χρησιμοποιήθηκαν πολύ και τα βόδια).
  3. Για μεταφορές ανθρώπων αλλά και προϊόντων. Για μεταφορές προϊόντων, ο Κύπριος αγρότης προσάρμοσε στο στρατούριν (σαμάρι) του γαϊδουριού κοφίνια ψάθινα ή μεταλλικά (ένα σε κάθε πλευρά) ή δισάτσ'ια ή και ξύλινες κατσούνες για μεταφορά ξύλων και κλαδιών. Στο στρατούριν προσαρμόζονταν επίσης ασσ'ιά (ασκοί) για μεταφορά υγρών, σακούλες για μεταφορά αλεύρου και άλλων προϊόντων, κλπ.
  4. Για έλξη αμαξιών.

 

Το κυπριακό γαϊδούρι θεωρείται ότι είναι από τα καλύτερα του είδους. Σε παλαιότερες μάλιστα εποχές γινόταν από το νησί και εξαγωγή των ζώων αυτών.

 

Το γαϊδούρι, ως πολυτιμότατος βοηθός του Κυπρίου αγρότη για πάρα πολλούς αιώνες, έχει σημαντική θέση τόσο στην κυπριακή λαογραφία όσο και στις κυπριακές παροιμίες. Ο Κύπριος του έδωσε επίσης μια μεγάλη ποικιλία ονομάτων, κυρίως σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του. Έτσι έχουμε, μεταξύ άλλων, και τα ονόματα: Σιερκάς(ασπρόμαυρος), ξαθκιάς (ανοικτόχρωμος), μαυρομούτσουνος (με σκούρο κεφάλι), τσαεροπόδας (με λοξά πόδια), ζαονούρης (με λοξή ουρά), ζαολαίμης (με κυρτό λαιμό), σελλιάς (με κυρτή προς τα μέσα ράχη), καμπούρης (με ανυψωμένη ράχη) κλπ.

 

Σε παλαιότερες εποχές ο κάθε Κύπριος χωρικός διέθετε, κατά κανόνα, ένα ή και περισσότερα γαϊδούρια. Οι αγωγιάτες επίσης χρησιμοποιούσαν αρκετά γαϊδούρια, αν και υπήρχαν και καραβάνια από γκαμήλες. Στην εποχή μας το γαϊδούρι εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε κάποια έκταση, κυρίως στα χωριά του Τροόδους.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image