Ανεξαρτησία

Image

Ανεξαρτησία χαρακτηρίζεται η κατάσταση κοινωνίας η οποία δεν υπάγεται στην κυριαρχία κάποιας άλλης. Ανεξάρτητα θεωρούνται εκείνα τα κράτη τα οποία απολαμβάνουν εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας. Υπό την έννοια αυτή, πάρα πολλοί αγώνες λαών έγιναν, προκειμένου ν’ αποκτηθεί η ανεξαρτησία τους.

 

Η  Κύπρος είναι  ανεξάρτητο κράτος από το  1960. Όμως ο αγώνας του λαού της, αποκορύφωση του οποίου ήταν η τετραετής ένοπλη επανάσταση του 1955-1959, δεν είχε εξαρχής ως στόχο την ανεξαρτησία. Αρχική επιδίωξη ήταν, αντίθετα, η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, συνεπώς η ένταξη του νησιού στο ελληνικό ανεξάρτητο κράτος.

 

Το ενωτικό αίτημα των Κυπρίων ετέθη ευθύς μετά τη δημιουργία ελεύθερου ελληνικού κράτους που προέκυψε από την ελληνική επανάσταση του 1821, και έκτοτε επανελήφθη πάρα πολλές φορές κι επιζητήθηκε με όλους τους δυνατούς τρόπους. Το αίτημα αυτό έγινε ακόμη εντονότερο μετά την κατάληψη της Κύπρου από την Αγγλία (1878 κ.ε.), γεγονός το οποίο οι Έλληνες Κύπριοι είδαν ως οριστική απαλλαγή τους από την κατοχή των Τούρκων και ως μεταβατικό στάδιο για την τελική ένωση του νησιού τους με την Ελλάδα. Πάμπολλες ενέργειες έγιναν καθόλη τη διάρκεια της αγγλικής κατοχής προς διάφορες κατευθύνσεις και κυρίως προς τις εκάστοτε αγγλικές κυβερνήσεις, προκειμένου να εισακουστεί το αίτημα της ενώσεως και να γίνει δυνατή η ένωση με την Ελλάδα. Οι δυο σημαντικότερες πράξεις υπέρ της ενώσεως πριν από την ένοπλη εξέγερση του 1955 ήταν το αυθόρμητο κι απρογραμμάτιστο κίνημα του Οκτωβρίου 1931 (το γνωστό ως Οκτωβριανά) που είχε ως αφορμή άλλα άσχετα θέματα, και το ενωτικό δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου του 1950.

 

Οι προσφυγές στα Ηνωμένα Έθνη που άρχισαν λίγο αργότερα (1953 κ.ε.) συνδύαζαν το αίτημα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με αίτημα για αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού. Ζητώντας αυτοδιάθεση, οι Κύπριοι εννοούσαν την ένωση, αφού σε περίπτωση παροχής σ' αυτούς του δικαιώματος της αυτοδιαθέσεως, θεωρούσαν πως θα μπορούσαν ν' αποφασίσουν και να πραγματοποιήσουν την ένωση. Το σύνθημα «αυτοδιάθεσις - ένωσις» αντικατέστησε το σύνθημα «ένωσις και μόνον ένωσις» από το 1953, όταν η Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. με απόφασή της στις 16 Δεκεμβρίου 1952 συνιστούσε σε όλα τα κράτη να υποστηρίζουν την αρχή της αυτοδιαθέσεως όλων των λαών και των εθνών. Η απόφαση αυτή απετέλεσε βάση πάνω στην οποία οι Έλληνες Κύπριοι στηρίχθηκαν για τις πρώτες αιτήσεις τους προς τα Ηνωμένα Έθνη. Το αίτημα για αυτοδιάθεση (που περιέκλειε και την έννοια της ένωσης) για τον κυπριακό λαό, είχε τεθεί επίσημα και με την πρώτη προσφυγή της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη σχετικά με το Κυπριακό ζήτημα, που κατετέθη από την κυβέρνηση του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου στις 16 Αυγούστου 1954.

 

Η άρνηση της Βρεττανίας να ικανοποιήσει το αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου για αυτοδιάθεση - ένωση, και η μη ύπαρξη ουσιαστικού αποτελέσματος υπέρ των αιτημάτων αυτών από τις συζητήσεις που έγιναν στα Ηνωμένα Έθνη, οδήγησαν στην έναρξη, την 1η Απριλίου 1955, δυναμικού ένοπλου αγώνα με στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Κατάληξη του αγώνα αυτού δεν ήταν ούτε η ένωση με την Ελλάδα, ούτε η πλήρης αυτοδιάθεση. Ήταν η παραχώρηση στον κυπριακό λαό καθεστώτος ανεξαρτησίας και η δημιουργία του ανεξαρτήτου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αγγλική διπλωματία κατόρθωσε να μη αφήσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε με την έναρξη του ένοπλου αγώνα να ξεφύγει από τον έλεγχό της. Αντίθετα, μπόρεσε να δημιουργήσει τέτοιες συνθήκες ώστε να είναι βέβαιη πως το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν εκείνο που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της, πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά. Όπως είναι γνωστό, ως απάντηση στο αίτημα της αυτοδιάθεσης-ένωσης η Αγγλία αντιπρότεινε την παραχώρηση καθεστώτος αυτοκυβέρνησης στο λαό της Κύπρου, σαν μεταβατικό στάδιο 7-10 χρόνων, για τελική παραχώρηση ανεξαρτησίας. Η επιμονή των Ελλήνων Κυπρίων στο αίτημα της ενώσεως οδήγησε σε αποτυχία τις συνομιλίες Μακαρίου -Χάρτιγκ το 1956 και στην εξορία του πρώτου στις Σεϋχέλλες. Η εξορία του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και η αυστηρή απομόνωσή του επί 13 μήνες στη μέση του Ινδικού ωκεανού, χωρίς καμιά δυνατότητα επικοινωνίας και επιρροής στην Κύπρο, ήταν μέρος ευρύτερου μυστικού σχεδίου των αγγλικών υπηρεσιών που σκόπευε στον εξαναγκασμό των Ελλήνων ν' αποδεχθούν αυτά που οι Βρεττανοί πρόσφεραν στην Κύπρο. Η αγγλική διπλωματία κινητοποίησε ταυτόχρονα τους Τούρκους, υπέβαλε στην Άγκυρα την ιδέα να εγείρει κι αυτή αξιώσεις στο νησί, ενώ φρόντισε να δημιουργήσει στην Κύπρο συνθήκες που θα συνηγορούσαν υπέρ της διχοτόμησης του νησιού: κινητοποίησε τους Τούρκους της Κύπρου και τους έστρεψε σ' επιθέσεις κατά των Ελλήνων, σε σφαγιασμούς αθώων, σε πυρπόληση κτιρίων και σε λεηλασίες ελληνικών περιουσιών. Προς τούτο οι Άγγλοι εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο τον φανατισμό της μερίδας εκείνης των εξτρεμιστών Τουρκοκυπρίων που είχαν αρχηγό τους τον Ραούφ Ντενκτάς. Ο στρατιωτικός αρχηγός των Ελληνοκυπρίων Γεώργιος Γρίβας, που αγωνιζόταν επικεφαλής της ΕΟΚΑ με το ψευδώνυμο «Διγενής», προσπάθησε ν' αντιμετωπίσει δυναμικά τις επιθέσεις των εξτρεμιστών Τούρκων της Κύπρου, και ουσιαστικά από το 1957 άρχισε η διαμάχη των δυο κοινοτήτων στην Κύπρο. Αφού οι συνθήκες δημιουργήθηκαν κι ήταν πια αδύνατο ν' αλλάξουν, ο Μακάριος απελευθερώθηκε από τις Σεϋχέλλες και πήγε στην Αθήνα.

(Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος-Αρχείο ΡΙΚ

Εκεί αντιμετώπισε το σχέδιο Μακμίλλαν, που υπέβαλε ο τότε Άγγλος πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλλαν με βάση τα νέα «δεδομένα» που δημιουργήθηκαν, και βρέθηκε αναγκασμένος να υποχωρήσει από το αρχικό αίτημα της ενώσεως παρά ν' αφήσει να εξελιχθούν τα πράγματα με κίνδυνο διχοτόμησης της Κύπρου. Έτσι, για πρώτη φορά ετέθη δημόσια από τον Μακάριο, στις 16 Σεπτεμβρίου του 1958, θέμα ανεξαρτησίας, με την δήλωση που έκανε στην Αγγλίδα βουλευτίνα Μπάρμπαρα Κασλ: Είμαι έτοιμος να δηλώσω ότι αποδέχομαι την ίδρυση ανεξαρτήτου κυπριακού κράτους, υπό τον όρον ότι δεν θα μεταβληθεί, είτε δια της ενώσεως μετά της Ελλάδος, είτε διά του διαμελισμού, είτε με οιονδήποτε άλλον τρόπον, εκτός εάν τα Ηνωμένα Έθνη εγκρίνουν και εγγυηθούν τοιαύτην μεταβολήν...

 

Από τη δήλωση αυτή του Μακαρίου στην Μπάρμπαρα Κασλ προκύπτει ότι η ανεξαρτησία της Κύπρου προτάθηκε ως μια μέση λύση έναντι των δυο καταστάσεων που υπήρχαν, της ενώσεως αφενός που αποτελούσε το αίτημα των Ελλήνων, και της διχοτόμησης αφετέρου που αποτελούσε το αίτημα των Τούρκων και την απειλή των Άγγλων.

 

Η ανεξαρτησία ως λύση στο Κυπριακό πρόβλημα απετέλεσε στη συνέχεια βάση πολλών παρασκηνιακών συζητήσεων και διαβουλεύσεων των ενδιαφερομένων μερών, με κατάληξη την προκαταρκτική μυστική συμφωνία των τότε υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας Αβέρωφ και Ζορλού (Δεκέμβριος 1958 - Ιανουάριος 1959). Στις λεπτομέρειές της τη συμφωνία αυτή την επεξεργάστηκαν ευρείες αντιπροσωπείες των κυβερνήσεων Ελλάδας και Τουρκίας, επικεφαλής των οποίων βρίσκονταν οι πρωθυπουργοί των δυο χωρών Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ατνάν Μεντερές, που συναντήθηκαν στην Ζυρίχη από τις 4 μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου του 1959. Η συμφωνία των δυο μερών επετεύχθη και αργότερα συνεκλήθη στο Λονδίνο πενταμερής διάσκεψη προς επικύρωση της. Στην πενταμερή του Λονδίνου συμμετείχαν οι αντιπροσωπείες των τριών ενδιαφερομένων χωρών Ελλάδας, Βρεττανίας, Τουρκίας, και οι εκπρόσωποι των Ελλήνων και των Τούρκων της Κύπρου. Εκεί επικυρώθηκαν οι συμφωνίες της Ζυρίχης που υπεγράφησαν στις 19 Φεβράρη του 1959, και βάσει αυτών η Κύπρος γινόταν ανεξάρτητο κράτος.

 

Ακολούθησε μια μεταβατική περίοδος για τη μεταβίβάση της εξουσίας από τους Βρεττανούς στους Κυπρίους και για τη συμπλήρωση όλων εκείνων των τεραστίων εργασιών της δημιουργίας κράτους. Η αποδοχή εκ μέρους του αρχιεπισκόπου Μακαρίου της ανεξαρτησίας ως λύσης δεν ικανοποίησε τον Γεώργιο Γρίβα που εξακολουθούσε να έχει ως στόχο του την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, κι απ' εδώ και μπρος οι συγκρούσεις των δυο ηγετών υπήρξαν συχνές όσο και τραγικές.

 

Επίσημα η βρεττανική κυριαρχία στην Κύπρο τερματίστηκε στις 16 Αυγούστου του 1960, με την παράδοση της εξουσίας από τον σερ Χιου Φουτ, τελευταίο κυβερνήτη του νησιού, στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, πρώτο Κύπριο πρόεδρο. (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ

 

Στις 11 Ιουλίου 1963 το Υπουργικό Συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτελούμενο από 7 Ελληνοκύπριους και 3 Τουρκοκύπριους υπουργούς, ομόφωνα αποφασίζει τον ορισμό της 1ης Οκτωβρίου ως Ημέρας της Ανεξαρτησίας της Κύπρου.

 (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ

Ως ανεξάρτητο κράτος η Κύπρος έγινε μέλος του Ο.Η.Ε. και μέλος της Κοινοπολιτείας. Η εξωτερική της πολιτική ήταν αδέσμευτη και υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του κινήματος των Αδεσμεύτων (Βελιγράδι, Σεπτέμβριος του 1961). (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ

 

Όμως η ανεξαρτησία που παραχωρήθηκε στην Κύπρο δεν ήταν πλήρης και πραγματική, είχε πολλά κενά και άφηνε αρκετά περιθώρια υπόσκαψης και παραβίασης της εσωτερικής και εξωτερικής της κυριαρχίας. Αποτέλεσμα αυτών των αδυναμιών, σε συνδυασμό με την επιβουλή των ξένων για έλεγχο του μεγάλης στρατηγικής σημασίας νησιού, ήσαν οι διακοινοτικές συγκρούσεις που ακολούθησαν την υποκινημένη από την Άγκυρα τουρκοκυπριακή ανταρσία (Δεκέμβριος του 1963 κ.ε.), οι επεμβάσεις της ελληνικής χούντας (1967-1974) που κορυφώθηκαν με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 1974, και τέλος η στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας (Ιούλιος-Αύγουστος 1974).

 

Η τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο στόχευε στη διχοτόμησή της, που ήταν και το αίτημα των Τούρκων ήδη από το 1956, και στη συνέχεια στην πλήρη τουρκοποίησή της. Ο δεύτερος στόχος παραμένει. Η εισβολή όμως του 1974 ουσιαστικά πέτυχε τον πρώτο στόχο, την επί του εδάφους διχοτόμηση της Κύπρου και την μερική κατάλυση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία δεν μπορεί ν' ασκήσει τις εξουσίες της σ' ολόκληρη την επικράτεια.

 

Οι αποσχιστικές ενέργειες της ηγεσίας των Τουρκοκυπρίων,  άρχισαν ήδη από την επομένη της εγκαθίδρυσης της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, στην οποία Ανεξαρτησία βέβαια ούτε οι Ελληνοκύπριοι πίστεψαν αφού στη συνέχεια αναζωπυρώθηκε στις τάξεις τους το αίτημα για Ένωση με την Ελλάδα. Η τελευταία αποσχιστική πράξη των Τουρκοκυπρίων, που σκοπό είχε να πλήξει ακόμη περισσότερο την ανεξαρτησία της Κύπρου, ήταν η ανακήρυξη «ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους» που ονομάστηκε «Τουρκικό Ομόσπονδο Κράτος της Κύπρου» (Turkish Federated State of Kibris). Η ενέργεια αυτή των Τουρκοκυπρίων και της Άγκυρας, που καταδικάστηκε από όλα σχεδόν τα κράτη του κόσμου, συνέβη τον Νοέμβριο του 1983. Μέχρι σήμερα (2007), καμιά χώρα του κόσμου, πλην της Τουρκίας, δεν αναγνώρισε το «ανεξάρτητο κράτος» της «βόρειας Κύπρου».

 

Οι συνεχείς προσφυγές της Κύπρου στα Ηνωμένα Έθνη από τον Ιούλιο του 1974 και εξής, οι συνεχείς διπλωματικές και άλλες προσπάθειες προς κάθε κατεύθυνση, και όλες οι άλλες ενέργειες της Κύπρου και της Ελλάδας, αποσκοπούν στον τερματισμό της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής στο βόρειο μισό του νησιού και στην εξεύρεση μιας τελικής λύσης που να διασφαλίζει μια Κύπρο πραγματικά κυρίαρχη και ανεξάρτητη.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image