Δανιήλ πατριάρχης

Πατριάρχης Αντιοχείας (1767-1791), καταγόμενος από τη Χίο. Υπεδείχθη από τον πατριάρχη Φιλήμονα (1766-1767), που είχε κι εκείνος υποδειχθεί από τον Κύπριο πατριάρχη Αντιοχείας Σίλβεστρο (1724- 1766). Όταν παραιτήθηκε, ύστερα από σκληρούς αγώνες εναντίον των λατινοφρόνων, όμοιους προς εκείνους του Σιλβέστρου, ο Δανιήλ υπέδειξε με τη σειρά του ως διάδοχό του τον Κύπριο επίσκοπο Ελενουπόλεως Ανθέμιο (1791-1813). Πολλοί Κύπριοι ιεράρχες και κληρικοί κυριαρχούσαν τότε στο πατριαρχείο Αντιοχείας σε θέσεις - κλειδιά.

 

Ο Δανιήλ αναμείχθηκε και πιο άμεσα στα κυπριακά πράγματα όταν επί κυβερνήτη Χατζή Μπακκή οι νόμιμοι επίσκοποι της Κύπρου διέφυγαν από το νησί (23 Αυγούστου 1783) με τη βοήθεια του δραγομάνου Χατζηγιωρκάτζη Κορνέσιου, για να καταγγείλουν στην Κωνσταντινούπολη και να ματαιώσουν τη νέα φορολογία 8 γροσιών που ο κυβερνήτης δοκίμασε να επιβάλει. Επειδή κυνηγήθηκαν οι φυγάδες κατέφυγαν στη Σμύρνη, ενώ ο Χατζή Μπακκή διόρισε τέσσερις αντικαταστάτες τους, όργανά του, υποχρεώνοντας με απειλές τον κλήρο και τον λαό της Λευκωσίας να τους εκλέξουν «νόμιμα». Ταυτόχρονα ο Χατζή Μπακκή προσκόμισε βεράτια και επίσημη διαταγή του οικουμενικού πατριάρχη Γαβριήλ Δ', ημερομην. 3.10.1783, προς τον πατριάρχη Αντιοχείας Δανιήλ, από τον οποίο ζητούσε να στείλει τρεις επισκόπους του για να χειροτονήσουν και να ενθρονίσουν τους επισκόπους και τον αρχιεπίσκοπο «που είχαν ήδη εκλεγεί». Ο Δανιήλ αντελήφθη την παρανομία και καθυστέρησε να στείλει τους επισκόπους του, παρά την αλληλογραφία που διεξήχθη μεταξύ του και του Χατζή Μπακκή, και των λαϊκών προκρίτων και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας της Κύπρου υπό την πίεση του κυβερνήτη για το θέμα αυτό. Στις 15.5.1784 μάλιστα ο Δανιήλ έγραψε από τη Δαμασκό, απαντώντας σε γράμμα των Κυπρίων της 21.4.1784, ότι δεν είχε υπόψη του καμιά παραίτηση των νομίμων επισκόπων της Κύπρου, και τους ζήτησε να επαναφέρουν το ζήτημα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, που αυτοί είχαν ήδη κάμει.