Δεσπότης

Από την αρχαία ελληνική έννοια κύριος, κυρίαρχος, τύραννος, άρχοντας, στη Βυζαντινή περίοδο ο όρος δεσπότης χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον αυτοκράτορα. Από τα μέσα του 12ου αι. ο τίτλος δινόταν σε αυλικά πρόσωπα μεταξύ του τίτλου του βασιλέως και του αυτοκράτορος, πάντως προ του σεβαστοκράτορος και του καίσαρος. Διδόταν επίσης σε ξένους ηγεμόνες ως τιμητικό αξίωμα.

 

Στην Κύπρο ο όρος δηλώνει από την Ύστερη Βυζαντινή και κυρίως την Οθωμανική περίοδο τον επίσκοπο ή τον μητροπολίτη ή τον αρχιεπίσκοπο, όπως εξ άλλου και στις άλλες βυζαντινές επαρχίες που περιήλθαν υπό τους Τούρκους. Η υιοθέτηση του τίτλου από τους εκκλησιαστικούς ηγέτες σχετίζεται προς την υποκατάστασή τους στις λειτουργίες και στα καθήκοντα του Βυζαντινού κράτους, που βαθμιαία κατέρρεε με αποκορύφωμα την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως στα 1453. Οι κοσμικές εξουσίες και αρμοδιότητες των εκκλησιαστικών αρχόντων που μαρτυρούνται από τα Πρωτοβυζαντινά χρόνια στην Κύπρο και αλλού - στην Κύπρο ιδίως κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών -ενισχύθηκαν πολύ επί Τουρκοκρατίας και δικαιολογούσαν περισσότερο παρά ποτέ την απόδοση του τίτλου δεσπότης στους ιεράρχες.