Δράππα

Έτσι λέγεται στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα η πόρτα που ενώνει απ’ ευθείας το ανώιν (πρώτος όροφος) με το κατώιν (ισόγειο) στα αγροτικά κυπριακά σπίτια. Επειδή η μεσόπορτα αυτή ανοιγόταν για πρακτικούς σκοπούς, ο Σακελλάριος την ετυμολογεί ως προερχόμενη από το ρ. δραπετεύω. Πιθανότερο θεωρείται ότι προέρχεται από τη γαλλική trappe = πέρασμα.