Δρούσεια ή Δρούσια

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Πάφου, στο οροπέδιο της Λαόνας, περί τα 29 χμ. βόρεια της πόλης Πάφου. Βρίσκεται μεταξύ των χωριών Ίνια και Προδρόμι σε υψόμετρο 630 περίπου μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα διοικητικά σύνορα του χωριού στ’ ανατολικά προσεγγίζουν την κοιλάδα της Χρυσοχούς, ενώ στα δυτικά φθάνουν μέχρι τη θάλασσα του Ακάμα.

 

Το χωριό εξυπηρετείται με ένα ικανοποιητικό οδικό δίκτυο. Στα βόρεια συνδέεται με την Πόλη, στα ανατολικά με τα χωριά Κρήτου Τέρρα και Τέρρα, στα νοτιοδυτικά με τη γειτονική Ίνια και στα βορειοδυτικά με τον οικισμό του Πιττοκόπου που περιλαμβάνεται στη διοικητική έκταση της Δρούσειας.

 

Από γεωλογικής απόψεως, η Δρούσεια είναι τοποθετημένη πάνω σε μια τεράστια ποικιλία γεωλογικών αποθέσεων που, μαζί με άλλες τεκτονικές κινήσεις, επηρέασαν σημαντικά το ανάγλυφο. Τα κυριότερα πετρώματα της περιοχής είναι οι ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, οι υφαλογενείς ασβεστόλιθοι, οι μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι, οι μάργες, οι μαργαϊκές κρητίδες, οι άμμοι, οι αμμώδεις μάργες, οι άργιλοι, οι αποθέσεις του σχηματισμού Μαμωνιών, οι λάβες και οι σερπεντινίτες. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα ανώριμα εδάφη, ξερορεντζίνες, φαιοχώματα, πυριτιούχα ανώριμα εδάφη, καφκάλλα και εδάφη μαμώνια.

 

Το τοπίο του χωριού είναι αρκετά διαμελισμένο από το ποτάμιο σύστημα διαφόρων ρυακιών που πηγάζουν από την κορυφογραμμή του οροπεδίου της Λαόνας και χύνονται είτε στη θαλάσσια περιοχή στα δυτικά του Ακάμα, είτε στον κόλπο της Χρυσοχούς. Τα κυριότερα απ' αυτά είναι το αρκάτζ΄ιν του Μουζούρη, το αρκάτζ’ ιν των Καννουδκιών, το αρκάτζ’ ιν του Αγίου Κανόνος, το αρκάτζ’ ιν του Κουντουρόκαμπου, το αρκάτζ’ ιν των Καουρότρυπων, ο Κουδουνάς, το αρκάτζ’ ιν των Θεορακιών και το αρκάτζ’ ιν του Άη Γιάννη. Λόγω της σχετικά ψηλής μέσης ετήσιας βροχόπτωσης που δέχεται το χωριό (613 χιλιοστόμετρα), πολλά ρυάκια διατηρούν νερό στις κοίτες τους μέχρι και τους ανοιξιάτικους μήνες.

 

Η βασική γεωμορφολογία του χωριού επηρεάστηκε από το αντίκλινο του Ακάμα και τα διάφορα ρήγματα της περιοχής. Μέσα στο ανάγλυφο που χαρακτηρίζεται από μια τεράστια γεωμορφολογική ποικιλία, συναντά κανείς φαράγγια και βαθιές κατάφυτες κοιλάδες, ομαλές και απότομες πλαγιές, υπόγεια σπήλαια, καταβόθρες, ακόμη και άγονες εκτάσεις με γυμνούς βράχους. Η θέα από την κορφή Βλάμπουρος (494 μέτρα) που βρίσκεται στα βορειοδυτικά του χωριού, είναι πανοραμική: διακρίνονται τα όμορφα ακρογιάλια του Ακάμα, η Λάρα, το Αμμούδι, το δάσος του Ακάμα με την πλούσια φυσική του βλάστηση και το νησάκι του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας.

 

Η ποικιλία του ανάγλυφου, των πετρωμάτων και των εδαφών, συνέβαλε στην ανάπτυξη διαφόρων καλλιεργειών, όπως τα αμπέλια (κυρίως οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα σιτηρά, τα όσπρια, τα νομευτικά φυτά και λίγα φρουτόδεντρα. Καλλιεργούνται επίσης αμυγδαλιές, ελιές και χαρουπιές. Ωστόσο υπάρχουν και αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις. Μέρος του δάσους του Ακάμα, στα δυτικά της Δρούσειας, εμπίπτει στα διοικητικά της όρια. Η σχετικά ψηλή βροχόπτωση που δέχεται το δάσος, επέτρεψε την ανάπτυξη μιας πλούσιας φυσικής βλάστησης από πεύκα, αόρατους, αγριελιές, αγριοχαρουπιές, θυμάρι, ασπάλαθο, λάδανο, σχίνο, μυρτιές, περνιές και τριμιθιές. Το δάσος αυτό δίνει και περίφημα άγρια μανιτάρια που τα αναζητούν και τα μαζεύουν οι Δρουσιώτες τον χειμώνα.

 

Στο χωριό είναι επίσης ανεπτυγμένη η κτηνοτροφία.

 

Η Δρούσεια υπήρξε κατά την Αγγλοκρατία κεφαλοχώρι, με αρκετές αστικές λειτουργίες (αστυνομικός και δασικός σταθμός, υγειονομική υπηρεσία κ.α. που υφίστανται και σήμερα), αν και διοικητικά υπαγόταν κατά την Τουρκοκρατία και την Αγγλοκρατία στον ναχιέ (= διαμέρισμα) της Χρυσοχούς.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως εξής:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 601 
1891 607 
1901 631 
1911 693 
1921 741 
1931 843 
1946 643 
1960 542 
1973 542 
1976 496 
1982 452 
1992 386 
2001 386 

 

Είναι φανερό ότι η αποδημία εντάθηκε μετά το 1946, ενώ το χωριό επλήγη και από την αστυφιλία. Σήμερα πολλοί Δρουσιώτες ζουν όχι μόνο στις διάφορες πόλεις της Κύπρου, αλλά και σ' όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη της γης. Ωστόσο οι πολλοί ξενιτεμένοι Δρουσιώτες εξακολουθούν να διατηρούν στενούς δεσμούς με τη γενέτειρά τους την οποία επισκέπτονται τακτικά. Τον Αύγουστο του 1976 ιδρύθηκε Σύνδεσμος Αποδήμων Δρουσιωτών που πραγματοποιεί τακτικά συνέδρια στη Δρούσεια και διατηρεί σε επαφή τους απόδημους Δρουσιώτες τόσο με το χωριό όσο και μεταξύ τους. Ταυτόχρονα γίνονται προσπάθειες διατήρησης της μοναδικής φυσικής και πολιτιστικής φυσιογνωμίας του χωριού, σε συνδυασμό προς τον εξωραϊσμό και την ανανέωσή του. Ο Σύνδεσμος δημιούργησε στη Δρούσεια ένα σύγχρονο τουριστικό συγκρότημα που ελκύει επισκέπτες, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Εξάλλου ο Σύνδεσμος εκδίδει και το περιοδικό Ακάμας.

 

Η Δρούσεια είναι οικισμός συγκεντρωτικού συμπαγούς τύπου, που αναπτύχθηκε γύρω από την εκκλησία του Αγίου Επιφανίου. Τα τελευταία χρόνια όμως το χωριό άρχισε να επεκτείνεται σταδιακά, ακολουθώντας τις οδικές αρτηρίες. Η σύγχρονη τεχνολογία δεν επηρέασε σε ανησυχητικό βαθμό την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική του χωριού, στο οποίο λειτουργούν ακόμη πολλά μακρυνάρκα, δίχωρα και ανώγια, αρκετά από τα οποία έχουν ηλικία που ξεπερνά τον αιώνα.

 

Κατά τα μεσαιωνικά χρόνια το χωριό υφίστατο ως ένα από τα κτήματα των Λουζινιανών βασιλιάδων της Κύπρου. Εξάλλου βρίσκεται σημειωμένο και σε παλαιούς χάρτες ως Drusia. Χάρτες του 16ου αιώνα σημειώνουν και την κορφή του Αγίου Γεωργίου, στα δυτικά του χωριού (υψόμετρο 668 μέτρα) με την ονομασία Guardia Diurna. Πιθανότατα υφίστατο εκεί παρατηρητήριο και φρουρά, γιατί η θέα είναι καλή ενώ ταυτόχρονα σήματα φωτιάς μπορούσαν να μεταδίδονται μέχρι την Πάφο. Εκεί κοντά υφίστατο το πλούσιο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Νικοξυλίτη που διαλύθηκε μετά τις σφαγές του 1821, ενώ πολλά από τα κτήματά του περιήλθαν στην κατοχή της μητρόπολης Πάφου. Μεταξύ των κτημάτων αυτών περιλαμβανόταν και η γνωστή τοποθεσία Φοντάνα Αμορόζα (Πηγή του Έρωτα) στον Ακάμα, που παρέμεινε στην κατοχή της μητρόπολης μέχρι το 1834, οπότε πουλήθηκε σε ιδιώτες. Από το μοναστήρι απέμεινε μόνο η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που ανακαινίστηκε το 1923, ύστερα από πυρκαγιά. Βρίσκεται στην τοποθεσία Μοναστήρκα, περί τα 3 χμ. δυτικά του χωριού.

 

Εξάλλου και η κορφή Βλάμπουρος (ονομασία που προήλθε από τη λέξη φλάμπουρο που σημαίνει πολεμική σημαία) υποδηλώνει και την ύπαρξη σ’ αυτήν είτε στρατιωτικής φρουράς είτε στρατιωτικού παρατηρητηρίου κατά τα μεσαιωνικά χρόνια.

 

Πιο κοντά στο χωριό, σε απόσταση 1 1/2 χμ. περίπου, σε ένα οροπέδιο που το περιβάλλουν αμπελώνες και χαρουπιές, βρίσκεται η σπηλιά του άη Αμπέλη, για τον οποίο βλέπε χωριστό λήμμα. Μέσα στο χωριό, η εκκλησία του Αγίου Επιφανίου κτίστηκε το 1754 και ανακαινίστηκε ριζικά το 1856.

 

Σύμφωνα με τον Ι. Περιστιάνη, στη Δρούσεια λειτούργησε ιδιωτικό σχολείο πριν από την Αγγλοκρατία (από το 1870) με δάσκαλο τον Παπά Νικόλα Χατζηπαπαγιάννη που δίδασκε «παιδαγωγίαν» (αλφαβητάριο) και τον «Απόστολον». Μετά την αγγλική κατοχή (1878) έφθασε στο χωριό ο Διονύσιος Ζάκας ή Ζάκος, από την Κεφαλληνία, που δίδασκε αρχικά στην εκκλησία του χωριού και κατόπιν στο νεόκτιστο κοινοτικό αλληλοδιδακτικό σχολείο που βοηθήθηκε από την Κυπριακή Αδελφότητα της Αλεξανδρείας στην οποία ανήκαν και αρκετοί εύποροι Δρουσιώτες της Αιγύπτου. Ο Ζάκας ή Ζάκος δίδαξε και σε άλλα χωριά της Κύπρου και απεδείχθη ικανός δάσκαλος.

 

Στην περιοχή της Δρούσειας βρέθηκαν λίγα αρχαία αντικείμενα κατά καιρούς, ωστόσο πιθανότατα κατοικήθηκε από τα αρχαιότατα χρόνια, αν δεχθούμε ως ορθή την άποψη ότι η ονομασία του χωριού είναι αρχαία ελληνική και αποτελεί νεότερο τύπο της ονομασίας Υδρούσα επειδή η περιοχή είναι πλούσια σε νερά. Μια άλλη εκδοχή θεωρεί τη σημερινή ονομασία του χωριού ως προερχόμενη από την αρχαιότερη Δρυούσα, ονομασία που υποδηλώνει περιοχή στην οποία κυριαρχούσε το δέντρο δρυς.

 

Η περιοχή είναι, εν πάση περιπτώσει, πλούσια σε θρύλους και παραδόσεις, όπως εξάλλου και ο γειτονικός Ακάμας.

Φώτο Γκάλερι

Image