Εισαγγελέας γενικός

Ο γενικός εισαγγελέας είναι ο προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι υπηρεσία ανεξάρτητη, δηλαδή δεν υπάγεται σε οποιοδήποτε υπουργείο.

 

Ο θεσμός του γενικού εισαγγελέα είχε καθιερωθεί στην Κύπρο από τους Βρετανούς κατά την περίοδο της αγγλικής κατοχής του νησιού και στο πλαίσιο της (σταδιακής) εισαγωγής μεταρρυθμίσεων που αντικατέστησαν τους θεσμούς της οθωμανικής διοίκησης. Με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας (1960), ο θεσμός του γενικού εισαγγελέα και του βοηθού γενικού εισαγγελέα κατοχυρώθηκε με τη συμπερίληψή του στο Σύνταγμα του κράτους (Μέρος VI, «Περί των Ανεξαρτήτων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας», κεφ. 1, άρθρα 112- 114).

 

Βάσει του Συντάγματος, ο γενικός και ο βοηθός γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας διορίζονται με κοινή απόφαση του (Έλληνα) προέδρου και του (Τούρκου) αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Τα προσόντα τους καθορίζονται όπως εκείνα που απαιτούνται για διορισμό δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο γενικός και ο βοηθός γενικός εισαγγελέας δυνατό να είναι Έλληνες Κύπριοι ή Τούρκοι Κύπριοι, αλλά όταν ένας από τους δυο είναι Έλληνας Κύπριος, απαραίτητα ο άλλος πρέπει να είναι Τούρκος Κύπριος. Η συνταγματική αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται από το 1963, εξαιτίας της ανταρσίας και της μη συνεργασίας των Τουρκοκυπρίων. Γι’ αυτό τη θέση τόσο του γενικού εισαγγελέα όσο και εκείνη του βοηθού γενικού εισαγγελέα κατέχουν σήμερα Έλληνες Κύπριοι νομικοί.

 

Καθήκοντα: Σύμφωνα προς το άρθρο 113 του Συντάγματος, ο γενικός εισαγγελέας, βοηθούμενος υπό του βοηθού γενικού εισαγγελέα, είναι ο νομικός σύμβουλος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του προέδρου και του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, του Υπουργικού Συμβουλίου και των υπουργών. Ασκεί ακόμη κάθε άλλη εξουσία και κάθε άλλη υπηρεσία ή καθήκον που καθορίζεται από το Σύνταγμα ή διά νόμου.

 

Ο γενικός εισαγγελέας έχει εξουσία, κατά την κρίση του, και προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται, συνεχίζει ή διακόπτει οποιαδήποτε διαδικασία ή διατάσσει τη δίωξη οποιουδήποτε προσώπου στο έδαφος της Δημοκρατίας, για οποιοδήποτε αδίκημα. Η εξουσία αυτή είτε ασκείται από τον ίδιο τον γενικό εισαγγελέα, είτε από υπαλλήλους που υπάγονται σ’ αυτόν και που ενεργούν εκ μέρους του και σύμφωνα προς τις οδηγίες του. Οι υπό τον γενικό εισαγγελέα υπάλληλοι είναι προσοντούχοι νομικοί και φέρουν τον τίτλο του δικηγόρου της Δημοκρατίας. Πριν από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά τη διάρκεια της αγγλικής κατοχής, οι υπάλληλοι αυτοί της εισαγγελίας έφεραν τον τίτλο του δικηγόρου του Στέμματος.

 

Εκ μέρους του γενικού εισαγγελέα παρουσιάζουν στα δικαστήρια υποθέσεις ελάσσονος σημασίας (όπως λ.χ. παραβάσεις κανόνων τροχαίας) και εξουσιοδοτημένα μέλη της αστυνομικής δυνάμεως.

 

Ο βοηθός γενικός εισαγγελέας μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντα του γενικού εισαγγελέα όπως αναφέρονται πιο πάνω, υποκείμενος όμως στις οδηγίες του γενικού εισαγγελέα. Ο βοηθός γενικός εισαγγελέας αναπληροί επίσης τον γενικό εισαγγελέα σε περιπτώσεις απουσίας ή κωλύματός του.

 

Τόσο ο γενικός όσο και ο βοηθός γενικός εισαγγελέας έχουν δικαίωμα να ακούγονται από κάθε δικαστήριο ή δικαστή και προηγούνται ιεραρχικά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που εμφανίζεται ενώπιον δικαστηρίου ή δικαστή.

 

Το άρθρο 112 παρ. 5 του Συντάγματος περιέχει πρόνοιες για τις αρμοδιότητες του γενικού και του βοηθού γενικού εισαγγελέα σε σχέση με υποθέσεις ή σύνθεση δικαστηρίου που ανήκει στη μια από τις δυο κοινότητες της Κύπρου. Το εδάφιο αυτό ατόνησε μετά την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων.

 

Αγγλοκρατία: Πριν από την καθιέρωση του αξιώματος του γενικού εισαγγελέα (attorney - general) και του αξιώματος του γενικού αντεισαγγελέα (solicitor - general), που εισήχθησαν μετά  την ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του Στέμματος, υφίστατο από την αρχή της αγγλικής κατοχής (1878 κ.ε.), το αξίωμα του δικηγόρου του Στέμματος (Crown counsel). Ο δικηγόρος του Στέμματος, μαζί με τον αρχιλογιστή και τον αρχιγραμματέα (που ήταν όλοι Βρετανοί αξιωματούχοι) ήταν εκείνοι που πλαισίωναν τον ύπατο αρμοστή και τον βοηθούσαν στη διακυβέρνηση της Κύπρου. Μετά την καθιέρωση του αξιώματος του γενικού εισαγγελέα, τον τίτλο του δικηγόρου του Στέμματος τον έφεραν οι δικηγόροι βοηθοί του, στις θέσεις δε αυτές υπηρέτησαν αρκετοί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι νομικοί. Μεταξύ αυτών, υπηρέτησε ως δικηγόρος του Στέμματος και ο Ραούφ Ντενκτάς*, ο οποίος πέτυχε, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του 1955 - 59, και τις καταδίκες αρκετών αγωνιστών, όπως την εις θάνατον καταδίκη του Μιχαλάκη Καραολή.

 

Αρχικά ο γενικός εισαγγελέας ήταν Άγγλος νομικός, αργότερα δε το αξίωμα αυτό κατέλαβαν Έλληνες Κύπριοι.

 

Οι Κύπριοι γενικοί εισαγγελείς: Στη θέση του γενικού εισαγγελέα διορίστηκε για πρώτη φορά Κύπριος πριν από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Πρόκειται για τον νομικό Στέλιο Παυλίδη* που εργάστηκε στην εισαγγελία ως δικηγόρος του Στέμματος από το 1927 μέχρι το 1940. Στη συνέχεια διορίστηκε γενικός αντεισαγγελέας της αποικιακής κυβέρνησης και το 1943 διορίστηκε γενικός εισαγγελέας. Στη θέση αυτή υπηρέτησε μέχρι το 1952, οπότε και αφυπηρέτησε. Γεννήθηκε το 1892 και πέθανε το 1968.

 

Τον Παυλίδη αντικατέστησε το 1952 ο Κρίτων Τορναρίτης*, που υπηρέτησε πιο πριν ως γενικός αντεισαγγελέας από το 1944 μέχρι το 1952. Ο Τορναρίτης διατήρησε τη θέση του γενικού εισαγγελέα και μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέχρι το 1984. Γεννήθηκε το 1902.

 

Τον Κρίτωνα Τορναρίτη αντικατέστησε η Στέλλα Σουλιώτη*, που είχε στο παρελθόν διατελέσει υπουργός Δικαιοσύνης. Μετά τη Στέλλα Σουλιώτη στο αξίωμα του γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπηρέτησαν κατά σειρά ο Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης (1988 - 1995), ο Αλέκος Μαρκίδης (1995 - 2003), ο Σόλων Νικήτας (2003 - 2005) και ο Πέτρος Κληρίδης (2005 κ.ε.).