Ελένη Παλαιολογίνα

Image

Βασίλισσα της Κύπρου από το 1441 μέχρι το 1458 που πέθανε. Ήταν μέλος της γνωστής μεγάλης οικογένειας των Παλαιολόγων του Βυζαντίου, κόρη του Θεοδώρου Β' δεσπότη του Μοριά από μητέρα Ιταλίδα και ανεψιά του τελευταίου αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1428 στο Μυστρά και πέθανε στις 11 Απριλίου 1458.  

Η Ελένη έγινε βασίλισσα της Κύπρου αφού παντρεύτηκε τον βασιλιά του μεσαιωνικού κυπριακού βασιλείου Ιωάννη Β' (14321458) τον Φεβρουάριο του 1441. Ήταν η δεύτερη σύζυγος του Ιωάννη, μετά την Μήδεια Παλαιολογίνα*, κόρη του Ιωάννη Παλαιολόγου, μαρκησίου του Μονφερράτ. Η Μήδεια ντε Μονφερράτ παντρεύτηκε τον Ιωάννη τον Ιούλη του 1440 αλλά λίγο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου, πέθανε στη Λευκωσία και ετάφη στην εκκλησία του μοναστηριού του Αγίου Δομινίκου. Νωρίς τον επόμενο χρόνο διευθετήθηκε νέος γάμος του βασιλιά Ιωάννη, με την πριγκίπισσα Ελένη Παλαιολογίνα. Η τελευταία έφθασε στην Κύπρο από τον Μυστρά στις 2 Φεβρουαρίου 1441 και τέλεσε τον γάμο της με τον Ιωάννη στις 4 Φεβρουαρίου1441. Ο γάμος έγινε στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας στη Λευκωσία (Μαχαιράς, Χρονικόν, παρ. 710).

 

Η Ελένη Παλαιολογίνα πέθανε στη Λευκωσία στις 11 Απριλίου του 1458 και ετάφη στην εκκλησία του Αγίου Δομινίκου. Λίγο αργότερα, στις 24 Ιουλίου του 1458, πέθανε και ο βασιλιάς Ιωάννης, τόν αὐτόν χρόνον ὃπου ἐκοιμήθην ἡ συμβία του (Μαχαιράς, Χρονικόν, παρ. 713).

 

Ο Στέφανος Λουζινιανός (Description... f. 77v.) σημειώνει ότι η Ελένη Παλαιολογίνα είχε φέρει μαζί της στην Κύπρο πολλούς Έλληνες, και ότι κάτω από την δική της επιρροή ο ελληνικός τρόπος ζωής είχε προωθηθεί στην Κύπρο σε βάρος του λατινικού. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει στο ίδιο έργο του (f 115.n) ότι η Ελένη ήταν ωραία αλλά και δυναμική γυναίκα, και ότι συγκέντρωσε στα χέρια της όλες τις εξουσίες. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας της το ελληνικό κόμμα της Κύπρου απέκτησε μεγάλη ισχύ, ενώ η ίδια η βασίλισσα είχε ιδιαίτερα αυξημένη πολιτική δύναμη.

 

Πλήγμα τεράστιο, ωστόσο, για την ίδια αλλά και για την Κύπρο, απετέλεσε η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στα χέρια των Τούρκων τον Μάιο του 1453, οπότε, κατά τον Μαχαιρά, ἐποῖκεν μεγάλην λύπην ἡ  ἂνωθεν ρήγαινα εἰς τήν Κύπρον... Μετά τήν άλωση της Πόλης, ἦλθαν εἰς τήν Κύπρον πολλοί καλοί ἂνδρες... καί πολλοί καλογῆροι, καί διά νά τούς ἀναπάψ [η Ελένη] ἐπῆρεν τόν Ἃγιον Γεώργιον ἐπονομαζόμενον Μάγκανα καί ἒκτισεν καί ἐποῖκέν τους μοναστήριν, καί ἐχάρισεν χωργιά καί πολλές ρέντες, διά νά μνημονεύγεται... (Μαχαιράς, Χρονικόν, παρ. 711).

 

Το αναφερόμενο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Μαγγάνων*, το οποίο έκτισε ή μάλλον ανοικοδόμησε η Ελένη Παλαιολογίνα, βρισκόταν στις παρυφές της Λευκωσίας, πιθανώς στις ανατολικές, και ήταν ένα από τα οικοδομήματα που κατεδάφισαν οι Βενετοί το 1567, προκειμένου να δημιουργήσουν νέες οχυρώσεις για την πρωτεύουσα. Το πλήθος των   μοναχών, των λογίων και άλλων προσφύγων που έφθασε στην Κύπρο από την Κωνσταντινούπολη μετά την άλωσή της (29.5.1453), βοηθήθηκε από την βασίλισσα και θα πρέπει να διοχετεύθηκε και σε άλλα μοναστήρια και μέρη της Κύπρου. Μεταξύ αυτών ήταν πολλοί αξιόλογοι λόγιοι που οι δραστηριότητές τους συνέβαλαν ουσιαστικά στη διάδοση και αντιγραφή ελληνικών χειρογράφων και γενικά στην άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου του τόπου.

 

Ο Γεώργιος Βουστρώνιος, που αρχίζει την δική του Διήγηση από την εποχή της βασιλείας της Ελένης Παλαιολογίνας (από το 1456), την χαρακτηρίζει ως πολλά φρόνιμη αλλά και πάντα ἀστηνεμένη (=ασθενική). Αναφέρει ακόμη ο Βουστρώνιος ότι τζαμπερλάνος του βασιλείου της Κύπρου αυτή την εποχή ήταν ο Θωμάς*, άνθρωπος της Ελένης, ένας από τους πολλούς που είχε φέρει μαζί της. Ο Θωμάς αυτός ήταν γιος της παραμάνας της, προς την οποία η Ελληνίδα βασίλισσα της Κύπρου έτρεφε μεγάλη αδυναμία. Ο Θωμάς τιμήθηκε με τίτλους και αξιώματα και απέκτησε μεγάλη δύναμη.

 

Η Ελένη, δραστήρια και έξυπνη, κατόρθωσε πολύ σύντομα να επιβληθεί στον ράθυμο βασιλιά και σύζυγό της, τον οποίο και απάλλαξε από όλες τις διοικητικές του ασχολίες. Εκτός από τη διακυβέρνηση του βασιλείου, η Ελένη ενίσχυσε και προστάτευσε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, που μέχρι τότε καταπιεζόταν από τη Λατινική, και αποδείχθηκε δεινή αντίπαλος των Λατίνων. Ο Αινείας Σύλβιος (ο μετέπειτα πάπας Πίος Β΄) την περιγράφει ως ευφυή και θαρραλέαν, εντριβή περί την ελληνικήν απιστίαν, εχθράν των Λατίνων ιερωμένων και αντίπαλον της Λατινικής Εκκλησίας.

 

Η σφοδρότερη ίσως σύγκρουση της Ελένης με τη Δυτική Εκκλησία συνέβη το 1442, όταν ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ούγος, θείος του βασιλιά Ιωάννη, πέθανε. Τότε η Ελένη θέλησε να πληρώσει τον κενό θρόνο με δικό της άνθρωπο, όμως ο πάπας Ευγένιος Δ' αντέδρασε πολύ γρήγορα, διορίζοντας στη σημαντική αυτή θέση τον Γελάσιο ντε Μοντολίφ. Η βασίλισσα εξοργίστηκε με την απόφαση του πάπα, συνέλαβε δε και φυλάκισε τον απεσταλμένο του, τον οποίο λέγεται ότι σκόπευε να θανατώσει, εάν με τη βοήθεια άλλων Λατίνων δεν κατόρθωνε έγκαιρα ν’ αποδράσει. Ωστόσο η βασίλισσα εξακολουθούσε να μην αποδέχεται τη συνεργασία με τον Γελάσιο, ο οποίος διορίστηκε προσωρινά από τον πάπα ως αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, ενώ στη Λευκωσία εστάλη άλλος ιερωμένος, ο Ιάκωβος Μπενεδέττο, πρώην επίσκοπος Ορβιέτου. Το όλο ζήτημα παρέμεινε σε εκκρεμότητα μέχρι το 1446, οπότε με τη μεσολάβηση του μεγάλου μαγίστρου της Ρόδου Ιωάννη ντε Λαστίκ, που έδρασε ενώ η Ελένη απουσίαζε από τη Λευκωσία, ο βασιλιάς απεδέχθη την κατάληψη του αρχιεπισκοπικού αξιώματος από τον Γελάσιο. Ο τελευταίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στη Λευκωσία, μερικούς όμως μήνες αργότερα πέθανε. Διαδόθηκε ότι πέθανε δηλητηριασμένος από έμπιστους της Ελένης.

 

Οι Λατίνοι, που φοβούνταν υπερβολικά την Ελένη (σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε αρκετοί απ' αυτούς να θέλουν ν’ ασπασθούν την Ορθοδοξία), έπειθαν τον βασιλιά Ιωάννη να παντρέψει την μοναχοκόρη του Καρλόττα* (βασίλισσα αργότερα της Κύπρου) με κάποιο δυτικό πρίγκιπα ώστε η Ελένη να βρει στο πρόσωπο του μέλλοντος γαμπρού της ένα ικανό αντίπαλο. Ως σύζυγος της Καρλόττας επελέγη ο Ιωάννης, δούκας της Κοΐμβρας, εγγονός του βασιλιά της Πορτογαλίας Ιωάννη Α'. Ο γάμος του με την Καρλόττα έγινε το 1456 και ο δούκας σύζυγος της Καρλόττας πήρε και τον τίτλο του πρίγκιπα της Αντιοχείας. Πραγματικά, ο γαμπρός της Ελένης αποδείχτηκε δεινός αντίπαλός της, έπληξε το ελληνικό κόμμα της πενθεράς του και αποκατέστησε την ισχύ και το κύρος της Λατινικής Εκκλησίας στην Κύπρο. Δεν έζησε όμως για πολύ, γιατί δολοφονήθηκε (ίσως με δηλητηρίαση από ανθρώπους της Ελένης) το 1457, ένα μόνο χρόνο μετά τον γάμο του. Ο Στέφανος Λουζινιανός αποδέχεται την εκδοχή της δηλητηρίασής του από τους πολιτικούς φίλους της βασίλισσας.

 

Μετά τον θάνατο του Πορτογάλου πρίγκιπα, έφθασε στην Κύπρο, από την Ρόδο όπου είχε καταφύγει, ο ετεροθαλής αδελφός της Καρλόττας Ιάκωβος* (αργότερα βασιλιάς της Κύπρου με την επωνυμία Νόθος, που στο χρονικό του Βουστρώνιου αναφέρεται και ως Αποστολές [από το postulé]). Ο Ιάκωβος ήταν νόθος γιος του βασιλιά Ιωάννη, που τον απέκτησε με μια Ελληνίδα ερωμένη του, την Μαρία από την Πάτρα της Πελοποννήσου. Με την Μαρία αυτή αναφέρεται ότι η Ελένη είχε ένα μεγάλο καβγά στο παλάτι, στην παρουσία και του βασιλιά. Σύζυγος και ερωμένη συγκρούστηκαν άγρια, με νικήτρια τελικά την βασίλισσα Ελένη. Στον καβγά αυτό η Ελένη απέκοψε την μύτη της Μαρίας, που παρέμεινε έκτοτε γνωστή ως Κοψομούταινα. Ο Ιάκωβος ο Νόθος, στον οποίο είχε απευθυνθεί για συμπαράσταση η Καρλόττα, ενισχυμένος από τους πολιτικούς αντιπάλους της Ελληνίδας βασίλισσας, άρχισε ν’ αποκτά δύναμη στο νησί, σε σημείο μάλιστα ώστε να υποβάλλει όρους στο παλάτι, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να καταδιώκει τους ισχυρούς φίλους της Ελένης, όπως τον Θωμά και τον Ιάκωβο Γούρρη, βισκούντη της Λευκωσίας.

 

Η μεγάλη αναμέτρηση του Ιακώβου με την Ελένη δεν έγινε, επειδή η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και πέθανε στις 11 Απριλίου του 1458. Λέγεται ότι επιθυμία της ήταν να ταφεί στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, το οποίο η ίδια είχε ευνοήσει, όμως οι Λατίνοι την έθαψαν στον Άγιο Δομίνικο.

 

Μετά τον θάνατο του πρώτου συζύγου της Καρλόττας, ο βασιλιάς Ιωάννης θέλησε να την παντρέψει ξανά με τον ξάδελφό της Λουδοβίκο της Σαβοΐας (γιο της θείας της Άννας Λουζινιανής), πράγμα που εξόργισε την Ελένη. Η τελευταία, όντας ετοιμοθάνατη, φώναξε την κόρη της και, σύμφωνα προς τον Βουστρώνιο, ἒβαλέν την εἰς εὐχήν καί εἰς κατάραν νά μέν θελήσῃ νά πάρῃ τόν πρῶτόν της ἀνηψιόν ἂντραν, καίν τόν πάρῃ νἂχῃ τήν κατάραν της, καί θέλειν χάσειν καί τό ρηγάτον...

 

Ύστερα από το θάνατο της Ελένης Παλαιολογίνας, η Καρλόττα παντρεύτηκε, παρά την κατάρα της μητέρας της, του ξάδελφό της. Ανήλθε στον θρόνο τον ίδιο χρόνο, αλλά εκθρονίστηκε από τον Ιάκωβο το 1460, έχασε το βασίλειο και έφυγε από την Κύπρο το 1461.

 

Η παρουσία στον θρόνο της Κύπρου της Ελένης Παλαιολογίνας, όχι μόνο Ελληνίδας αλλά και ιδιαίτερα δυναμικής γυναίκας ταυτόχρονα, ήταν σημαντικό γεγονός για το νησί σε μια εποχή κατά την οποία το ελληνικό του στοιχείο βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση και υπό συνεχείς διωγμούς και καταπιέσεις.  Ήταν, ταυτόχρονα, μια τελευταία αναλαμπή στις μακρές ιστορικές και άλλες σχέσεις της Κύπρου με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη έμελλε ν’ αλωθεί επί ημερών της Ελένης.

 

(Για την Ελένη Παλαιολογίνα βλέπε επίσης λήμματα Εκκλησία Κύπρου, Παλαιολόγοι και Φραγκοκρατία).