Νερόφιδο

Image

Το κυπριακό νερόφιδο (αγγλικά Grass snake) με το επιστημονικό όνομα Natrix natrix cypriaca (Linnaeus, 1758) είναι υποείδος του νερόφιδου Natrix natrix, αποτελεί ένα από τα 22 είδη ερπετών και ένα από τα 8 είδη φιδιών που συναντούμε στον τόπο μας. Πρόκειται για ενδημικό υποείδος της Κύπρου και κινδυνεύει με εξαφάνιση. Υπάρχει μόνο σε ελάχιστες περιοχές στους πρόποδες του Τροόδους και στη Λίμνη Παραλιμνίου. Το συναντούμε σε γλυκά νερά, σε λίμνες, ποταμούς και στάσιμα νερά. Είναι εξαιρετικός κολυμβητής και κρύβεται ανάμεσα σε υδρόβια βλάστηση και πέτρες μέσα στο νερό. Το συναντούμε και έξω από το νερό.

 

Το μήκος του φτάνει περίπου ένα μέτρο με το θηλυκό να είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό και το συναντούμε σε τρεις διαφορετικούς χρωματισμούς, γκρίζο με ασπροκίτρινο, μαύρο, και μαύρο χρωματισμό στον οποίο διακρίνονται αχνόλευκα στίγματα. Το μαυριδερό χρώμα υπάρχει μόνο στις περιοχές στους πρόποδες του Τροόδους.

 

 

Απολιθώματα του κυπριακού νερόφιδου που βρέθηκαν στην περιοχή Αετόκρεμμος στο Ακρωτήρι υποδεικνύουν την παρουσία του στην Κύπρο πέρα από 10 με 12 χιλιάδες χρόνια πριν. Τα απολιθώματα του νερόφιδου βρέθηκαν μαζί με άλλα τροφικά κατάλοιπα νεολιθικών ανθρώπων και αυτό υποδεικνύει ότι και το νερόφιδο αποτέλεσε πηγή τροφής για τους πρώτους προϊστορικούς κατοίκους της Κύπρου.

 

Είναι εντελώς ακίνδυνο είδος για τον άνθρωπο καθώς δεν φέρει δηλητήριο (άγλυφο) και τρέφεται κυρίως με βατράχους, φρύνους και ψάρια που συλλαμβάνει μέσα στο νερό. Μπορεί να καταπιεί ψάρι με μήκος μέχρι 15 πόντους. Να σημειώσω ότι, ενώ σχεδόν όλα τα φίδια καταπίνουν τα θηράματά τους αρχίζοντας από το κεφάλι, το νερόφιδο όταν πιάσει βάτραχο αρχίζει να τον καταπίνει από τα πόδια, κάτι που είναι πολύ πιο δύσκολο.

 

Δεν δαγκώνει

 

Εν αντιθέσει με τα άλλα φίδια όταν το πιάσει κάποιος δεν δαγκώνει καθόλου για να αμυνθεί, ούτε καν ανοίγει το στόμα του. Το νερόφιδο αμύνεται εναντίον των θηρευτών εκκρίνοντας ένα πολύ δύσοσμο υγρό από ειδικούς αδένες που διαθέτει στον πρωκτό. Ζευγαρώνει την άνοιξη και γεννά τέλος καλοκαιριού στην ξηρά κάτω από πέτρες και άλλα αντικείμενα μέχρι και 10 αβγά που εκκολάπτονται περίπου σε δύο μήνες. Τα αβγά εκκολάπτονται με τη θερμοκρασία και την υγρασία του περιβάλλοντος και τα μικρά μετά την εκκόλαψή τους είναι ικανά να αυτοσυντηρηθούν.

 

Το νερόφιδο αναφέρθηκε και έχει περιγραφεί από το 1758, τότε που ζούσε σε πολλές περιοχές του νησιού μας. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι πληθυσμοί του νερόφιδου άρχισαν να μειώνονται δραματικά λόγω της αποξήρανσής των ελών, της καταστροφής των φυσικών τους βιοτόπων, των αλόγιστων ψεκασμών των νερών με επικίνδυνα εντομοκτόνα όπως το DDT, η ανεξέλεγκτη οικιστική ανάπτυξη στις περιοχές όπου ζει και ο ανελέητος σκοτωμός γενικά όλων των φιδιών από τους ανθρώπους λόγω φόβου και άγνοιας (αυτό γίνεται ακόμα και σήμερα). Ο πληθυσμός τους συνέχισε να μειώνεται μέχρι που τον 19ο αιώνα είχε θεωρηθεί από τους ειδικούς ότι το είδος είχε εκλείψει για πάντα από την Κύπρο. Για σαράντα ολόκληρα χρόνια όλοι πίστευαν ότι το κυπριακό νερόφιδο είχε εξαφανιστεί για πάντα, μέχρι που το ανακάλυψε ξανά σε μερικές περιοχές ο Αυστριακός ερπετολόγος Hans-Jorg Wiedl, γνωστός στην Κύπρο και ως Snake George, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Πάφου. Ο Hans είναι ένας από τους συγγραφείς του βιβλίου «Αμφίβια και Ερπετά της Κύπρου» και έχει δουλέψει πολύ σκληρά για την προστασία και τη διάσωση του κυπριακού νερόφιδου. Επίσης ο Hans έχει καταρρίψει τον μύθο που υπήρχε στην Κύπρο ότι η φίνα γεννά ζωντανά φιδάκια αποδεικνύοντας ότι γεννά αβγά.

 

Σήμερα στην Κύπρο ο μεγαλύτερος πληθυσμός του νερόφιδου ζει στη Λίμνη Παραλιμνίου αλλά η ανεξέλεγκτη οικιστική ανάπτυξη στις όχθες της λίμνης, η απουσία προστασίας και διαχείρισης της περιοχής, τα τοξικά απόβλητα και τα σκουπίδια που πετιούνται στη λίμνη και η ανεξέλεγκτη πρόσβαση ακόμα και με τροχοφόρα, έχει οδηγήσει τον εύθραυστο πληθυσμό του νερόφιδου στα πρόθυρα της εξαφάνισης.

 

Για προστασία του νερόφιδου έχουν κατασκευαστεί κανάλια μέσα στη λίμνη Παραλιμνίου για διατήρηση νερού κατά τους ξηρούς καλοκαιρινούς μήνες για να βρίσκει καταφύγιο και τροφή το σπάνιο αυτό είδος. Η Κυπριακή Δημοκρατία, στο πλαίσιο εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής της και της κάλυψης των ευρωπαϊκών υποχρεώσεών της αναφορικά με τη διατήρηση και διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος, ανέθεσε τον Σεπτέμβριο του 2010 την εκπόνηση του Σχεδίου Διαχείρισης της περιοχής «Λίμνη Παραλιμνίου – CY3000008», στο Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ). Το Σχέδιο Διαχείρισης της περιοχής «Λίμνη Παραλιμνίου – CY3000008» εκπονήθηκε στο πλαίσιο του έργου «Παροχή υπηρεσιών για την ετοιμασία Διαχειριστικού Σχεδίου για την περιοχή Λίμνη Παραλιμνίου», το οποίο χρηματοδοτήθηκε από εθνικούς πόρους με αναθέτουσα αρχή το Τμήμα Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κύπρου. Η περιοχή Λίμνη Παραλιμνίου είναι Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) και Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) της πτηνοπανίδας, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικολογικό ενδιαφέρον. Από το σκεπτικό και τη φιλοσοφία κήρυξης της περιοχής ως προστατευόμενης και την αξιολόγηση των γνωρισμάτων και των αξιών της, προκύπτουν οι ακόλουθοι σκοποί διαχείρισης της περιοχής: η προστασία της βιολογικής ποικιλότητας της περιοχής «Λίμνη Παραλιμνίου – CY3000008» και η διατήρηση του υγροτοπικού χαρακτήρα της.

 

Δύο από τους ειδικούς σκοπούς ήταν η διατήρηση του πληθυσμού του κυπριακού νερόφιδου Νatrix natrix cypriaca στα επίπεδα του 2000 με απώτερο στόχο την αύξηση κατά 50% του πληθυσμού στην επόμενη δεκαετία και τη διατήρηση ή και αύξηση των πληθυσμών των αμφιβίων που αποτελούν βασική τροφική πηγή του κυπριακού νερόφιδου Natrix natrix cypriaca. Παρ’ όλα αυτά δυστυχώς τα αίσχη στη Λίμνη Παραλιμνίου συνεχίζονται με την παντελή αδιαφορία των αρμοδίων αρχών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε το 2012 την Κύπρο για μη επαρκή προστασία της Λίμνης Παραλιμνίου και του κυπριακού νερόφιδου. Αλλά πού σου νεύκω, πού πάεις, τα πράγματα όσο πάνε γίνονται και χειρότερα με την απίστευτη αδιαφορία τον αρμοδίων αρχών. Σχετικό άρθρο μου για τη Λίμνη Παραλιμνίου εδώ.

 

Πριν μερικά χρόνια ένας ικανοποιητικός αριθμός νερόφιδων υπήρχε στο φράγμα του Ξυλιάτου όμως λόγω ανθρωπίνων παραγόντων έχουν πια εκλείψει. Συγκεκριμένα είχαν τοποθετηθεί στο φράγμα αρπακτικά ψάρια όπως λαβράκια και πέστροφες που έτρωγαν όλα τα νεογέννητα νερόφιδα που κολυμπούσαν στο φράγμα, η έκδοση αδειών ψαρέματος (κακώς) στο συγκεκριμένο φράγμα και η μη ενημέρωση των ψαράδων για αυτό το προστατευόμενο είδος. Έχω δει αρκετές φορές νερόφιδα να κολυμπούν κοντά σε ψαράδες και αυτοί από φόβο, άγνοια ακόμα και για διασκέδαση να τα χτυπούν με τα καλάμια τους και να τα σκοτώνουν. Πρέπει επειγόντως να μεταφερθεί στο φράγμα αυτό που αποτελούσε φυσικό βιότοπο του είδους ένας μητρικός πληθυσμός νερόφιδων, να απαγορευτεί παντελώς το ψάρεμα και να περιφραχθεί το φράγμα. Επίσης, να καθαριστεί από τα σκουπίδια και τους τόνους μπάζων και να περιφραχθεί η Λίμνη Παραλιμνίου και να επιβάλλονται αυστηρά πρόστιμα σε αυτόν που παραβιάζει αυτούς τους προστατευόμενους χώρους, μόνο έτσι θα μπορέσουμε να σώσουμε αυτό το σπάνιο και μοναδικό είδος της Κύπρου. Και έχουμε υποχρέωση να το κάνουμε. Φυσικά στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Με το να δημιουργούν νόμους και να τους γράφουν στα χαρτιά δεν γίνεται τίποτε, χρειάζονται έργα εδώ και τώρα.

 

Σοβαρή απειλή για τα νερόφιδα

 

Εκτός από τον ανθρώπινο παράγοντα φυσικοί εχθροί των νερόφιδων στην Κύπρο είναι η παρατεταμένη ανομβρία με συνέπεια την έλλειψη τροφής, οι αλεπούδες, οι γάτοι, τα αρπαχτικά πουλιά, κυρίως οι μεγαλόσωμοι ερωδιοί, και ορισμένα άλλα είδη φιδιών. Σοβαρή απειλή για τα νερόφιδα αποτελεί η αμερικανική κόκκινη καραβίδα του γλυκού νερού Procambarus clarkii – Fresh water cray fish που λανθασμένα εισήχθη στην Κύπρο τη δεκαετία του ’80 από το Τμήμα Αλιείας για εμπλουτισμό των φραγμάτων μας για σκοπούς αλιείας. Το είδος αυτό, αν και αποτελεί σημαντική τροφή για πολλά υδρόβια πουλιά, αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τα τρία αμφίβια (2 βατράχους, 1 φρύνο) που έχουμε στην Κύπρο, που με τη σειρά τους αποτελούν την κύρια τροφή των νερόφιδων. Οι καραβίδες τρέφονται με τα αβγά και τους γυρίνους των βατράχων, ήδη ο πληθυσμός και των τριών ειδών αμφιβίων που υπάρχουν στις λίμνες και τα φράγματα έχει μειωθεί δραματικά ώστε στις περιοχές που ζουν τα νερόφιδα να υπάρχει έλλειψη τροφής, και το πρόβλημα αυτό της δραματικής μείωσης των αμφιβίων υπάρχει παντού καθώς το είδος αυτό βρίσκεται σχεδόν σε όλα τα υδάτινα οικοσυστήματα του τόπου μας.

 

Το κυπριακό νερόφιδο είναι είδος προτεραιότητας και (υποτίθεται) προστατεύεται με αυστηρή προστασία από Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43/ΕΚ και αυστηρή προστασία από τον Κυπριακό Νόμο 153(Ι)2003. Το νερόφιδο βρίσκεται και στην κόκκινη λίστα της IUCN που συμπεριλαμβάνει όλα τα είδη που κινδυνεύουν με αφανισμό.

 

Κυπριακό Ίδρυμα Προστασίας του Περιβάλλοντος

Το Κυπριακό Ίδρυμα Προστασίας του Περιβάλλοντος (Terra Cypria), στη βάση και αποτελέσματος έρευνας που έγινε το Φθινόπωρο του 2020, πρώτη φορά εντοπίστηκε το νερόφιδο στην κοιλάδα απορροής των ποταμών Πεδιαίου και Γιαλιά, ενώ επιβεβαιώθηκε η παρουσία του σε ήδη γνωστές περιοχές στην κοιλάδα του ποταμού Σερράχη.

 

Όπως αναφέρεται, η έρευνα, με κύριο ερευνητή τον Δρ Σάββα Ζώτο, παρουσιάζει πολύ σημαντικά νέα στοιχεία, ανατρέποντας τα όσα γνωρίζαμε τα τελευταία 25 χρόνια για την εξάπλωση του είδους και παραθέτει σειρά μέτρων για βελτίωση της προστασίας του.

 

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το κυπριακό νερόφιδο (Natrix natrix cypriaca), είναι ενδημικό υποείδος φιδιού της Κύπρου (βρίσκεται μόνο στην Κύπρο και πουθενά αλλού στον κόσμο) και ως εκ τούτου είναι εξαιρετικά απειλούμενο και αυστηρώς προστατευόμενο είδος. Μπορεί να φτάσει μέχρι το ένα μέτρο σε μήκος και απαντάται με τρεις ξεχωριστούς χρωματισμούς. Δεν έχει δηλητήριο και όταν αμύνεται εκκρίνει ένα δύσοσμο υγρό από τους αδένες του. Η διαβίωση του εξαρτάται άμεσα και έμμεσα από το νερό για αυτό και το βρίσκουμε σε περιοχές όπως λίμνες, φράγματα και ποτάμια. Τρέφεται με βατράχια, γυρίνους και μικρά ψάρια.

 

Οι μέχρι σήμερα γνωστές περιοχές κατανομής του ήταν η λίμνη Παραλιμνίου, στο νοτιοανατολικό άκρο του νησιού, και ρυάκια με μόνιμη παρουσία νερού στις κοιλάδες του ποταμού Μαρούλλενας και του ποταμού Περιστερώνας που βρίσκονται εντός της λεκάνης απορροής του Σερράχη. Όμως, αναφορές συνεργατών του Terra Cypria για θεάσεις του είδους εκτός των γνωστών περιοχών εξάπλωσης του, αλλά και η διαχρονική ανάγκη επικαιροποίησης των δεδομένων για τον πληθυσμό και την εξάπλωση του είδους, ήταν η αφορμή για διεξαγωγή της εν λόγω έρευνας.

 

Μεταξύ των πιο σημαντικών ευρημάτων της έρευνας αποτελεί το γεγονός πως άτομα του είδους βρέθηκαν έως και οκτώ χιλιόμετρα αντίθετα της ροής του ποταμού των γνωστών πληθυσμών στον ποταμό Σερράχη. Επτά από τα σημεία εντοπισμού βρίσκονταν στις παρακείμενες λεκάνες απορροής των ποταμών Πεδιαίου και Γιαλιά έως και 10 χιλιόμετρα μακριά από τον πιο κοντινό γνωστό πληθυσμό. Αυτή είναι η πρώτη φορά που εντοπίζονται και δημοσιεύονται τοποθεσίες του είδους έξω από τη λεκάνη απορροής του ποταμού Σερράχη.

 

Επιπρόσθετα, τρία νεαρά άτομα του είδους βρέθηκαν εντός των ορίων της προστατευόμενης περιοχής Natura 2000 του Δάσους Μαχαιρά από όπου πηγάζουν οι ποταμοί Πεδιαίος και Γιαλιάς. Τα σημεία στο Δάσος Μαχαιρά στα οποία βρέθηκε το είδος παρέχουν πολύ καλές περιβαλλοντικές συνθήκες για τη διαβίωση του όπως φυσικές πηγές, μόνιμα μικρά λιμνία με καλό πληθυσμό αμφιβίων και άφθονα καταφύγια, καταδεικνύοντας ότι το νερόφιδο είναι πολύ πιθανόν να αναπαράγεται στην περιοχή.

 

Στις εισηγήσεις της έρευνας και της δημοσίευσης συμπεριλαμβάνονται η διεξαγωγή στοχευμένων δράσεων διατήρησης και προστασίας του είδους αλλά και η επέκταση της έρευνας σχετικά με την κατανομή του είδους σε όλα τα μόνιμα και εφήμερα ρέματα στην οροσειρά του Τροόδους. Παράλληλα προτείνεται η επέκταση των ορίων στις περιοχές Natura 2000 του ποταμού Μαρούλλενας και του Δάσους Μαχαιρά για συμπερίληψη και καλύτερη διαχείριση των νέων πληθυσμών.

 

Τα νέα στοιχεία που παρουσιάζονται υποδηλώνουν την άμεση ανάγκη διεξαγωγής πρόσθετης έρευνας για τη λήψη πληροφοριών σχετικά με τη διατροφική διαθεσιμότητα, το μέγεθος του πληθυσμού, την ηλικιακή δομή, την αναπαραγωγική ικανότητα καθώς και άλλων παραμέτρων που απαιτούνται για τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εικόνας της βιωσιμότητας των νέων πληθυσμών.

 

H έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Τμήμα Περιβάλλοντος, Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος βάσει σύμβασης (DE 42/2020) και είναι αποτέλεσμα του έργου ReTrack (POST-DOC/0916/0034) «Διαχείριση περιοχών μικρής κλίμακας μέσω καινοτόμων μεθόδων παρακολούθησης κίνησης και αποκρυπτογράφησης συμπεριφοράς ερπετών» που συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image