Επισκοπή Λεμεσού

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 14 χμ. δυτικά της πόλης της Λεμεσού. Το μεγαλύτερο μέρος της διοικητικής έκτασης του χωριού, στα νότια και στα δυτικά, περιλαμβάνεται στο έδαφος της βρετανικής στρατιωτικής βάσης Ακρωτηρίου - Επισκοπής.

 

Η Επισκοπή είναι κτισμένη κοντά στη δυτική όχθη του ποταμού Κούρη, σε μέσο υψόμετρο 60 μέτρων. Το ανάγλυφο είναι γενικά ήπιο με μικρές μορφολογικές διακυμάνσεις. Ωστόσο στα δυτικά του οικισμού το τοπίο είναι πιο ανώμαλο, με λοφώδεις εκτάσεις όπως είναι ο λόφος Ατ Μεϊτάν (123 μ). Ιδιαίτερα απότομο είναι το ανάγλυφο στην παραθαλάσσια περιοχή από τον λόφο του αρχαίου Κουρίου μέχρι τα σύνορα μεταξύ των χωριών Επισκοπή και Σωτήρα, στα δυτικά, όπου υπάρχουν και γκρεμοί.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στα βορειοδυτικά και δυτικά του χωριού απαντώνται οι μάργες, οι κρητίδες και οι μαργαϊκές κρητίδες, ενώ στην υπόλοιπη διοικητική του έκταση κυριαρχούν οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις (άμμοι, χαλίκια και πηλοί). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν εδάφη προσχωσιγενή, ασβεστούχα και ξερορεντζίνες. Τα χοντρόκοκκα ιζήματα που εναπέθεσε στην περιοχή το ποτάμιο σύστημα του ποταμού Κούρη δημιούργησαν υδροφόρο στρώμα που είναι γνωστό σαν το υδροφόρο στρώμα Ακρωτηρίου - Κούρη. Το στρώμα αυτό, που είναι το τρίτο σε σπουδαιότητα υδροφόρο στρώμα της Κύπρου, επηρεάζει την περιοχή στα νότια και νοτιοδυτικά της Επισκοπής. Έχουν ανορυχθεί αρκετές διατρήσεις που, μαζί με την αξιοποίηση των νερών του Κούρη, συνέβαλαν στην επέκταση των αρδευόμενων καλλιεργειών στο χωριό.

 

Η βροχόπτωση στην περιοχή κυμαίνεται γύρω στα 460 χιλιοστόμετρα. Οι κύριες καλλιέργειες είναι τα αμπέλια (τόσο οινοποιήσιμες όσο και επιτραπέζιες ποικιλίες), τα εσπεριδοειδή (κυρίως λεμόνια και γκρέιπφρουτ), τα λαχανικά (πατάτες, φασόλια, καρότα και παντζάρια), τα όσπρια, τα κτηνοτροφικά φυτά και τα σιτηρά. Καλλιεργούνται ακόμη και λίγες ελιές, αμυγδαλιές και μπανάνες. Η κτηνοτροφία του χωριού είναι ανεπτυγμένη και περιλαμβάνει σύγχρονες κτηνοτροφικές μονάδες. Η ανόρυξη διατρήσεων στην περιοχή του χωριού και η χρησιμοποίηση του νερού του ποταμού Κούρη συνέβαλε στην άρδευση μεγάλης έκτασης γης. Στις αρδευόμενες εκτάσεις καλλιεργούνται κυρίως τα λαχανικά, τα εσπεριδοειδή, τα όσπρια, τα αμπέλια επιτραπέζιων ποικιλιών, τα νομευτικά φυτά καθώς και λίγες ελιές και μεσπιλιές. Η Επισκοπή είναι το κυριότερο λαχανοπαραγωγικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού. Στην περιοχή της καλλιεργείται μια μεγάλη ποικιλία λαχανικών.

 

Στη διοικητική έκταση της Επισκοπής εμπίπτει και μέρος του γειτονικού ομώνυμου δάσους.

 

Στο πλαίσιο της δεύτερης φάσης του μεγάλου αρδευτικού έργου του Νοτίου Αγωγού, επιτεύχθηκε η άρδευση και άλλης, αρκετά μεγάλης εκτάσεως, στα νότια του χωριού.

 

Η βιομηχανία ωστόσο περιορίζεται σε διάφορες μικρές δραστηριότητες, όπως η ραφή γυναικείων ενδυμάτων, η ξυλουργική και η υποδηματοποιία.

 

Το χωριό εξυπηρετείται με ικανοποιητικό οδικό δίκτυο. Βρίσκεται πάνω στην κύρια οδική αρτηρία Λεμεσού - Πάφου, πράγμα που συνέβαλε σημαντικά στην όλη ανάπτυξη του. Στα ανατολικά η Επισκοπή συνδέεται με τη Λεμεσό μέσω Ύψωνα, στα δυτικά με το Πισσούρι και την Πάφο, στα βόρεια με το χωριό Καντού (απέχει περί τα 3 χμ.) και στα νοτιοανατολικά με το Ακρωτήρι (περί τα 12 χμ.) και τη Λεμεσό.

 

Η μικρή απόσταση του χωριού από την πόλη της Λεμεσού, αλλά και οι ευκαιρίες απασχόλησης στην περιοχή του, ιδιαίτερα κατά με την οικοδόμηση και λειτουργία των βρετανικών βάσεων και με την τουριστική αξιοποίηση των σημαντικών αρχαιολογικών χώρων της περιοχής, είναι στοιχεία που συνέβαλαν στην ανάπτυξή του.

 

Πληθυσμιακά, οι Τούρκοι κάτοικοι του χωριού υπερτερούσαν των Ελλήνων μέχρι και το 1974. Μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου, οι Τούρκοι κάτοικοι της Επισκοπής εγκατέλειψαν το χωριό τους και μεταφέρθηκαν τον Ιανουάριο του 1975 στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Αργότερα, στο χωριό εγκαταστάθηκαν Έλληνες πρόσφυγες. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 830
1891 766
1901 892
1911 936
1921 1.052
1931 1.000
1946 1.236
1960 1.987 (1.144 Τούρκοι και 843 Έλληνες)
1973 2.440
1976 2.392
1982 2.539
1992 2.783
2001 3.076

 

Ο αριθμός των Τούρκων κατοίκων του χωριού αυξήθηκε ιδιαίτερα μετά το 1964, οπότε εξαιτίας των διακοινοτικών ταραχών που ακολούθησαν την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων, αρκετοί απ' αυτούς που ήσαν μικρές μειονότητες σε άλλα χωριά της επαρχίας, μετακινήθηκαν στην Επισκοπή, όπως και σε άλλα χωριά, στο πλαίσιο των οδηγιών της Άγκυρας για δημιουργία στο νησί ισχυρών τουρκικών γκέτο.

 

Μετά τη φυγή των Τουρκοκυπρίων και τη μεταφορά τους στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, στην Επισκοπή εγκαταστάθηκαν Έλληνες Κύπριοι πρόσφυγες. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν στο χωριό προσφυγικοί συνοικισμοί αυτοστέγασης.

 

Κοντά στο χωριό, και μέσα στη διοικητική του έκταση, υπάρχουν σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι που αποδεικνύουν ότι η περιοχή ήταν όχι μόνο κατοικημένη αλλά και αξιόλογη από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι και την εποχή της Φραγκοκρατίας. Για τους αρχαιολογικούς αυτούς χώρους, στις τοποθεσίες Φανερωμένη, Παμπούλα, Καλορίζικη, Άγιος Ερμογένης και Σεράγια, βλέπε χωριστό λήμμα Επισκοπή, αρχαιολογικοί χώροι. Εκτός από τους χώρους αυτούς, δίπλα στην Επισκοπή βρίσκονται τα αρχαία ερείπια του Κουρίου. Εξάλλου το αρχαιολογικό μουσείο του Κουρίου βρίσκεται στην Επισκοπή και είναι αρκετά πλούσιο σε εκθέματα που βρέθηκαν στην περιοχή του χωριού.

 

Στα τέλη του 1990 ολοκληρώθηκε η ανασκαφή ενός μεγάλου βασιλικού κτιστού τάφου στην τοποθεσία Άγιος Ερμογένης.

Διαβάστε λήμμα Κούριον

Εξάλλου συνεχίστηκαν και οι ανασκαφικές εργασίες στα ερείπια του μεσαιωνικού ζαχαρόμυλου, στην τοποθεσία Σεράγια, στο χωριό Επισκοπή. Το 1988 αποκαλύφθηκε η αίθουσα όπου γινόταν η σύνθλιψη του ζαχαροκάλαμου, ενώ το 1990 αποκαλύφθηκε στα δυτικά της και μια αποθήκη με πλακόστρωτο πάτωμα. Ήλθαν επίσης στο φως κατάλοιπα ενός δεύτερου μύλου καθώς και άλλα τμήματα των μεσαιωνικών εγκαταστάσεων.

 

Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα φανερώνουν ότι κατά την Αρχαιότητα η Επισκοπή συνδεόταν με την πόλη του Κουρίου. Κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες η Επισκοπή διαδέχθηκε το Κούριον σαν κέντρο της περιοχής και έδρα επισκόπων. Σύμφωνα μάλιστα προς την παραδεδεγμένη άποψη, το χωριό οφείλει την ονομασία του ακριβώς στο γεγονός ότι ήταν έδρα επισκόπων. Η έδρα καταργήθηκε κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας (μετά το 1222 και μέχρι το 1260), όταν οι Ορθόδοξες επισκοπικές έδρες του νησιού μειώθηκαν από 14 σε 4.

 

Η κύρια εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στην αγία Παρασκευή (κατά τον Τζέφρυ στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο), ανοικοδομήθηκε κατά τη δεκαετία του 1930. Υπάρχει επίσης παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία με ίχνη τοιχογραφιών και εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με βυζαντινό σταυρό. Άλλο μικρό παρεκκλήσι, αφιερωμένο στον άγιο Αντώνιο, είναι σχεδόν ερειπωμένο. Το τζαμί του χωριού ήταν άλλοτε χριστιανική εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο. Κοντά στο χωριό βρίσκονται τα ερείπια μεσαιωνικής εκκλησίας της Παναγίας Χρυσαναγιώτισσας. Στην ανατολική βάση του βράχου του Κουρίου, βρίσκεται άλλη μια εκκλησία, αφιερωμένη στον άγιο Ερμογένη που θεωρείται θαυματουργός και θεραπεύει κυρίως τον πυρετό και τα κρυολογήματα. Η τοπική παράδοση ισχυρίζεται ότι εδώ βρίσκεται και ο τάφος του αγίου Ερμογένη. Ο Τζέφρυ μνημονεύει και την ερειπωμένη εκκλησία της αγίας Θέκλας.

 

Ο ντε Μας Λατρί δίνει την πληροφορία ότι τον 13ο αιώνα η Επισκοπή ανήκε στην ευγενή οικογένεια του Ιωάννη ντ' Ιμπελέν (Jean d' Ibelin), κόμητα της Γιάφφα. Τον 14ο και τον 15ο αιώνα το χωριό ήταν γνωστό ως La Piscopia dei Cornari (H Επισκοπή των Κορνάρο) και ανήκε στην οικογένεια των Κορνάρο. Κατά την περίοδο αυτή, σημαντικό προϊόν του χωριού ήταν το ζαχαροκάλαμο που εκαλλιεργείτο εκτεταμένα. Στην τοποθεσία Σεράγια, τα μεσαιωνικά ερείπια ανήκουν στο παλάτι της οικογένειας Κορνάρο.

 

Ο ιστορικός του 16ου αιώνα Φλώριος Βουστρώνιος ονομάζει την Επισκοπή φέουδο μέσα από του οποίου την έκταση έρρεε ο ποταμός Κούρης. Συνεπώς το φέουδο εκτεινόταν προς τα ανατολικά και πέραν της αριστερής όχθης του ποταμού, περιλαμβάνοντας και κάποια από την έκταση του χωριού Ερήμη (που ανήκε τότε στους Ναϊτες πρώτα και μετά στους Ιωαννίτες ιππότες), αφού ο Κούρης διερχόταν μέσα από το φέουδο.

           

Επίσης ο Φλώριος δίνει την πληροφορία ότι κατά το έτος 1302 το φέουδο της Επισκοπής ανήκε στον ευγενή Γκυ ντ΄ Ιμπελέν, κόμητα της Γιάφφα. Συνάγεται λοιπόν ότι το σημαντικό αυτό φέουδο ανήκε πρώτα στην οικογένεια των ντ΄ Ιμπελέν (Ιβελίνων) και αρκετά αργότερα περιήλθε στην κατοχή μελών της οικογένειας Κορνάρο. Συγκεκριμένα, ο Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει επιδρομή πειρατών στο φέουδο κατά το 1302:

           

...Δύο γαλέρες και μία φούστα των πειρατών έφθασαν από τη Μαλβασία και τη Ρόδο και αποβίβασαν[άντρες]κοντά στη Λεμεσό και διενήργησαν επιδρομή στο χωριό Επισκοπή του κυρίου Γκυ ντ΄ Ιμπελέν, κόμητα της Γιάφφα. Ο κόμης ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, άρρωστος, αλλά τον πήραν αιχμάλωτο αυτόν και τη σύζυγό του, τη λαίδη Μαρία ντ΄ Ιμπελέν, αδελφή τουΒαλιάν, πρίγκιπα της Γαλιλαίας και λόρδου της Τιβεριάδος, καθώς επίσης [αιχμαλώτισαν] την θυγατέρα του και τον πρωτότοκο γιό του Φίλιππο. Λεηλάτησαν την κατοικία και έκλεψαν πολλά πολύτιμα αντικείμενα και σκότωσαν ένα υπηρέτη. Ο Φίλιππος ντ΄ Ιμπελέν, ο κοντόσταυλος, που βρισκόταν στην κατοικία ως επισκέπτης, διέφυγε από έναν εξώστη μαζί με την αδελφή του κόμητα, τη λαίδη Μαργαρίτα, και τους δύο νεώτερους γιούς της. Οι αιχμάλωτοι εξαγοράστηκαν με το ποσόν των 45.000 αργυρών νομισμάτων και με μεσολαβητή τον αδελφό Ιάκωβο ντε Μολάν, μάγιστρο των Ναϊτών, ο οποίος και έκανε τις διαπραγματεύσεις με τους πειρατές... (Α. Παυλίδης – Α. Ερκολάνι, «Ιστορία Φλωρίου Βουστρωνίου», Φιλόκυπρος, 1998, παρ. 242).

           

Η επιδρομή των πειρατών το 1302 κατά της Επισκοπής φαίνεται να υπήρξε εύκολη επιχείρηση, πράγμα που φανερώνει ότι τότε το φέουδο δεν ήταν ακόμη καλά οχυρωμένο. Διότι ένα και πλέον αιώνα αργότερα, το φέουδο παρουσιάζεται να ήταν τόσο ισχυρό, ώστε ο στρατός εισβολής των Αιγυπτίων κατά το 1426 απέφυγε να το κτυπήσει, όπως δεν κτύπησε ούτε το γειτονικό Κολόσσι, αλλά βάδισαν κατά της Λεμεσού την οποία εύκολα κατέλαβαν. Όσο για την κατοικία του φεουδάρχη στο φέουδο της Επισκοπής, ταξιδιώτες της εποχής κάνουν λόγο για εντυπωσιακό πύργο που ήταν ορατός από τα καράβια που παρέπλεαν την περιοχή.

 

 

Το 1458 επεσκέφθη την Επισκοπή ο conte Gabriele Capodilista από την Πάδουα της Ιταλίας και σε σημειώσεις του που αξιοποιήθηκαν αργότερα, δίνει πληροφορίες πολύ ενδιαφέρουσες:

...Την 23.00 ώρα έφθασαν στο χωριό που ονομάζεται Επισκοπία, πολύ πλούσια σε ζαχαροκάλαμο, που ανήκει, νομίζω, σε κάποιους Βενετούς άρχοντες του οίκου των Κορνάρο. Στο χωριό αυτό πληροφορήθηκαν ότι η βασίλισσα της Κύπρου [Ελένη Παλαιολογίνα] είχε πεθάνει... Έμειναν λίγες μέρες στο χωριό όπου είδαν πολύ ωραίους κήπους με πορτοκαλιές, λεμονιές, χαρουπιές και κάποια άλλα δέντρα που λέγονται μπανάνες και που παράγουν καρπούς που μοιάζουν με μικρά αγγούρια. Όταν ωριμάσουν κιτρινίζουν και είναι πολύ γλυκοί και μυρωδάτοι. Είδαν και πολλά χωράφια με ζαχαροκάλαμο. Οι κήποι ποτίζονται με τρεχούμενο νερό και σ' αυτούς αφθονούν βολβοί και σκιλλοκρεμμύδες...

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός γράφει στην Ιστορία του (1788) ότι το χωριό υπήρξε κατά την Αρχαιότητα πολιτεία γνωστή με την ονομασία Κουρία και δίνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

...Εἰς τόν καιρόν τῶν Λουζινιανῶν βασιλέων καί Ἐνετῶν εἶχε περισσότερον ἀπό χίλια ὀσπήτια, εὐτυχεῖ τότε εἰς βαμπάκια καί περιβόλια, διά τά νερά τά πλούσια, ὃπου ἐφέροντο μακρόθεν ἀπό τόν ποταμόν Λύκον [Κούρη] δι' αὒλακος βαθέως, τήν σήμερον ἀγκαλά καί πολλά ὑστερημένη ἀπό κατοίκους καί αὐτούς περισσότερον Ὀθωμανούς, πλήν δέν ἀπολείπει νά ἀποδίδῃ μίαν ἀρκετήν ποσότητα μετάξης κάθε χρόνον ἀπό τήν ἐξαίρετον καί ὀλίγα βαμπάκια καί ἂλλα τῶν φαγωσίμων. Προβάλλει ἀρκετήν ποσότητα ρίζης λεγομένης ριζάρι, διά τῆς ὁποίας βάφουσιν εἰς κόκκινον μάλλινα, βαμπακερά καί μεταξωτά ὑφάσματα: ρίζα ἡ  ὁποία καλλιεργεῖται καί γίνεται εἰς πολλά παραθαλάσσια τῆς νήσου, τῆς ὁποιας τά χωράφια λέγονται λιβάδια. Εὑρίσκεται ἒτι ἓνα φρούριον, ἢτοι καστέλλιον, ἂξιον διά ἃρματα τῆς χειρός, τήν σήμερον ὃμως εἶναι ἀποθήκη βαμπακίων, καθώς εἰς τούς ἀπερασμένους αἰῶνας ἦτον ἀποθήκη τῆς ζαχάρεως, διά τῆς ὁποίας τήν κατασκευήν ἒτι μένει λείψανον τοῦ μύλου, ὁποῦ τήν ἂλεθαν, καί μερικαί καμάραι ἐκ πέτρας, ἐπάνω εἰς τάς ὁποίας εἲρχετο δι' αὒλακος τό ἀναγκαῖον νερόν, διά νά τόν γυρίζῃ εἰς χρῆσιν τῆς αὐτῆς...

 

Μερικοί νεότεροι μελετητές υπέθεσαν ότι το φρούριο που αναφέρει ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός είναι το κοντινό κάστρο του Κολοσσιού, στο οποίο γινόταν επίσης επεξεργασία ζαχαροκάλαμου. Είναι όμως σαφές ότι πρόκειται για το ερειπωμένο σήμερα παλάτι των Κορνάρο στην τοποθεσία Σεράγια, το οποίο θα πρέπει να ήταν, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, πραγματικό καστέλλιον, ἂξιον διά ἃρματα τῆς χειρός, δηλαδή ελαφρά οχυρωμένο έτσι που μπορούσε ν' αποκρούσει συνηθισμένες επιθέσεις, αλλά όχι κανονική πολιορκία. Αναφέρεται, εξάλλου, ότι το 1426 είχαν επιτεθεί στην Επισκοπή οι Μαμελούκοι και είχαν αποκρουστεί. Το 1494 αναφέρεται ότι στο χωριό (πιθανότατα στην καλλιέργεια και επεξεργασία του ζαχαροκάλαμου) απασχολούνταν 400 άτομα.

 

Ο Κυπριανός αφηγείται επίσης τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο βασιλιάς της Κύπρου Πέτρος Α' (1359-1369) έδωσε την Επισκοπή στην οικογένεια των Κορνάρο από την οποία προέρχεται και η τελευταία βασίλισσα της Κύπρου Αικατερίνη Κορνάρο:

Ἓνας Πέτρος Α', βασιλεύς τῷ ἒτει 1363, ἐλθών εἰς Βενετίαν καί κονεύσας εἰς τό παλάτιον ἑνός εὐγενοῦς Κορνάρου εἰς τόν Σάν Λουκάν, ἐπειδή ἐδανείσθη ὑπ' αὐτοῦ  Ἑξήκοντα χιλιάδας δουκᾶτα, χρυσᾶ, τοῦ ἐχάρισε τήν πολιτείαν αὐτήν μέ τούς πλησίον τόπους καί εἰς ἐνθύμησιν καί τάς σημαίας τοῦ βασιλείου του ἐσκαμμένας εἰς μάρμαρον, φαινόμενος καί μέχρι τῆς σήμερον, ἂνωθεν τῆς θύρας τοῦ παλατίου. Ὃθεν οἱ καταγόμενοι τούτου τοῦ Κορνάρου ἐπρόσθεσαν εἰς τό ἐπινόμιον αὐτῶν καί Πισκοπία. Αὐτήν ἒχει πατρίδα ἐκ πατρός Χριστοδούλου καί ὁ τήν Ἱστορίαν ταύτην συγγραψάμενος...

 

Δίνει, λοιπόν, την πληροφορία ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (που γεννήθηκε στο Κοιλάνι) ότι από την πλευρά του πατέρα του, καταγόταν από την Επισκοπή.

 

Ο Γερμανός αρχαιολόγος δρ. Λούτβιγκ Ρος που είχε περιοδεύσει την Κύπρο το 1845, γράφει ότι η Επισκοπή ήταν κάποτε «μεγάλος οικισμός», άρα πρέπει να είχε δει αρκετά ερειπωμένα οικοδομήματα. Ο ίδιος προσθέτει ότι το χωριό είχε τότε περίπου 50 ελληνικά σπίτια και κάπως περισσότερα τουρκικά. Δίνει επίσης την αξιοπρόσεκτη πληροφορία ότι όλα τα σπίτια του χωριού «ανήκουν στον μουφτή εφέντη της Λευκωσίας».

 

Ο Αθ. Σακελλάριος, που επεσκέφθη το χωριό στο β' μισό του 19ου αιώνα, γράφει ότι επί ημερών του το χωριό είχε 850 κατοίκους, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Μωαμεθανοί και πολλοί μάλιστα μαύροι.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Επισκοπή ήταν ένας από τους 17 καζάδες, σ' αυτήν δε είχε λειτουργήσει από τον 17ο αιώνα τουρκικό σχολείο. Τότε, μια πολύ μεγάλη έκταση του χωριού, με δικαιώματα και στο νερό, ανήκε στον Χατζή Ισμαήλ αγά Χατζή Ραματάν (γνωστό ως Ραματάν πασά). Το 1806 επεσκέφθη την Επισκοπή και ο Ισπανός περιηγητής Αλή Μπέη, ο οποίος και την χαρακτήρισε ως εξαιρετικό μέρος. Αντίθετα, ο Άγγλος Μπέικερ, που πέρασε από το χωριό το 1879, το χαρακτήρισε πολύ φτωχό.

 

Εκτός από το ζαχαροκάλαμο, άλλο σημαντικό προϊόν του χωριού, όπως αναφέρει και ο Κυπριανός, ήταν το ριζάρι που φαίνεται ότι αποτελούσε βασικό έσοδο για τους κατοίκους της Επισκοπής μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα (βλέπε χωριστά λήμματα ζαχαροκάλαμο και ριζάρι).

 

Αστυνομικός σταθμός ιδρύθηκε στην Επισκοπή από το 1905, ενώ το πρώτο γνωστό κυπριακό γραμματόσημο με ακύρωση από ταχυδρομική σφραγίδα, φέρει την ένδειξη «Επισκοπή». Ιατρικές υπηρεσίες (που κάλυπταν και τα γύρω χωριά) εγκαταστάθηκαν στην Επισκοπή τουλάχιστον από το 1926/7.

 

Φώτο Γκάλερι