Διατροφή

Στοιχεία διατροφής κατά τη βενετοκρατία

Image

Τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας στην Κύπρο καλύπτουν σχεδόν ένα αιώνα, από το 1489, δηλαδή από την αναχώρηση της βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο από το βασίλειό της και την παραχώρηση της εξουσίας στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, έως και την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς, η οποία ολοκληρώθηκε με την κατάληψη της Αμμοχώστου, το 1571.

Πλούσια είναι τα στοιχεία κατά την ίδια περίοδο, όχι μόνο σε δημοσιευμένο υλικό αλλά και σε ανέκδοτο χάρη στον πλούτο των ανέκδοτων πηγών, που διαθέτουν τα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας. Ιδιαίτεραπλούσιες είναι οι πηγές για τα σιτηρά της Κύπρου, τα οποία πολύ συχνά εξάγονταν από τη μεγαλόνησο, στη βενετική επικράτεια και, στην ίδια τη Βενετία, καθώς και το αλάτι βασικότατο προϊόν και ουσιαστική πηγή πλούτου για τη Δημοκρατία της Βενετίας. Μόνο για αυτά τα δύο προϊόντα, το αλάτι και τα σιτηρά, το υλικό και κυρίως το αρχειακό είναι τόσο πλούσιο, που θα μπορούσε να καλύψει αρκετούς ογκώδεις τόμους. Κατά την ίδια περίοδο σημαντικότερη είδηση, κατά την άποψή μας, είναι η μοναδική έως σήμερα παλαιότερη πηγή με αναφορά στο χαλλούμι, η οποία απαντά σε πηγή των ετών της βενετικής κυριαρχίας. Επίσης, την ίδια εποχή ανάγεται

και η παλαιότερη πηγή για το χοιρομέρι της Κύπρου, το οποίο συναντούμε με τη βενετική λέξη persuto, καθώς και το παστέλι της Κύπρου, το οποίο σε μια περίπτωση αναφέρεται ως παστελάκι, ενώ, άλλη πηγή αναφέρει ότι στην Κύπρο παρασκευάζονταν τρία είδη παστελιού. Επιπρόσθετα πρέπει να σημειώσουμε ότι και το παραδοσιακό έδεσμα της Κύπρου ο τραχανάς, απαντά σε δύο πηγές της βενετοκρατίας ,και, βέβαια, πρόκειται για τις παλαιότερες έως σήμερα. Η μία

ανάγεται στο έτος 1553 και άλλη στο έτος 1556. Επίσης, οι πρώτες αναφορές στην Κύπρο για τη γαλοπούλα απαντούν στα μέσα του 16ου αιώνα, και το γεγονός αυτό δηλώνει ότι είχε εισαχθεί στη μεγαλόνησο από τους Βενετούς.

 

Σιτηρά και αλάτι

Η οικονομία της Κύπρου τόσο κατά τη φραγκοκρατία όσο και κατά τη βενετοκρατία παρέμεινε στο σύνολό της αγροτική και τα προϊόντα της προορίζονταν για την εγχώρια κατανάλωση. Συνήθως εξάγονταν από την Κύπρο τα δύο βασικά προϊόντα της το αλάτι και τα σιτηρά, και, εδώ, υπήρξε πάντα η παρεμβατική πολιτική των Βενετών ιδίως σε ζητήματα παραγωγής και εμπορίας σιτηρών. Τα κυριώτερα προϊόντα και είδη διατροφής που παράγει την ίδια εποχή η γη της Κύπρου είναι το

κρασί, το μέλι, η ζάχαρη, το ελαιόλαδο, και τα δημητριακά, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη και κεχρί και φυσικά το αλάτι. Τα προϊόντα τα οποία είχαν τη δυνατότητα να εξαχθούν ήταν το αλάτι, το κρασί, η ζάχαρη και τα σιτηρά. Το αλάτι προερχόταν κυρίως από τις Αλυκές της Λάρνακας, αν και ποσότητες άλατος παράγονταν και στην Αλυκή της Λεμεσού, αλλά δεν ήταν της ίδιας ποιότητας, με αυτό της Αλυκής της Λάρνακας. Το αλάτι αποτελούσε κρατικό μονοπώλιο έτσι τόσο η παραγωγή όσο

και η διάθεσή του στο εσωτερικό, αλλά και η εξαγωγή του ρυθμίζονταν από το Δημόσιο. Το κρασί της Κύπρου ήταν φημισμένο και είχε περάσει γι’ αυτό το σκοπό και στα λογοτεχνικά έργα της εποχής. Η παραγωγή της ζάχαρης, κατά τη φραγκοκρατία άκμαζε, αλλά κατά τη βενετοκρατία άρχισε να υποχωρεί και ν’αναπτύσσεται στη θέση της η βαμβακοκαλλιέργεια. Όμως, και κατά τις δύο περιόδους τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα στην οικονομία της Κύπρου είχαν τα σιτηρά.

Σύμφωνα και με τις εκθέσεις των Βενετών αξιωματούχων με κριθάρι παρασκευαζόταν το ψωμί των χωρικών και με σιτάρι των άλλων τάξεων. Από την παραγωγή των σιτηρών εξαρτιόταν η διατροφή του πληθυσμού των πόλεων, η συντήρηση των στρατευμάτων και ο εφοδιασμός σε περίπτωση εχθρικών επιθέσεων, ή για αντιμετώπιση τυχόν σιτοδείας. Υπήρξε και έχει αποδειχθεί ότι η Κύπρος ως ένας απέραντος σιτοβολώνας, μπορούσε όχι μόνο να καλύψει τις ανάγκες της σε σιτηρά, αλλά να κάνει και εξαγωγές σε μεγάλες ποσότητες. Πολύ συχνά, όμως, οι εσοδείες καταστρέφονταν από κάποια φυσικά φαινόμενα, όπως ανομβρίες, ξηρασίες, παγετούς και από συχνές επιδρομές της ακρίδας.

Το αλάτι αποτελούσε κρατικό μονοπώλιο και το Δημόσιο το διέθετε στον κυπριακό πληθυσμό, με την υποχρεωτική καταβολή ενός αντιτίμου από τον κάθε δικαιούχο. Ο φόρος αυτός ίσχυε από τη φραγκοκρατία και επιβάρυνε τα αγροτικά στρώματα. Κατά τη βενετοκρατία όλοι οι άνδρες πάροικοι ή ελεύθεροι πάνω από 16 ετών, είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν ετησίως για το αλάτι ένα βυζάντιο κατά κεφαλή, ποσό υπέρογκο για τους φτωχούς χωρικούς. Από τον φόρο αυτό του άλατος μπορούσε κάποιος ν’ απαλλαγεί προσφέροντας κάποια αγγαρεία, ή έφιππη

στρατιωτική υπηρεσία, σε περίπτωση ανάγκης, ή ακόμη με χειρωνακτική εργασία, στα αλατοπηγεία της Λάρνακας.

Για την αντιμετώπιση της σιτοδείας οι Βενετοί επέβαλαν μία ετήσια εισφορά σιτηρών ( tansa), ώστε να υπάρχουν αποθέματα. Έτσι κάθε χρόνο οι φεουδάρχες και οι κτηματίες κατέθεταν ανάλογα μια ποσότητα σιτηρών ,στη δημόσια σιταποθήκη. Επίσης, οι Βενετοί επέβαλαν στους χωρικούς μία αγγαρεία, αυτήν της εξολόθρευσης της ακρίδας. Κάθε άνοιξη οι πάροικοι και οι ελεύθεροι χωρικοί μάζευαν μια ποσότητα αυγών της ακρίδας, και, τα παρέδιδαν στους υπαλλήλους του κράτους, για

να τα καταστρέψουν.

Όπως τεκμηριώνεται από δημοσιευμένα βενετικά έγγραφα, οι εκμισθωτές των χωριών και γαιών της Κύπρου, εκτός από τα ποσά που κατέβαλλαν σε χρήμα, κατέβαλλαν ανάλογα με τη συμφωνία που υπέγραφαν και ποσότητες σιταριού, κριθαριού και κρασιού. Το 1531, για παράδειγμα, ο Alvise Corner είχε εκμισθώσει το διαμέρισμα της Λεύκας, και, εκτός από το χρηματικό ποσό που θα κατέβαλλε ετησίως θα παραχωρούσε, επίσης, και 3.423 μόδια σιτάρι, 6.069 κριθάρι και 2.087

φορτώματα κρασί. Εκείνο που πραγματικά εντυπωσιάζει, στα βενετικά έγγραφα, είναι οι συχνές και σε μεγάλες ποσότητες αποστολές σιτηρών στη Βενετία, και, γενικά, σε όλη τη βενετική επικράτεα. Το 1532 οι Προνοητές επί των σιτηρών, έλαβαν εντολή να παρασκευάσουν γαλέτα για το στρατό, συνολικής αξίας 2.800 λιρών, χρησιμοποιώντας 4.000 στάρα, από τα σιτηρά της Κύπρου. Σύμφωνα,

άλλωστε, με την έκθεση του Βενετού Γενικού Προνοητή Bernardo Sagredo, του έτους 1565, το 85% περίπου της συνολικής παραγωγής σιτηρών της Κύπρου προοριζόταν, για κάλυψη των στρατιωτικών αναγκών της Βενετίας. Το 1537, κατόπιν εντολής της Γαληνοτάτης,είχε σταλεί σιτάρι, γαλέτα και κριθάρι, για τις ανάγκες της Κρήτης, του Ναυπλίου και του στόλου. Το έτος 1539 αποστέλλονται από την Κύπρο σιτηρά στο Ναύπλιο, το οποίο πολιορκείται από τους Οθωμανούς. Το ίδιο έτος, επίσης, είχαν αποσταλεί στη Ζάκυνθο, σύμφωνα πάντα με τις εντολές της

Γαληνοτάτης, 2.000 μόδια κριθάρι.

Κάποιες ειδήσεις σχετικά με τα σιτηρά και προερχόμενες από αρχειακό υλικό παρατίθενται παρακάτω, γιατί δίνουν μία εικόνα για το σημαντικό αυτό προϊόν διατροφής, στο οποίο προϊόν ουσιαστικά βασιζόταν και η οικονομία της Κύπρου. Πολύ συχνά, όταν η εσοδεία σιτηρών ήταν πλούσια γίνονταν εξαγωγές στη Βενετία, και, πολλές φορές, η πόλη των τεναγών απαλλάχτηκε από σιτοδείες, λόγω των σιτηρών της Κύπρου. Σε ανέκδοτη επιστολή της 20ης Απριλίου 1558 αναφέρεται ότι όλα τα σιτηρά, τα οποία προέρχονταν από την Κέρκυρα και την Κύπρο θα στέλλονταν στο μύλο για την παρασκευή παξιμαδιού (biscotto), για τις ανάγκες του

βενετικού στόλου. Σε άλλη επιστολή, ημερομηνίας 21ης Ιουνίου 1559, αναφέρεται ότι αποστέλλονταν από την Βενετία δύο νάβες, για να μεταφέρουν η κάθε μια δέκα χιλιάδες στάρα σιτηρά. Η παραγωγή σιτηρών κατά το έτος 1559, όπως τεκμηριώνεται από το εν λόγω έγγραφο, πρέπει να ήταν πολύ καλή. Στις αρχές του 1560, σε επιστολή τους οι βενετικές αρχές προς τη βενετική διοίκηση της Κύπρου, έδιναν εντολή να σταλούν στη Βενετία, όσο γινόταν περισσότερες ποσότητες σιτηρών. Επίσης, τους ζητούσαν να στείλουν στη Βενετία και όλη την παλαιά παραγωγή κριθαριού, αφού, σε λίγο χρονικό διάστημα θα είχαν τη νέα παραγωγή.

Μία άλλη εντολή, με ημερομηνία 10 Ιουνίου 1561, αφορούσε σε όλα τα πλοία που αγκυροβολούσαν στην Κύπρο. Τα πλοία αυτά ήταν υποχρεωμένα το ένα τρίτο από το φορτίο τους, να είναι σε σιτάρι, για να το μεταφέρουν στη Βενετία, είτε ήταν σιτάρι του Δημοσίου είτε ιδιωτών. Το 1565 όταν Γενικός Προνοητής και Σύνδικος ήταν ο Αντώνιος Bragadin, οι βενετικές αρχές του ζήτησαν να αποστείλει στη Βενετία μεγάλες ποσότητες σιτηρών, και, εδόθη εντολή στους ρέκτορες, να μην τον εμποδίσουν, γιατί το σιτάρι ήταν άριστης ποιότητας και θα εξαγόταν μόνο στη

Βενετία. Στις αρχές του 1567, επειδή οι βενετικές αρχές είχαν πληροφορηθεί ότι κάποιες παραλείψεις των αξιωματούχων, έγιναν αιτία να προκληθεί σιτοδεία, απαγόρευσαν κάθε εξαγωγή σιτηρών και σε περίπτωση ανυπακοής, σύμφωνα με απόφασή τους, θα έκαναν κατάσχεση του εμπόρευματος.

Στις αρχές του έτους 1567, επειδή είχε αυξηθεί η βαμβακοκαλλιέργεια εις βάρος της καλλιέργειας των σιτηρών, δόθηκε εντολή από τις βενετικές αρχές να σπείρουν σιτάρι και άλλα είδη δημητριακών, στα χωράφια που τότε ήταν φυτεμένα με βαμβάκι Η διαταγή αυτή αφορούσε τόσο στα ιδιωτικά κτήματα όσο και στα δημόσια. Κατά το τέλος του ιδίου έτους, επειδή στην Κύπρο είχε εξαπλωθεί η πείνα, λόγω της έλλειψης σιτηρών, η Γαληνοτάτη απέστειλε στους ρέκτορες οκτώ χιλιάδες στάρα κεχρί. Το επόμενο έτος, κατά το Μάιο μήνα, η εσοδεία μάλλον προβλεπόταν

καλή, γι’ αυτό οι βενετικές αρχές ενημέρωναν τους Βενετούς διοικητές της Κύπρου ότι, δεν θα έστελλαν τις ποσότητες σιτηρών, τις οποίες είχαν υποσχεθεί, γιατί σε λίγο θα υπήρχε η νέα συγκομιδή. Το 1569, σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δοθεί στις βενετικές αρχές ότι στην Κύπρο υπήρχε πληθώρα σιτηρών, από την εσοδεία του περασμένου έτους, και, ότι, η νέα προβλεπόταν πλούσια, δόθηκε εντολή να εξασφαλιστούν οι ποσότητες για τη διατροφή και για τη σπορά και όσοι επιθυμούν, εάν έχουν περισσεύματα σιτηρών, να τα εξαγάγουν για να πωληθούν στη Βενετία.

Την εποχή αυτή, με την απειλή των Οθωμανών στον ορίζοντα, επισπεύδονται οι προετοιμασίες, για αντιμετώπιση των εχθρών. Στις 7 Ιουλίου του έτους 1569, η Γαληνοτάτη ζητούσε να αποσταλούν από την Κύπρο, στη Βενετία, όσο το δυνατόν περισσότερα σιτηρά και τρεις χιλιάδες στάρα κριθάρι και τόνιζε τη ρητή απαγόρευση της εξαγωγής σιτηρών, σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, εκτός από τη Βενετία. Με διάταγμα της Δημοκρατίας, επίσης, της 15ης Ιουλίου 1569, επιτρεπόταν σε όλες τις

νάβες, που πήγαιναν στην Κύπρο για να μεταφέρουν εμπορεύματα, να μην είναι υποχρεωμένες να μεταφέρουν αλάτι, ώστε να γεμίσουν τα αμπάρια τους με σιτάρι και άλλα δημητριακά.

Τον Ιούλιο του 1570 οι Οθωμανοί αποβιβάστηκαν στις Αλυκές, και, προχώρησαν στην πολιορκία της Λευκωσίας, η οποία έπεσε στην εξουσία τους, μέσα σε σαράντα μέρες, στις 9 Σεπτεμβρίου. Η Αμμόχωστος ακόμη αντιστεκόταν και ηΔημοκρατία της Βενετίας προσπαθούσε να αποστείλει προμήθειες στους πολιορκημένους της Αμμοχώστου και στο βενετικό στόλο, που βρισκόταν στην

Κρήτη. Με εντολή της στις 14 Δεκεμβρίου 1570 στους υπευθύνους για τα σιτηρά (soppraproveditori alle biave) όριζε να αγοραστούν επτά χιλιάδες στάρα σιτάρι, για να αποσταλούν στην Κρήτη, για τις ανάγκες του στόλου, και, επτά στάρα όσπρια για να αποσταλούν στην Αμμόχωστο.