Διατροφή

Διατροφή των Κυπρίων την Εποχή του Χαλκού

Image

Παρά την ανακάλυψη και εκμετάλλευση του χαλκού η οικονομία της Κύπρου παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό γεωργοκτηνοτροφική. Η ανακάλυψη όμως του χαλκού και στη συνέχεια του ορείχαλκου ώθησε την κατασκευή πολλών γεωργικών και άλλων εργαλείων και έτσι εξυπηρέτησε σε μεγάλο βαθμό τη γεωργία. Επίσης, η αγροτική παραγωγή ενισχύθηκε ιδιαίτερα κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού από την εισαγωγή και αξιοποίηση των βοοειδών και των ιπποειδών στο νησί.

 

Η χρήση του βοδιού ως υποζυγίου βελτίωσε την εργασία του οργώματος και συνέβαλε στην εξοικονόμηση εργάσιμου χρόνου. Το πλεονέκτημα αυτό έδωσε τη δυνατότητα επέκτασης των καλλιεργειών και την αύξηση της συνολικής παραγωγής. Η χρήση ιπποειδών, κυρίως γαϊδουριών για τη μεταφορά φορτίων, έδωσε αρκετά μεγάλη ώθηση στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των οικισμών του νησιού.

 

 Ανάπτυξη της γεωργικής τεχνολογίας

 Το άροτρο αποτελεί τη σπουδαιότερη επινόηση των προϊστορικών χρόνων, αφού διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό τη γεωργία. Στην Κύπρο εισήχθηκε κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, όπως πληροφορούμαστε από το πήλινο ομοίωμα από τους Βούνους (χρονολογείται στο 1.900 π.Χ.). Στο πήλινο αυτό ομοίωμα παρουσιάζεται μία αγροτική σκηνή και συγκεκριμένα σε μια επίπεδη επιφάνεια που παραπέμπει σε πεδινή περιοχή, δύο ζεύγη βοδιών σέρνουν το άροτρο, ενώ πίσω από το κάθε άροτρο ακολουθεί ο γεωργός. Η εμφάνιση του άροτρου στο νησί συμπίπτει και με την εισαγωγή των βοδιών κατά τις απαρχές της Εποχής του Χαλκού, τα οποία χρησιμοποιούνταν στις γεωργικές εργασίες και ειδικότερα στην άροση.

 

Βλέπε έρευνα Βαρβάρας Γιάγκου: Διατροφή και Γευματικές συνήθειες στην Κύπρο από την Προϊστορία έως και σήμερα

 

Το παραδοσιακό κυπριακό ξύλινο άροτρο (άλετρο) με σιδερένιο υνί που χρησιμοποιήθηκε επί χιλιετίες πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, ενώ ακόμη στην Κύπρο ήταν σε χρήση μέχρι και πριν από λίγες δεκαετίες, ελάχιστα διαφέρει από το πρότυπο της Εποχής του Χαλκού. Συνεπώς οι τεχνικές καλλιέργειας που χρησιμοποιούσαν οι Κύπριοι μέχρι το πρόσφατο παρελθόν ήταν γνωστές και στους προϊστορικούς κατοίκους του νησιού.

 

 Αν και η γεωργία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό με την εισαγωγή καινούριων γεωργικών μέσων και εργαλείων, εντούτοις οι βασικές καλλιέργειες εξακολουθούν να είναι τα δημητριακά, σιτάρι και κριθάρι και τα όσπρια, κυρίως οι φακές. Η αγροτική οικονομία στηρίζεται στις καλλιέργειες αυτές, στα οπορωφόρα δέντρα, και κυρίως στα ελαιόδεντρα (Προκοπίου 2006, 68). Υπάρχουν επίσης και ενδείξεις σχετικά με την εισαγωγή της καλλιέργειας οπορωφόρων δέντρων την περίοδο αυτή και ειδικότερα της ελαιοκαλλιέργειας (~2000 π.Χ.) και της αμπελοκαλλιέργειας.

 

 Μάλιστα τα κύρια προϊόντα των δύο αυτών καλλιεργειών κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, λάδι και κρασί, θα αποτελέσουν την εποχή αυτή τα κυριότερα προϊόντα εξαγωγικού εμπορίου μαζί με το χαλκό. Ακόμη, την εποχή αυτή υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που μαρτυρούν την επεξεργασία των σταφυλιών με σκοπό την παραγωγή κρασιού. Οι ενδείξεις για την παραγωγή και κατανάλωση κρασιού στο σύγχρονο Αιγαίο, καθώς και η μακρά ιστορία παραγωγής κρασιού στην Ανατολική Μεσόγειο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανό κρασί να παραγόταν ήδη και στην Κύπρο.

Στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού χρονολογούνται ευρήματα στη θέση Πύργος-Μαυροράχη (2 χλμ ανατολικά της πόλης της αρχαίας Αμαθούντας), που σχετίζονται με την παραγωγή κρασιού αλλά και ελαιολάδου. Συγκεκριμένα,στο χώρο αυτό αποκαλύφθηκε σημαντικό κέντρο βιοτεχνικής δραστηριότητας, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το αρχαιότερο μέχρι σήμερα εργαστήριο επεξεργασίας χαλκοπυρίτη και κατασκευής εργαλείων, ενώ παράλληλα ή εργαστηριακή αυτή εγκατάσταση συνδυαζόταν και με άλλες βιοτεχνικές δραστηριότητες όπως η παραγωγή κρασιού και ελαιολάδου. Την εποχή αυτή πολύ σημαντική ήταν και η παραγωγή ελαιολάδου. Οι Κύπριοι επεξεργάζονταν τις ελιές με σκοπό την παραγωγή λαδιού. Από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, το λάδι εξαγόταν από την ελιά μέσα από μία διαδικασία τριών φάσεων: τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου, τη συμπίεση του ελαιοπολτού και το διαχωρισμό του ελαιόλαδου από τις υπόλοιπες ουσίες (Χατζησάββας χ.χ.). Η παραγωγή του ελαιολάδου την περίοδο αυτή ήταν τόσο μεγάλη και σύμφωνα με τον Χατζησάββα, ο οποίος μελέτησε διεξοδικά τις μεθόδους παραγωγής και τις χρήσεις του ελαιολάδου, το ελαιόλαδο υπήρξε εξίσου σημαντικό τόσο για την κυπριακή κοινωνία όσο και για την οικονομία, όσο και ο χαλκός (Hadjisavvas 1992, 233). Εκτός από τη χρήση του ελαιολάδου στη μαγειρική, χρησιμοποιόταν και ως καύσιμη ύλη για παραγωγή φωτισμού, ως καλλυντικό και ως ιερή προσφορά στις θεότητες (Hadjisavvas 1996, 129). Επίσης, το κυπριακό ελαιόλαδο αποτελούσε και εμπορικό προϊόν. Παρόλα αυτά, σε οικισμούς 20 παλαιότερους της Ύστερης Εποχής του Χαλκού δεν έχουν εντοπιστεί εγκαταστάσεις σχετικές με την παραγωγή λαδιού (Χατζησάββας χ.χ.). Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο, αφού το ελαιόλαδο μπορεί να παραχθεί εύκολα, με τη χρήση μιας πέτρινης λεκάνης μέσα την οποία έσπαζαν τις ελιές, ενώ με το βράσιμο του σπασμένου καρπού ή την απλή προσθήκη καυτού νερού, παραγόταν το λάδι. Η απλή αυτή μέθοδος φαίνεται να κάλυπτε τις ξεχωριστές ανάγκες του κάθε νοικοκυριού.

 

Βασικά είδη διατροφής

Αρκετοί νεοτερισμοί και αλλαγές στη διατροφή και στις διαιτητικές συνήθειες των προϊστορικών Κυπρίων προέκυψαν κατά την εποχή του Χαλκού: Τα φυτικά είδη που προαναφέρθηκαν συνεχίζουν να καταναλώνονται στην ίδια ποικιλία. Οι αλλαγές στη δίαιτά των κατοίκων της Εποχής του Χαλκού αφορούν κυρίως την κατανάλωση κρέατος. Την περίοδο αυτή οι Κύπριοι εκτός από τα είδη κρέατος που προαναφέρθηκαν, είχαν τη δυνατότητα να καταναλώνουν και βόειο κρέας. Τα βόδια εισήχθησαν στο νησί κατά τις απαρχές της χάλκινης εποχής, γύρω στο 2700 π.Χ, μαζί με άλλους εξελιγμένους τύπους εξημερωμένων κατσικιών. Συνεπώς, όλα τα βασικά είδη θηλαστικών εκτροφής που παρείχαν κρέας, δέρμα ή μαλλί, υπήρχαν στο νησί, ήδη από το τέλος της Εποχής του Χαλκού. Οι κάτοικοι της προϊστορικής Κύπρου εξασφάλιζαν και κρέας από κυνήγι. Κατά τη Νεολιθική και Χαλκολιθική περίοδο μάλιστα καταναλωνόταν συστηματικά κρέας από ελάφια, ενώ τη διατροφή συμπλήρωνε και κρέας από αγρινά και αγριόχοιρους. Την περίοδο αυτή ωστόσο, αλλάζει το προφίλ της κατανάλωσης ζωικών τροφίμων και ειδικότερα της κατανάλωσης των διαφόρων ειδών κρέατος. Έτσι, σύμφωνα με τα βιοαρχαιολογικά κατάλοιπα, υποδηλώνεται η βαθμιαία αντικατάσταση του χοίρου και του ελαφιού (Νεολιθική – Χαλκολιθική Εποχή) από το βόδι, κατά την Εποχή του Χαλκού. Τα ελάφια που αποτελούσαν την κύρια πηγή πρωτεΐνης κατά τα πρώιμα προϊστορικά χρόνια καθώς και μια από τις σημαντικές πρακτικές επιβίωσης, την Εποχή του Χαλκού φαίνεται να αποτελούσαν μόνο μια συμπληρωματική πηγή τροφής  ενώ στις μέρες μας έχουν εξαλειφθεί.

 

Σχετικά με τα εξημερωμένα είδη - τα αιγοπρόβατα, ο χοίρος και το βόδι - δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιο βαθμό το κρέας τους καταναλωνόταν και σε ποιο βαθμό αυτό αποτελούσε κύρια συνιστώσα στη δίαιτά τους. Βασιζόμενος στα οστά που βρέθηκαν στη θέση Kouklia (Κουκλιά)- 21 Evreti κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ο ερευνητής Halstead, υποστηρίζει ότι τα πρόβατα και τα βόδια εκτρέφονταν κυρίως για τα δευτερογενή προϊόντα τους (για το μαλλί τους και τη χρήση τους στις γεωργικές εργασίες), ενώ οι αίγες για το κρέας τους. Συνεπώς, η κατανάλωση κρέατος από βόδια και πρόβατα θα ήταν αυστηρά ελεγχόμενη. Μάλιστα, η συνεχιζόμενη συμβολική σημασία που κατείχε το βόδι στην κοινωνία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, υποδηλώνεται από τη τοτεμική χρήση του και τη δημόσια εμφάνιση βουκρανίων, συνήθως σε ναούς και οικισμούς της εποχής αυτής.

 

Με βάση το πιο πάνω συμπεραίνεται ότι οι Κύπριοι άρχισαν να προσδίδουν στο βόδι κάποια συμβολική αξία και λόγω αυτού πιθανό να περιόριζαν την κατανάλωση του. Σχετικά με την κατανάλωση πτηνών, οι πάπιες και τα περιστέρια εμφανίζονται από την Εποχή του Χαλκού, αλλά είναι αβέβαιο κατά πόσο ήταν εξημερωμένα ή άγρια. Το περιστέρι είναι το πιο συχνά ευρισκόμενο πτηνό σε δείγματα από την περίοδο αυτή, δεδομένου μάλιστα ότι έπαιζε ιδιαίτερο ρόλο στην κοινωνία της Εποχής του Χαλκού, ως φορέας του ελιξηρίου της ζωής και ως θυσία στην Αφροδίτη· ωστόσο δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες που να τεκμηριώνουν την κατανάλωση του από τους κατοίκους. Τα ψάρια δε φαίνεται να αποτελούσαν σημαντική τροφή την περίοδο αυτή. Μάλιστα, η πανίδα στις θάλασσες γύρω από το νησί ήταν ιδιαίτερα φτωχή και με μονίμως χαμηλά επίπεδα βιοποικιλότητας

 

Γεύματα και γευματικές συνήθειες

Οι πρακτικές κατανάλωσης τροφής οι οποίες καθιερώθηκαν σε συμπόσια/ ευωχίες (ομαδικά γεύματα) κατά την Εποχή του Χαλκού, έλκουν την καταγωγή τους νωρίτερα κατά τη Χαλκολιθική εποχή. Τα κύρια χαρακτηριστικά των ομαδικών αυτών γευμάτων ήταν η συμβολική κατανάλωση κρέατος – κυρίως βοδινού, αλλά και κρέατος από αιγοπρόβατα και πιθανώς και κρέατος ελαφιού - καθώς και η εισαγωγή και φυσικά η κατανάλωση εξωτικών αλκοολούχων ποτών. Ωστόσο, κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού οι ιεραρχικές διαστρωματοποιήσεις της κοινωνίας ορίζονταν μέσα από πρότυπα αποκλειστικών και διακριτικών συμποσίων. Τα αποκλειστικά αυτά συμπόσια διακρίνονταν από ξεχωριστές και αποκλειστικές τοποθεσίες, διαφορετική πρόσβαση σε διαιτητικά αγαθά (βόδια & ελάφια), πιθανό αυστηρό έλεγχο κατανάλωσης κρασιού και σίγουρα προνομιακή πρόσβαση σε εξωτικά σερβίτσια (Μυκηναϊκοί κρατήρες)

 

 

Πηγές:

  1. Αθήναιος. Δειπνοσοφισταί 2.52c. Στο: Gulick CB, μτφ.
  2. Athenaeus-The Deipnosophists, Loeb Classical Library, Cambridge: Harvard University Press, 1969;1: 228-229
  3. Αθήναιος. Δειπνοσοφισταί 3.84. Στο: Gulick CB, μτφ. Athenaeus-The Deipnosophists, Loeb Classical Library, Cambridge: Harvard University Press, 1969;1:362-363
  4. Αθήναιος. Δειπνοσοφισταί 14.649a. Στο: Gulick CB, μτφ. Athenaeus-The Deipnosophists, Loeb Classical Library, Cambridge: Harvard University Press, 1980;6:506-507
  5. Αποστολίδου-Ορφανίδου Ε. Το παστέλλιν της Ανώγυρας. Λαογραφική Κύπρος 1991;21(41):95-99.
  6. Άππιος (Γεωργίου) Β. Αναμνήσεις από την κατεχόμενη Ζώδια. Λευκωσία: 1999.
  7. Aristidou ECh. Venetian Rule in Cyprus (1474-1570).
  8. Αρχιμανδρίτης Κυπριανός Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου. Βενετία: 1978 1η εκδ. Λευκωσία: Εκδόσεις Κ. Επιφανίου, 2001. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα: http://www.byzantinemuseum.gr Γεωργιάδου ΚΑ.
  9. Το αγροτικό σπίτι της περιοχής Κυρηνείας Κύπρου. Λαογραφία (Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) 1953;15:110-146.
  10. Γιασεμίδου-Κάτζη Μ. Αμπελουργικό Μουσείο Κοιλανίου. Λαογραφική Κύπρος 2003;33(53):32- 47. 123
  11. Clarke J, Croft P, McCartney C. The 1940s excavations at Kalavasos-Kokkinogia and KalavasosPampoules. Nicosia, Report of the Department of Antiquities Cyprus, Department of Antiquities, Imprinta Press, 2007.
  12. Εκδόσεις «Ριζοκάρπασον». Ριζοκαρπασίτικες συνταγές. Ανάκτηση από: http://www.rizokarpason.com/sintages1.htm, 2010.
  13. Ερωτόκριτου Ι. Γλωσσάριον Ιωάννου Ερωτόκριτου, Υλικά διά την σύνταξιν Ιστορικού Λεξικού της Κυπριακής Διαλέκτου. Κυπρή ΘΔ, εκδ. (μέρος Γ΄). Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 1989;14.
  14. Gass T, Ambrose M, Le Guen J, Hadjichristodoulou A, Blixt S. Report of a Working Group on Grain Legumes. European Cooperative Programme for Crop Genetic Resources Networks (ECP/GR) (First Meeting 14-16 July 1995), 1996:32-38.
  15. Hadjichambis ACH, Paraskeva-Hadjichambi D, Della A, Giusti ME, De Pasquale C, Lenzarini C, Censorii E, Gonzales-Tejero MR, Sanchez-Rojas CP, Ramiro-Gutierrez JM, Skoula M, Johnson C, Sarpaki A, Hmamouchi M, Jorhi S, El-Demerdash M, El-Zayat M, Pieroni A. Wild and semi-domesticated food plant consumption in seven circum-Mediterranean areas, International Journal of Food Sciences and Nutrition 2008;59(5):383-414.
  16. Hadjisavvas S. Olive Oil Production and Divine Protection. In: Astrom P, ed. Acta Cypria: Acts of the International Congress on Cypriote Archaeology held in Goteborg on 22-24 August 1991, part 3. Jonsered: Paul Astroms Forlag, 1992:233-248.
  17. Hadjisavvas S. The Economy of the Olive. In: Karageorghis V, Michaelides D, eds. The Development of the Cypriot Economy - from the Prehistoric Period to the Present Day. Nicosia: University of Cyprus, 1996:127-137
  18. Harrison SG. Kolokasi or Taro. JSTOR: Kew Bulletin 1954;9(2):277-278.
  19. Θεοδώρου Μ. Σκυλλούρα: ταξίδι μνήμης και αγάπης. Λευκωσία: 2009. 124
  20. Ιωνάς Ι. Παραδοσιακά Επαγγέλματα της Κύπρου. Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2001;37.
  21. Kaltzev ML. The Kyrenia Ship. In: Bass GF, ed. A History of Seafaring based on underwater archaeology. London: Thames and Hudson, 1972.
  22. Karageorgis V. Aspects of Everyday Life in Ancient Cyprus. Nicosia: Leventis Foundation, 2006. Καράλη-Γιαννακοπούλου Λ. Παλαιοπεριβαλλοντικό υλικό από τη Νεολιθική Θέση ΚάντουΚουφόβουνος. Λευκωσία: Πρακτικά του Τρίτου Διεθνούς Κυπρολογικού Συνεδρίου (Λευκωσία, 16- 20 Απριλίου 1996), Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη, 2000;1:239-243.
  23. Κάτζη Μ. Οι τροφές που μας έδινε η φύση. Λαογραφική Κύπρος 2000;30(50):104-110.
  24. Κιτρομηλίδου Μ. Η Αναρίτα Κύπρου και η παραδοσιακή ζωή της. Λαογραφία (Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) 1990;35:355-362.
  25. Knapp AB, Held SO, Manning SW. The Prehistory of Cyprus: Problems and Prospects. Journal of World 1994;8(4):377-453.
  26. Κοινοτικό Συμβούλιο Ανώγυρας. Παστέλι. Ανάκτηση από: http://www.anogyra.org/pasteli.shtm
  27. Kondoleon C. Domestic and Divine. Roman Mosaics in the House of Dionysos. Ithaca: Cornell University Press, 1995. Κυπριακό Εμπορικό Βιομηχανικό Επιμελητήριο (ΚΕΒΕ)/ Cyprus Chamber of Commerce and Industry (CCCI), Cyprus Foods and Drinks: http://www.cyprusfoodndrinks.com
  28. Κυπριανού Θ Χρ. Το σιτάρι. Λαογραφική Κύπρος 2003;33(53):64-69.
  29. Κυπριανού ΠΧρ. Η καλλιέργεια, η συλλογή και η κατεργασία βαμβακιού και σησαμιού. Λαογραφική Κύπρος 1989;19(39):10-109. 125
  30. Κυπριανού Χρ Σ. Τροφαί το χωριού Τσακκίστρα της Κύπρου. Λαογραφία (Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) 1974;29(29):295-310.
  31. Λεοντίου Ν, επιμ. Άσσια, Ζωντανές μνήμες βαθιές ρίζες μηνύματα επιστροφής. Λευκωσία: Πολιτιστικός Σύνδεσμος «Η Άσσια», 1983.
  32. Mariti G. Travels in the Island of Cyprus. London: Translated from the Italian [Lucca 1769] by C.D. Cobham, 1971 (First published 1869).
  33. Michaelides D. Cypriot Mosaics. Nicosia: Cyprus Department of Antiquities, 1992.
  34. Μιχαηλίδης Δ., Dazewski WA. Οδηγός Ψηφιδωτών Πάφου. Λευκωσία: Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου, 1989.
  35. Μιχαηλίδου ΑΜ. Το παλιό Βαρώσι: Εικόνες μιας εποχής. Λευκωσία: 1970 (3η έκδ. 2002).
  36. Μιχαλοπούλου-Χαραλάμπους Χ. Περιστερωνοπηγή, Από την αρχαιότητα μέχρι το 1974. Λευκωσία: Προσφυγικό Σωματείο «Ένωση Περιστερωνοπηγιωτών», 1998.
  37. Moryson F. An itinerary containing his ten yeeres travel through the twelve dominions of Germany, Bohmerland, Sweitzerland, Netherland, Denmark, Poland, Italy, Turky, France, England, Scotland and Ireland. 1907 Nicolaou-Konnari A, Schabel C. Cyprus: Society and Culture 1191-1374. Netherlands: Martinus Nijhoff Publishers and VSP, 2005.
  38. Ξιούτας Π. Κυπριακή Λαογραφία των Ζώων. Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2001;38.
  39. Ohnefalsch-Richter M. Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο. Μαραγκού Α, μτφρ. Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, ca. 1900 (1994). 126
  40. Πανάρετος Α. Τα μανιτάρια και οι καραόλοι του τόπου μας. Λαογραφική Κύπρος 1972;2(4):35-55.
  41. Παπαδόπουλος ΑΓ. Κομμανδαρία, το πατροπαράδοτο κρασί της Κύπρου. Λαογραφική Κύπρος 1976;6(17):65-71.
  42. Παπανικόλα-Μπακιρτζή Δ. Επιτραπέζια και Μαγειρικά Σκεύη από τη Μεσαιωνική Κύπρο. Λευκωσία: Λιθογραφία Ζαβαλλή Λτδ, 1999.
  43. Παπαχαραλάμπους ΓΧ. Από την κοινωνική ζωήν ευτυχών ημερών της Κύπρου. Λαογραφία (Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) 1975;30(30):302-313.
  44. Πετάση Γ. Η κωμόπολη της Κυθρέας. Λευκωσία: Τυπογραφείο Στέλιου Λειβαδιώτη, 1992.
  45. Πέτσα Χρ. Εποχιακές καλλιέργειες στην περιοχή Κυθρέας. Ελεύθερη Κυθρέα (Εκφραστικό Όργανο του Σωματείου Ελεύθερη Κυθρέα) Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1982;5(15):177-199.
  46. Προκοπίου, Ε. Οι σημαντικότερες προϊστορικές θέσεις της επαρχίας Λεμεσού. Στο: Παυλίδου Ρ, επιμ. Λεμεσός: Ταξίδι στους χρόνους μιας πόλης. Έκδοση Δήμου Λεμεσού, 2006.
  47. Σολομίδου-Ιερωνυμίδου Μ. Η παραγωγή της ζάχαρης στη μεσαιωνική Κύπρο. Λευκωσία: Βυζαντινή Μεσαιωνική Κύπρος, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1997.
  48. Σολομίδου-Ιερωνυμίδου Μ. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στους μεσαιωνικούς ζαχαρόμυλους Επισκοπής-Σεράγια και Κολοσσίου. Λευκωσία: Πρακτικά του τρίτου Κυπρολογικού Συνεδρίου 2001;2:1-11.
  49. Σοφοκλέους Γ. Παράθυρο στη Κύπρο μας. Λευκωσία: Λαογραφική – Πολιτιστική Ανθολογία 2004;2.
  50. Stewart B. My experiences of Cyprus; being an Account of the People, Mediaeval Cities and Castles, Antiquities and History of the Island of Cyprus: to which is Added a Chapter on the Present Economic and Political Problems which Affect the Island as a Dependency of the British Empire. London: Routledge, 1908. 127
  51. Tsaliki A. Περιβαλλοντικά Κατάλοιπα και Ταφές από τη Νεολιθική και Χαλκολιθική Κύπρο [Environmental Remains and Burials from Neolithic and Chalcolithic Cyprus (in Greek with English abstract)]. Ancient Cyprus Web Project. Ανάκτηση από: http://www.ancientcyprus.ac.uk/papers/Tsaliki1/page1.html, 2000.
  52. Τσαλίκη Α. Η πανίδα και η χλωρίδα στην προϊστορική Κύπρο. Αρχαιολογία και Τέχνες 2002; 83:91-96.
  53. Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (ΥΓΦΠΠ): Τμήμα Γεωργίας, επιμ. Κυπριακά παραδοσιακά παρασκευάσματα. Λευκωσία: Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, 2006.
  54. Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (ΥΓΦΠΠ): Τμήμα Γεωργίας, επιμ. Όσπρια και μεσογειακή δίαιτα. Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, 2008.
  55. Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (ΥΓΦΠΠ): Τμήμα Γεωργίας, επιμ. Παραδοσιακά προϊόντα από χυμό σταφυλιού (Ππαλουζές, Κκιοφτέρι, Έψημα, Γρούτα και Σουτζιούκκος). Λευκωσία: Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, 2009.
  56. Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (ΥΓΦΠΠ): Τμήμα Γεωργίας, επιμ. Παραδοσιακά Γλυκά Κουταλιού και Μαρμελάδες. Λευκωσία: Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, 2009.
  57. Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (ΥΓΦΠΠ): Τμήμα Γεωργίας, επιμ. Τα παραδοσιακά αλλαντικά της Κύπρου. Λευκωσία: Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, 2009.
  58. Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (ΥΓΦΠΠ): Τμήμα Γεωργίας, επιμ. Γαστρονομικός χάρτης της Κύπρου. Λευκωσία: Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, 2010.
  59. Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (ΥΓΦΠΠ): Τμήμα Γεωργίας, επιμ. Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Αγρότης Απρίλιος-Ιούνιος 2011;67(451). 128
  60. Φαρμακίδης ΞΠ. Γλωσσάριον Ξενοφώντος Π. Φαρμακίδου, Υλικά διά την σύνταξιν Ιστορικού Λεξικού της Κυπριακής Διαλέκτου. Κυπρή ΘΔ, εκδ. (μέρος Β΄). Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 1983 (2 η έκδ. 2003).
  61. Χατζηιωάννου ΚΠ. Γεωργικά και ποιμενικά της Κύπρου. Λαογραφία (Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) 1934;11(1-2):67-111.
  62. Χατζηιωάννου, Κ. (1975) Η Αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς πηγάς. Λευκωσία: Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, 1975;2.
  63. Χατζηιωάννου Κ. H Μεσαιωνική Κύπρος: Θεσμοί-Ποίηση-Διάλεκτος-Λαογραφία. Λευκωσία: Εκδόσεις Κ. Επιφανίου, 2003.
  64. Χατζηιωνάς Σ. Το φαγητό στην Άλωνα. Λαογραφική Κύπρος 1970;1(1):118-121.
  65. Χατζηκώστας Λ. Τα κουκιά στη δίαιτα και την παράδοση του λαού μας. Λαογραφική Κύπρος 1986;16(36):103-107.
  66. Χατζηκώστας Λ. Η χαρουπιά στο χωριό μου την εποχή του μεσοπολέμου. Λαογραφική Κύπρος 1994;24(44):105-114.
  67. Χατζηκώστας Λ. Η ελιά στο χωριό μου την εποχή του μεσοπολέμου. Λαογραφική Κύπρος 1995;25(45):149-154.
  68. Χατζηκωστή Μ. Γεροσκήπου, Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Λευκωσία: Δήμος Γεροσκήπου, 2008.
  69. Χατζησάββας Σ. Ο Πολιτισμός της Ελιάς στην Κύπρο. Στο: Ο Πολιτισμός της Ελιάς στην Κρήτη. Ανάκτηση από: http://www.polelia.gr/cyprus2, χ.χ