Εκκλησιαστική κρίση 1972-1973

Image

Η κρίση προέκυψε όταν οι τρεις Μητροπολίτες της Κύπρου οι οποίοι απάρτιζαν την Ιερά Σύνοδο με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο του ζήτησαν να παραιτηθεί από τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

Οι τρεις Μητροπολίτες Κυρηνείας Κυπριανός, Κιτίου Άνθιμος και Πάφου Γεννάδιος επικαλέστηκαν τους εκκλησιαστικούς κανόνες με βάση τους οποίους δεν μπορούσε ένας ιεράρχης να ασκεί ταυτόχρονα και πολιτικά καθήκοντα.

 

Κατά τη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου που πραγματοποιήθηκε στις 2 Μαρτίου του  1972, ο Μητροπολίτης Γεννάδιος (Μαχαιριώτης) της Πάφου, ο Μητροπολίτης Άνθιμος (Μαχαιριώτης) του Κιτίου και ο Μητροπολίτης Κυπριανός (Κυριακίδης) της Κερύνειας κατέθεσαν πρόταση με την οποία ζητούσαν ο Αρχιεπίσκοπος  Μακάριος να παραιτηθεί από την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας επειδή θεωρούσαν ότι η παράλληλη άσκηση εκκλησιαστικών και κοσμικών καθηκόντων, από έναν κληρικό, ήταν ενάντια στους κανόνες της Εκκλησίας.

Προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας των Μητροπολιτών κυκλοφόρησε την ίδια εποχή στην Αθήνα μια μελέτη του Θεολόγου και αρχιμανδρίτη Μπιλάλη Σπ. Σπυρίδωνα με τίτλο:  "Ο παποκαισαρισμός εις την Εκκλησίαν της Κύπρου. Ιστορικοκανονική θεώρησις του παποκαισαρισμού του Μακαρίου. Αθήναι, 1974". 

Η απόφαση των Μητροπολιτών σαφώς είχε πέρα από εκκλησιαστικά και πολιτικά κίνητρα αφού παρόμοιες πιέσεις για παραίτηση του Αρχιεπίσκοπου Μακαρίου ασκούσε και ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας που είχε φθάσει κρυφά στην Κύπρο το 1971 ιδρύοντας την ΕΟΚΑ Β αλλά και η δικτατορική κυβέρνηση των Αθηνών.

 

Σύνοδος Μακαρίου -Τριων Μητροπολιτών

Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ 

 

Η Σύνοδος εξέδωσε ανακοίνωση αναφέροντας τη θέση των επισκόπων και δηλώνοντας ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα ανακοινώσει την απάντησή του σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο Μακάριος αρχικά έδειξε διατεθειμένος να συζητήσει, στη συνέχεια ωστόσο εξέδωσε την απάντησή του στις 19 Μαρτίου του 1972. Σε αυτό κατηγόρησε τους τρεις επισκόπους πως συνωμότησαν μεταξύ τους, αποκαλώντας μάλιστα τη συγκέντρωση τους ως "παρασυναγωγή" και όχι ως κανονική Σύνοδο, αλλά και με άλλους εξω-εκκλησιαστικούς παράγοντες, υπαινισσόμενος τη στρατιωτική Χούντα των Αθηνών και το στρατηγό Γρίβα. Ο Μακάριος υποστήριξε ότι το αξίωμα του Προέδρου της Κύπρου και η ιδιότητα του Εθνάρχη δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κοσμικό σε μια εποχή που οι Ορθόδοξοι Έλληνες της Κύπρου αγωνίζονταν για την εθνική τους επιβίωση και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η άσκηση κοσμικών υπηρεσιών δεν παρέχει στον Αρχιεπίσκοπο οποιοδήποτε προσωπική ανταμοιβή, αλλά ήταν δαπανηρό και πικρό καθήκον το οποίο δεν ήταν δυνατόν να αποφύγει.

 

Οι τρεις επίσκοποι επέμειναν στην αρχική θέση τους και η κρίση συνεχίσθηκε για να κορυφωθεί μετά την ομόφωνη επανεκλογή του Μακαρίου στην Προεδρία της Δημοκρατίας της Κύπρου στις 8 Φεβρουαρίου 1973. Οι τρεις επίσκοποι κάλεσαν τον Μακάριο σε απολογία, πριν από την έκτακτη σύνοδο της Συνόδου, που συνεκάλεσαν για τις 7 Μαρτίου 1973. Ο Μακάριος απάντησε στις 6 Μαρτίου, δηλώνοντας ότι η Σύνοδος που οι τρεις επίσκοποι είχαν καλέσει ήταν αντισυνταγματική και ως εκ τούτου, οποιαδήποτε απόφαση και να αποφασισθεί θα είναι άκυρη. Οι τρεις επίσκοποι συμπεριλαμβανομένου και του Επισκόπου Αμαθούντος Καλλινίκου, συναντήθηκαν μεταξύ τους στην Ιερά Μητρόπολη της Λεμεσού και αποφάσισαν την καθαίρεση του Μακάριου από το αξίωμά του ως Αρχιεπισκόπου. Γραμματέας της Συνόδου ήταν ο αρχιμανδρίτης Νικόλαος Σιδεράς. 

 

Ο Μακάριος στον αντίποδα συνεκάλεσε Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο (Μεγάλη Σύνοδος), αποτελούμενη από εκπροσώπους αρκετών Ορθοδόξων Πατριαρχείων. Όλοι ανταποκρίθηκαν, εκτός από την Εκκλησία της Ελλάδας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η Μεγάλη Σύνοδος, που συνήλθε στις 5  και 6 Ιουλίου 1973, αποφάσισε να ακυρώσει την καθαίρεση του Μακαρίου και να καλέσει τους τρεις επισκόπους να εκφράσουν τις απόψεις τους ενώπιον της. Οι τρεις επίσκοποι αρνήθηκαν να παραστούν στη Μεγάλη Σύνοδο, η οποία συνήλθε εκ νέου στις 14 Ιουλίου και τους καθαίρεσε από το αξίωμα τους.

 

Στη συνέχεια ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος μέσα από συνοπτικές διαδικασίες χειροτόνησε νέους επισκόπους Κυρήνειας, Πάφου, Λεμεσού και Κιτίου.

 

Όταν ο Μακάριος αναγκάστηκε να φύγει από το νησί μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, οι τρεις επίσκοποι που είχαν καθαιρεθεί, από τη Μεγάλη Σύνοδο, επανήλθαν και πάλι τα φώτα της δημοσιότητας και επανεγκαταστάθηκαν στις Μητροπόλεις τους εκδιώχνοντας τους Μητροπολίτες που χειροτόνησε ο Μακάριος. Οι πραξικοπηματίες, αφού διόρισαν τον Νίκο Σαμψών ως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκατέστησαν επίσης τον Πάφου Γεννάδιο ως τοποτηρητή του Αρχιεπισκόπου της Κύπρου. Ο Νίκος Σαμψών ορκίστηκε πρόεδρος στην τελετή που πραγματοποιήθηκε από τον Γεννάδιο παρουσία του Κυπριανού Κερύνειας και του Άνθιμου Κιτίου.  Τελικά, η κυβέρνηση των πραξικοπηματιών κατέρρευσε στις 23 Ιουλίου 1974, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο που άρχισε στις 20 Ιουλίου 1974. Ο Γλαύκος Κληρίδης, ως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανέλαβε συνταγματικά τις αρμοδιότητες του Προέδρου ως ευρισκομένου σε απουσία του Μακαρίου. Με την επιστροφή του Μακαρίου στην Προεδρία και την Αρχιεπισκοπή το Δεκέμβριο του 1974, η εικόνα των τριών καθαιρεμένων επισκόπων ξεθώριασε σταδιακά από την πολιτική σκηνή, αφού εκδιώχθηκαν ξανά από τις Μητροπόλεις τους, παρότι εξακολουθούσαν να λειτουργούν σε διάφορες περιοχές της Κύπρου, σε ναούς που έκτισαν στελέχη της αντιμακαριακής παράταξης.  Το εκκλησιαστικό ζήτημα, που δίχασε από το 1972-1974 την Κυπριακή Εκκλησία έληξε τον Απρίλιο του 1982, όταν ο διάδοχος του Μακαρίου νέος Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α' συνεκάλεσε νέα Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο

(Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος - Αρχείο ΡΙΚ) η οποία αποφάσισε την άρση της καθαίρεσης του Μητροπολίτη Πάφου Γεννάδιου, ο οποίος εξέφρασε μεταμέλεια και επέκτεινε τη συγγνώμη στον Μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμο  που είχε ήδη πεθάνει. Ο πρώην Μητροπολίτης Κυρηνείας Κυπριανός  δεν εξέφρασε ποτέ μεταμέλεια.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image