Ερωτικός Θεόφιλος

Image

Βυζαντινός κατεπάνω, δηλ. διοικητής, της Κύπρου στα 1042/3. Προτού διοριστεί διοικητής του νησιού είχε διατελέσει στρατηγός στο Δυρράχιον, όπου είχε ηττηθεί και αποτύχει να καταστείλει την εξέγερση με την οποία ο Στέφανος Βοϊσλάβ πρίγκιπας της Ζέτα (Διοκλείας) κατόρθωσε να επιβάλει την ανεξαρτησία της χώρας του από το Βυζάντιο (1040). Ο διορισμός του στην Κύπρο από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ' τον Παφλαγόνα (1034 1041/2) μετά την αποτυχία του εκείνη, δυνατόν να οφειλόταν στην πεποίθηση ότι η Κύπρος δεν θα παρουσίαζε προβλήματα στην αυτοκρατορία. Ωστόσο μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Δ', όταν ανέλαβε την εξουσία και πάλι η αυτοκράτειρα Ζωή, χήρα του αυτοκράτορα Ρωμανού Γ΄ Αργυρού (1028-1034), ύστερα από βραχύβια βασιλεία του Μιχαήλ Ε' Καλαφάτη που είχε εξορίσει τη Ζωή σε μοναστήρι, για να τιμωρηθεί ο ίδιος με εκθρόνιση και τύφλωση (20.4.1042), ο Θεόφιλος στην Κύπρο θεώρησε τις ανώμαλες αυτές συνθήκες στην πρωτεύουσα ως ευκαιρία για να ανέλθει στην κλίμακα της ιεραρχίας. Εκμεταλλευόμενος ή προκαλώντας ή υποθάλποντας τη δυσαρέσκεια του λαού κατά του Θεοφύλακτου, δικαστοῦ καί πράκτορος τῶν δημοσίων φόρων στην Κύπρο, τον οποίο κατηγόρησε για καταπιεστικές και υπερβολικές εισπράξεις, ξεσήκωσε στασιαστικό κίνημα εναντίον του για να τον εκτοπίσει. Εάν είχε απώτερο στόχο τον αυτοκρατορικό θρόνο δεν είναι σαφές απ’ όσα γράφουν οι πηγές (Ζωναράς, Μ. Γλυκός και Κεδρηνός). Μάλλον οι στόχοι του ήσαν τοπικοί, αν κρίνει κανείς από τη συμπεριφορά της Κωνσταντινουπόλεως έναντί του μετά την καταστολή του κινήματός του. Ο νέος σύζυγος της Ζωής αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος, γνωστός συγκλητικός που αυτή παντρεύτηκε στις 11.6.1042, έστειλε κατά του Θεοφίλου τον διοικητή του στόλου Κωνσταντίνο Χαγέ, ο οποίος γρήγορα κατέστειλε το κίνημα και μετέφερε τον Θεόφιλο στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί η τιμωρία που του επεβλήθη ήταν να διαπομπευθεί στον Ιππόδρομο κατά τη διάρκεια των αγώνων ντυμένος στα γυναικεία∙ επιπλέον στερήθηκε την περιουσία του και ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος. Προφανώς δεν θεωρήθηκε επικίνδυνος για τον αυτοκρατορικό θρόνο και το κίνημά του είχε, ή πιστεύτηκε από τον νέο αυτοκράτορα ότι είχε, μόνο τοπική σημασία.