Ενωτικό Κίνημα

Image

Η κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς το 1453 οριοθετούσε αυτόματα και τους οραματισμούς των υποδούλων, που ταυτίζονταν με την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ιδεατό ελληνικό κέντρο στη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας ήταν η Κωνσταντινούπολη και η Αγία Σοφία. Του οράματος μετείχαν ασφαλώς και οι κύπριοι υπόδουλοι, οι οποίοι είχαν συνείδηση των συνεκτικών δεσμών που τους ένωναν με το γένος. Αυτοί δεν ήταν άλλοι από την ορθόδοξη πίστη και την ελληνική γλώσσα. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ως αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, οι προσανατολισμοί των υποδούλων στους Τούρκους σταδιακά μεταβάλλονται. Τώρα το εθνικό κέντρο είναι η Αθήνα και η Ακρόπολη και το πολιτικό όραμα που αποκλήθηκε "Μεγάλη Ιδέα" είναι η απελευθέρωση και η ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος.

 

Ελληνική Επανάσταση 

Η μεταβολή αυτή στην Κύπρο σηματοδοτείται με τη μύηση πολλών Κυπρίων, τόσο λαϊκών όσο και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, στη Φιλική Εταιρεία. Η πρώτη, έστω και αμυδρή, εκδήλωση για απαλλαγή από τα δεινά της τουρκικής κυριαρχίας σε σχέση με την ελληνική επανάσταση αποτελεί η διακήρυξη Κυπρίων που διέφυγαν τις σφαγές του Ιουλίου 1821 και κατέφυγαν στο εξωτερικό. Εκδόθηκε στη Ρώμη, φέρει ημερομηνία 6 Δεκεμβρίου 1821 και υπογράφεται από λαικούς και κληρικούς.

 

» Βλέπε λήμμα: Προσπάθειες απελευθέρωσης της Κύπρου

 

Αναφέρεται ότι οι Κύπριοι θα προσπαθήσουν «δια την ελευθερίαν της ειρηνικής ημών, πάλαι μεν μακαρίας, ήδη δε τρισαθλίας νήσου Κύπρου». Η συμμετοχή πολλών Κυπρίων εθελοντών στον αγώνα του 1821 υποδηλοί ότι οι Κύπριοι θεωρούσαν την πατρίδα τους αναπόσπαστο τμήμα του έθνους με αποτέλεσμα να επιδιώκουν την ένωση της με το νέο ελληνικό κράτος. Επίσης οι προσπάθειες που έγιναν στη διάρκεια της επανάστασης για τη διοργάνωση εκστρατείας για απελυθέρωση του νησιού υποδηλώνουν τη σταδιακή εμπέδωση της ιδέας για ενσωμάτωση της Κύπρου στο υπό ίδρυση ελληνικό κράτος. Ακόμα η αποστολή κυπρίων αντιπροσώπων στις εθνοσυνελεύσεις της επανάστασης αποτελεί σαφέστερη εκδήλωση του πόθου για ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό. Όσο πλησίαζε η ώρα της ίδρυσης ελληνικού κράτους, τα αιτήματα των Κυπρίων γίνονταν σαφέστερα. Έτσι στις 19 Αυγούστου 1828 η εκκλησιαστική και λαική ηγεσία με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Πανάρετο απηύθυνε επιστολή στον Ιωάννη Καποδίστρια, με την οποία του ζητούσαν να βρει τον τρόπο για να τεθεί τέρμα στα δεινά της Κύπρου. Παρόμοια επιστολή απέστειλε τότε και ο πρόκριτος Ανδρέας Σολομωνίδης.

 

Η ίδρυση του ελληνικού προξενείου στην Κύπρο το 1846 έδωσε την ευκαιρία στους Κυπρίους να εκδηλώσουν για πρώτη φορά δημόσια τα αισθήματά τους υπέρ της Ελλάδας. Ο πρώτος Έλληνας πρόξενος Δημήτριος Μαργαρίτης έγραψε ότι «εξαιρέσει των μουσουλμάνων όλος ο κόσμος με την καρδιά του μετέσχε της χαράς, η οποία εσημειώθη κατά την εμφάνισιν των χρωμάτων της σημαίας της ενδόξου ημών ανεξαρτησίας». Σαφής όσον αφορά τον πόθο των Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα ήταν ο διάδοχος του Μαργαρίτη,  Φίλιππος Βάρδας, όταν έραφε προς τον Υπουργό Εξωτερικών ότι οι Κύπριοι «μετά της Ελλάδος ελπίζουσι να ενωθεί η πατρίς των». 

 

Αγγλοκρατία 

Το ενωτικό αίσθημα εμπεδώθηκε την τελευταία πεντηκονταετία της Οθωμανοκρατίας, όπως φαίνεται στην προσφώνηση του μητροπολίτη Κιτίου στον πρώτο ύπατο αρμοστή της Αγγλίας στην Κύπρο σερ Γκάρνετ Γούλσλευ: «Αποδεχόμεθα την αλλαγήν της κυβερνήσεως, καθ’ όσον πιστεύομεν ότι η Βρεττανία θα βοηθήση την Κύπρον, όπως έπραξε και με τας νήσους του Ιονίου πελάγους, ίνα ενωθή μετά της μητρός Ελλάδος». Τα ίδια περίπου λόγια επανέλαβε και ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος υποδεχόμενος στη Λευκωσία τον ύπατο αρμοστή: «Στέργομεν την μεταπολίτευσιν, ελπίζοντες ότι η Αγγλία θα επαναλάβη και εν τη ημετέρα νήσω το παράδειγμα όπερ έδωσεν δια της παραδόσεως των Ιονίων νήσων εις την μητέρα Ελλάδα».

 

Κυπριακή αντιπροσωπία επίσης είχε συνάντηση με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ όταν ως υπουργός Αποικιών επισκέφθηκε την Κύπρο το 1907 επαναλαμβάνοντας του το αίτημα των Κυπρίων για Ένωση.

 

Το θέμα της Ένωσης επί Αγγλοκρατίας επανήλθε λίγο μετά την έκκρηξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Συγκεκριμένα στις 16 Οκτωβρίου 1915 η Μεγάλη Βρετανία προσφέρει την Κύπρο στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εναντίον των Γερμανών, των Τούρκων και των Βουλγάρων. Τότε η Ελλάδα βρισκόταν στην καρδιά του εθνικού διχασμού Βασιλικών και Βενιζελικών και η κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαῒμη απέρριψε την προσφορά στις 17 Οκτωβρίου 1915.

 

Οι Κύπριοι εκδήλωσαν σε διάφορες συγκυρίες τη βούληση τους για ένωση με την Ελλάδα, διά της συμμετοχής τους στους Βαλκανικούς Πολέμους και τους Παγκόσμιους Πολέμους. Στη Διάσκεψη των Βερσαλιών (1918) μετέβη Κυπριακή Αντιπροσωπία με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Γ,  ζητώντας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο να συμπεριλάβει την Κύπρο στις ελληνικές απαιτήσεις.

 

Στα τέλη του 1921 ιδρύθηκε η Πολιτική Οργάνωση Κύπρου.  Ήταν σχήμα της Δεξιάς, με επικεφαλής την Εκκλησία, μεταξύ δε των πρωτεργατών της ήσαν ο επίσκοπος Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, ο Θεοφάνης Θεοδότου, ο Ιωάννης Κληρίδης, οι Ι. ΟικονομίδηςΓ. Μαρκίδης Α. ΤριανταφυλλίδηςΓ. Χατζηπαύλου και άλλοι.

 

Η Πολιτική Οργάνωσις Κύπρου δραστηριοποιήθηκε  μετά τα συγκλονιστικά γεγονότα του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και την προσάρτηση της Κύπρου από την Αγγλία, κι όταν άρχισαν να διαψεύδονται οι ελπίδες των Ελλήνων Κυπρίων για ένωση του νησιού τους με την Ελλάδα. Απορρίπτοντας, η πολιτική ηγεσία των Ελλήνων Κυπρίων, τις αγγλικές προσφορές για κάποιες ελευθερίες, προχώρησε σε ενέργειες για καλύτερη οργάνωση του λαού και μεθόδευση του αγώνα για ένωση με την Ελλάδα.

 

Το Ενωτικό αίτημα υπέβοσκε επίσης και πίσω από την εξέγερση των Οκτωβριανών το 1931.

Προς αυτή την κατεύθυνση είχε ιδρυθεί η ΕΟΚ, η Ελληνική  Οργάνωση Κύπρου με στόχο την επίτευξη της εθνικής αποκατάστασης της Κύπρου, δηλαδή την ένωσή της με την Ελλάδα. Η Οργάνωση ιδρύθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1930, μετά από ευρεία παγκύπρια συνέλευση που πραγματοποιήθηκε την ημέρα εκείνη στο μέγαρο της Αρχιεπισκοπής στη Λευκωσία και στην οποία πήραν μέρος πολλοί παράγοντες από όλη την Κύπρο.

 

Λίγο αργότερα ιδρύθηκε και η ΕΡΕΚ. Πρόκειται για Οργάνωση Ελλήνων της Κύπρου που ιδρύθηκε με σκοπό τήν μετά φανατισμοῦ  ἐπιδίωξιν τῆς μετά τοῦ  Ἑλληνικοῦ πολιτειακοῦ συνόλου ἑνώσεως τῆς Κύπρου, σύμφωνα προς διακήρυξή της που κυκλοφόρησε στις 18 Οκτωβρίου του 1931, και την οποία υπέγραφαν 21 παράγοντες από όλη την Κύπρο.

 

Τέλος το αποκορύφωμα του αιτήματος για ένωση με την Ελλάδα εκδηλώθηκε μέσω του Ενωτικού Δημοψηφίσματος το 1950 το οποίο υπερψήφισε πέραν του 95% των Ελληνοκυπρίων αλλά και βεβαίως μέσω του απελευθερωτικού  αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59 ο οποίος αναλήφθηκε στο όνομα της Αυτοδιάθεσης -Ενωσης των Κυπρίων με την Ελλάδα.

 

Στο αίτημα της Ένωσης αντιτάχθηκε το Κομουνιστικό Κόμμα Κύπρου από το 1926 και μέχρι το 1947 και το ΑΚΕΛ το οποίο πήρε μέρος στη Διασκεπτική με θέμα την παραχώρηση αυτοκυβέρνησης στην  Κύπρο. Το 1948 το ΑΚΕΛ πείστηκε από τον ηγέτη του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη αναθεωρώντας την στάση του υπέρ της Ένωσης.

 

Το ενωτικό κίνημα γενικά φούντωσε στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, συνάντησε όμως μετά την ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του στέμματος, το 1925, τη σταθερή άρνηση των Άγγλων. Από την πλευρά της η Ελλάδα λόγω εξάρτησης από τους Βρετανούς και αργότερα του Αμερικανούς μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο δεν μπορούσε να διεκδικήσει πειστικά την Κύπρο. Μετά από πολλές πιέσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου τελικά η κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπάγου υπέβαλε αίτηση στις  20 Αυγούστου με ημερομηνία 16 Αυγούστου 1954 και με την υπογραφή του ίδιου του Παπάγου προς τον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Νταγκ Χάμαρσκγιολντ.

 

Μ' αυτήν εζητείτο όπως εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης του ιδίου χρόνου για συζήτηση το θέμα: Εφαρμογή υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, της αρχής της ισότητος των δικαιωμάτων και της αυτοδιαθέσεως των λαών εις τον πληθυσμόν της Κύπρου. Παράλληλα ο Μακάριος υπέβαλε και δική του αίτηση, με ημερομηνία 22 Αυγούστου 1954, ζητώντας από τα Ηνωμένα Έθνη να προωθήσουν το ζήτημα της αυτοδιαθέσεως του κυπριακού λαού. Τον Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου ο Μακάριος πήγε πάλι προσωπικά στην έδρα του ΟΗΕ για προώθηση της ελληνικής προσφυγής υπέρ της Κύπρου. Η Κυπριακή αίτηση απερρίφθη, στη λογική του ότι δεν μπορεί ένας Λαός να ζητά αυτοδιάθεση δηλαδή την Ανεξαρτησία του, αλλά την ίδια στιγμή να ζητά την ένωση του με μια άλλη χώρα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο εκπρόσωπος της Ινδίας Κρίσνα Μένον "Για μας οι Κύπριοι αποτελούν έθνος, ένα έθνος που δικαιούται αυτοκυβερνήσεως  και ανεξαρτησίας. Συνεπώς εμείς δεχόμεθα ως λύση του προβλήματος την εγκαθίδρυση ανεξαρτησίας και το τέλος της αποικιακής κυριαρχίας.

 

Ανεξαρτησία

Το ενωτικό αίτημα παρέμεινε και μετά την Ανεξαρτησία της Κύπρου στις 16 Αυγούστου 1960 μετά την υπογραφή των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου. Οι συνθήκες αυτές απέκλειαν την Ένωση ωστόσο, οι Κυπριακές ηγεσίες συντήρησαν το αίτημα αυτό. Από τη μια ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος υποστήριζε ότι η Ανεξαρτησία είναι ένας σταθμός προς την Ένωση, από την άλλη η λεγόμενη αντιμακαριακή παράταξη και ο στρατηγός Γρίβας τον κατηγορούσαν ότι απεμπόλησε το όραμα της Ένωσης.

 

Το θέμα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα επανήλθε το 1964 διά της κατάθεσης του Σχεδίου Ατσεσον. Ηταν ωστόσο σαφές ότι για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο έπρεπε η Τουρκία να πάρει κάποια ανταλλάγμα στην Κύπρο.

 

Η διατήρηση αυτού του συνθήματος (Βλέπε λήμμα ΕΟΚΑ Β) επέτρεψε στους Τουρκοκύπριους και την Τουρκία να συντηρούν το δικό τους αίτημα για διχοτόμηση της Κύπρου. (Βλέπε λήμμα Τακσίμ)   

Το αίτημα των Ελληνοκυπρίων κατέρρευσε την 20η Ιουλίου 1974 μετά την Εισβολή της Τουρκίας. Προηγήθηκε το πραξικόπημα της Ελληνικής Χούντας στις 15 Ιουλίου 1974, το οποίο στην πράξη άφησε την Κύπρο στο έλεος της Τουρκίας. 

 

 

Βιβλιογραφία:

  • Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
  • Γεώργιου Γεωργή, «Οι απαρχές του κυπριακού εθνικού κινήματος», στον τόμο Κύπρος. Το πολιτιστικό της πρόσωπο δια μέσου των αιώνων, έκδοση Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία, 2003, σελ. 164-168.
  • Νίκου Καραπατάκη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Κύπρος, Κύπρος, 1970.
  • Λήμμα «Ένωσις», Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, Εκδόσεις Φιλόκυπρος, τόμος 5, σελ. 118-125.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image