Απεργίες επί Αγγλοκρατίας

Image

Η απεργία είναι ένα βασικό αλλά και το πιο δυναμικό από τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι εργαζόμενοι για τη διεκδίκηση των αιτημάτων τους. Και ακριβώς αυτή η σημασία της απεργίας κάνει το συνδικαλιστικό κίνημα να τη χρησιμοποιεί με μεγάλη προσοχή γιατί ενώ είναι μια σημαντική κατάκτηση, από την άλλη μπορεί να προκαλέσει μεγάλες ζημιές στην οικονομία του τόπου, αλλά και των ίδιων των απεργών εργαζομένων.

 

Οι μεγάλοι απεργιακοί αγώνες στην Κύπρο έγιναν στην περίοδο της Αγγλοκρατίας, ανοργάνωτα στην αρχή, οργανωμένα κι αποτελεσματικά στα χρόνια μετά το 1936. Κατά τον χρόνο αυτό ιδρύθηκαν οι πρώτες συντεχνίες, με βάση νόμο που είχε θεσπίσει η αποικιακή κυβέρνηση, και ως το 1940 λειτουργούσαν πάνω από 60 εργατικά συνδικάτα. Τον Νοέμβριο του 1941 διάφορες συντεχνίες που ελέγχονταν από την Αριστερά δημιούργησαν την Παγκύπρια Συντονιστική Επιτροπή (ΠΣΕ), πρόδρομο της Παγκύπριας Εργατικής Ομοσπονδίας (ΠΕΟ). Δυο χρόνια αργότερα ιδρύθηκαν οι γνωστές τότε ως νέες συντεχνίες, που εξέφραζαν τη δεξιά, η μετέπειτα Συνομοσπονδία Εργατών Κύπρου (ΣΕΚ).

 

Οι συνθήκες για τους εργαζόμενους στα χρόνια της Αγγλοκρατίας ήσαν άθλιες, με ένα καταπιεστικό αποικιακό καθεστώς και μια ιδιαίτερα σκληρή εργοδοσία, κι η απεργία ήταν το κυριότερο μέσο που είχαν στη διάθεσή τους για να βελτιώσουν τη θέση τους.

 

Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πότε έγινε η πρώτη απεργία στην Κύπρο, πάντως η πρώτη απεργία για την οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες έγινε τα τέλη Ιουνίου του 1895 από 500 εργάτες που δούλευαν στο άνοιγμα αυλακιών κοντά στον Ποταμό της Γερμασόγειας. Ήταν αυθόρμητη και ανοργάνωτη. Οι εργάτες απέργησαν το Σάββατο και τη Δευτέρα γιατί η αποικιοκρατία που ήταν και ο εργοδότης τους έκοψε μια μπακκίρα (γρόσι) από το μεροκάματό τους. Η εφημερίδα «Σάλπιγξ» (1.7.1895) που καταγράφει την απεργία αναφέρει μεταξύ άλλων και τ' ακόλουθα: «Ἦτο δέ κάτι τό γελοῖον νά βλέπῃς ἐπόπτας νά φωνάζουν, νά συμβουλεύουν καί ἐκεῖνοι, 500 περίπου, νά τούς περιγελοῦν ἀκουμπισμένοι ἐπάνω εἰς τάς ἀξῖνας καί τά φτυάρια».

 

Βέβαια η απεργία του 1895 όσο και οι άλλες που θα ακολουθήσουν μέχρι το 1933, έχουν —εκτός από μερικές εξαιρέσεις— ως βασικό τους γνώρισμα την ανοργανωσιά, γιατί λείπει το ώριμο συνδικαλιστικό κίνημα που θα καθοδηγήσει τους εργαζόμενους στον αγώνα τους. Ανάμεσα στις εξαιρέσεις πρέπει να αναφερθεί η μεγάλη απεργία των ραφτών Λεμεσού το 1925. Μπορεί να λεχθεί ότι ήταν η πρώτη οργανωμένη απεργία που έγινε στο νησί μας και με καθοδηγητή την ηγεσία των πρώτων κομμουνιστικών πυρήνων.

 

Η απεργία ξεκίνησε από το εμποροραφείο του «Ελευθεριάδη» για να επεκταθεί σε όλη την πόλη. Κράτησε δυο μήνες και τελικά οι απεργοί δικαιώθηκαν.

 

Η πρώτη απεργία των κτιστών έγινε και πάλι στη Λεμεσό το 1925 στην οικοδομή του εργολάβου Ν. Καϊμακλιώτη που έκτιζε το σχολείο της Α' αστικής Λεμεσού. Η απεργία ήταν καθολική, αλλά στη συνέχεια απέτυχε, γιατί η εργοδοσία χρησιμοποίησε πλατιά τους απεργοσπάστες και σ' αυτό τη βοήθησε η αστυνομία. Αναφέρουμε αυτή την απεργία γιατί αποτελεί σταθμό στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Οι απεργοσπάστες αποχώρησαν από το «Εργατικό Κέντρο» και δημιούργησαν —με τη βοήθεια του εργοδότη— δική τους «συντεχνία» με έμβλημα την εικόνα του αγίου Νεοφύτου που ήταν, όπως πίστευαν, και ο ίδιος κτίστης.

 

Μετά τα Οκτωβριανά το συντεχνιακό κίνημα, κάτω από την καθοδήγηση του Κ.Κ.Κ., ανδρώνεται, αρχίζει να ωριμάζει και οι αγώνες του είναι πολύ πιο αποφασιστικοί.

 

Η πρώτη μεγάλη απεργία στην Κύπρο έγινε το 1933. Οι εργαζόμενοι στο κτίσιμο της δημοτικής αγοράς Λευκωσίας κατέρχονται σε απεργία με αίτημα το εννιάωρο και μείωση της τιμής του ψωμιού. Οι απεργοί συγκεντρώνονται έξω από το Σαράγιο (που ήταν το διοικητήριο) και συγκρούονται με την αστυνομία. Συλλαμβάνονται εκατοντάδες από τους απεργούς και πολλοί τραυματίζονται. Οι τέσσερις ηγέτες της απεργίας φυλακίζονται για ένα ως δυο χρόνια. Οι εργάτες, όμως, δεν υποχωρούν και τελικά κερδίζουν τα αιτήματά τους. Εννιάωρη δουλειά, αντί εντεκάωρη και μείωση της τιμής του ψωμιού κατά δέκα παράδες.

 

Στις 5 Οκτωβρίου 1939 δυο χιλιάδες εργάτες οικοδομών απεργούν και ύστερα από πέντε μέρες σκληρού αγώνα πετυχαίνουν την πρώτη και καθοριστικά μεγάλη τους νίκη: Εφαρμογή του οκτάωρου από την 1 Σεπτεμβρίου 1939, καθορισμό κατώτατου ημερομισθίου, 19 γρόσια για τους άνδρες και 13,5 για τις γυναίκες, ασφάλιση των εργατών από τον εργοδότη τους έναντι θανάτου, αναγνώριση των συντεχνιών και αύξηση των μισθών ανάλογα με την κίνηση του τιμάριθμου. Έτσι υπογράφεται η πρώτη συλλογική σύμβαση από 33 από τους 36 εργοδότες.

 

Στις 17 Μαίου 1941 γίνεται η πρώτη απευθείας μάχη με την αποικιακή κυβέρνηση. Το οκτάωρο στον ιδιωτικό τομέα εφαρμόστηκε από το 1939, ενώ οι κυβερνητικοί εργάτες δουλεύουν ακόμη εννιά ώρες. Με την απεργία αυτή 400 εργάτες οικοδομικών επαγγελμάτων στο στρατιωτικό νοσοκομείο, γνωστό σαν «57», διεξάγουν σκληρό αγώνα μέχρι τις 30 Μαΐου και επιβάλλουν το οκτάωρο και στον κυβερνητικό τομέα, ενώ παράλληλα κερδίζουν τα 69% των οικονομικών αιτημάτων που είχαν υποβάλει. Πριν υποχωρήσει η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τους απεργοσπάστες, την τρομοκρατία και τις διώξεις των εργατών, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

 

«Η απεργία αυτή, αναφέρει σχετική έκθεση της ΠΕΟ (βλ. έκδοση Οικοδόμων 1976, σ. 35), ήταν μια από τις σπουδαιότερες και πιο μαχητικές απεργίες της εργατικής τάξης και του συντεχνιακού κινήματος στην Κύπρο γιατί έφερε αντιμέτωπους τους απεργούς και γενικά την εργατική τάξη με την αποικιακή κυβέρνηση που ήταν ο εργοδότης και εκτελεστής του έργου και ο μεγαλύτερος εργοδότης.»

 

Την 1η Μαρτίου 1944 περί τους 1.500 εργάτες των στρατιωτικών και κυβερνητικών έργων κατήλθαν σε απεργία που έμεινε γνωστή ως «απεργία για τον τιμάριθμο». Κράτησε 23 μέρες και οι εργάτες κέρδισαν οικογενειακά επιδόματα, άδειες ανάπαυσης και ασθένειας κ.ά. Ο αγώνας κρίθηκε μετά την παναπεργία που κηρύχθηκε στις 13 Μαρτίου σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους απεργούς με αποτέλεσμα να νεκρώσει η ζωή στο νησί.

 

Στις 3 Οκτωβρίου 1945 περί τις 2.000 εργάτες κατέρχονται σε απεργία για διεκδίκηση του 44ώρου. Στην αρχή οι εργοδότες δέχονται το αίτημα, αλλά επεμβαίνει η κυβέρνηση και τους ενθαρρύνει να το απορρίψουν, γιατί, όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της, αύξηση των μισθών θα αυξήσει τον τιμάριθμο. Οι απεργοί δεν κάμφθηκαν από τη στάση της εργοδοσίας. Αντίθετα ρίχνονται στον αγώνα σε ένδειξη συμπαράστασης και οι 520 ξυλουργοί - επιπλοποιοί. Αμέσως η εργοδοσία κάμπτεται και την ίδια μέρα παραχωρεί το 44ωρο.

 

Οι μεγαλύτερες και πιο αποφασιστικές απεργίες έγιναν το 1948. Οι Βρεττανοί αποικιοκράτες σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τα δικαιώματα και την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος, ενθαρρύνουν την εργοδοσία να αρχίσει επίθεση εναντίον των εργαζομένων. Το 1948 έγιναν τρεις απεργίες που κράτησαν συνολικά 266 μέρες. Η πρώτη απεργία ήταν εκείνη των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ (Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία). Άρχισε στις 13 Ιανουαρίου 1948 και κράτησε μέχρι τις 16 Μαΐου 1948. Σ' αυτήν πήραν μέρος 2.100 εργάτες (οι 700 ήταν Τουρκοκύπριοι). Ήταν μια ηρωική απεργία, γιατί εναντίον της συνασπίστηκαν οι πάντες. Η εργοδοσία και οι συνεργαζόμενες αρχές στέλνουν απεργοσπάστες, τα δικαστήρια φυλακίζουν απεργούς με ανύπαρκτες κατηγορίες για «παράνομες διαθέσεις»(!), ενώ η αστυνομία πυροβολεί εναντίον των απεργών, κάνει μαζικές συλλήψεις και βασανιστήρια. Στις 3 Μαρτίου 1948 αστυνομικοί πυροβολούν στο Μαυροβούνι εναντίον συγκέντρωσης απεργών με αποτέλεσμα να διεξαχθεί πραγματική μάχη. Τραυματίστηκαν από σφαίρες 8 απεργοί και από πέτρες, τούβλα και ξύλα 8 αστυνομικοί και τέσσερις απεργοσπάστες. Συγκρούσεις έγιναν και στις 8 του ίδιου μήνα με αποτέλεσμα να τραυματιστούν 6 απεργοί.

 

Η απεργία δεν πέτυχε πλήρως. Τα οικονομικά ωφελήματα έφθασαν μόνο τα 33% εκείνων που ζητήθηκαν. Το πιο βασικό όμως είναι η εμπειρία που κέρδισαν οι συντεχνίες και η αναγνώριση της ανεξαρτησίας τους από την εργοδοσία.

 

Ακολούθησε η απεργία των αμιαντωρύχων (2-31 Αυγούστου 1948). Η απεργία άρχισε όταν η εργοδοσία εντελώς αυθαίρετα —και για εκδικητικούς λόγους— προειδοποίησε 150 εργάτες ότι απολύονται. Και κατά την απεργία αυτή έγιναν συγκρούσεις και η αστυνομία συνέλαβε 100 στελέχη των απεργών τα οποία κράτησε για εννιά μέρες. Η απεργία αυτή πέτυχε πλήρως.

 

Τέλος το 1948 έκλεισε με την απεργία 1.200 οικοδόμων που κράτησε 113 μέρες (26 Αυγούστου -12 Δεκεμβρίου). Η απεργία αυτή έγινε για διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων και ύστερα από τέσσερις μήνες η εργοδοσία δέχτηκε τα αιτήματα αυτά. Προηγουμένως χρησιμοποίησε ευρύτατα τους απεργοσπάστες, αλλά απέτυχε παταγωδώς, γιατί οι εργάτες περιφρούρησαν με ηρωικό τρόπο — αγνοώντας τις φυλακίσεις — τον απεργιακό αγώνα.

 

Η ένταση των απεργιακών αυτών αγώνων φαίνεται και από το γεγονός ότι κατά την απεργία στην ΚΜΕ καταδικάστηκαν σε φυλάκιση από 21 μήνες ως επτά χρόνια 57 απεργοί και εκατοντάδες άλλοι σε πρόστιμα, κατά την απεργία των αμιαντωρύχων καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τριών και πάνω μηνών 60 πρόσωπα και κατά την απεργία των οικοδόμων καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 1-4 χρόνια πάνω από τριάντα άτομα.

 

Μετά την Ανεξαρτησία (1960 κ.ε.) έγιναν κατά καιρούς διάφορες απεργίες, κυρίως σε κρατικές και ημικρατικές υπηρεσίες, για διεκδίκηση μισθολογικών βασικά αιτημάτων. Όμως οι συντεχνίες, και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, χρησιμοποιούσαν πάρα πολύ προσεκτικά και ύστερα από μεγάλο δισταγμό το ύστατο μέτρο της απεργίας, επειδή δεν ήθελαν να δημιουργήσουν επιπρόσθετα προβλήματα στο κράτος όταν την ίδια στιγμή υφίστατο το Κυπριακό πρόβλημα με τις τόσες δραματικές όσο και σοβαρές διακυμάνσεις του.

 

Διάφορες απεργίες και παναπεργίες έγιναν κατά καιρούς, στην περίοδο της Αγγλοκρατίας και μέχρι την Ανεξαρτησία, και για άλλο λόγο εκτός από τη διεκδίκηση μισθολογικών αιτημάτων και καλυτέρων συνθηκών εργασίας. Έγιναν μαζικές παναπεργίες για λόγους διαμαρτυρίας ενάντια στην αγγλική πολιτική γύρω από το Κυπριακό πρόβλημα και για προώθηση των εθνικών διεκδικήσεων. Τέτοιες απεργίες, για συμμετοχή των εργαζομένων σε συλλαλητήρια, έγιναν το 1895, το 1912, το 1930/31 και άλλα. Πολλές απεργίες, για ηθική ενίσχυση του αγώνα ή για διαμαρτυρία κατά αγγλικών ενεργειών ή και για άλλους πολιτικούς λόγους, έγιναν και καθόλη τη διάρκεια του 4ετούς απελευθερωτικού αγώνα (1955-1959). Η πρώτη τέτοια παγκύπρια 24ωρη απεργία έγινε στις 2 Αυγούστου 1955, ενώ μια από τις μεγαλύτερες σε παγκύπρια κλίμακα, ήταν η απεργία που έγινε τον Μάρτιο του 1956. Η απεργία αυτή, που κράτησε μια εβδομάδα και παρέλυσε τα πάντα στο νησί, ακολούθησε τη σύλληψη και εξορία του αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image