Απλίκιν

Στρατόπεδο, σταθμός, και ταυτόχρονα κατοικία, κυρίως αγροτική ή εξοχική. Στο έργο του Λεοντίου Μαχαιρά απαντώνται παράγωγες λέξεις, όπως απλίκεψεν, απλικεμένος, απλικεύω κλπ.

 

Στην Κύπρο δυο χωριά έχουν το όνομα Απλίκι, γνωστά ως Απλίκι Λεύκας και Απλίκι Ορεινής.