Μητσοτάκης Κωνσταντίνος

Image

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν έλληνας πολιτικός από την Κρήτη, που δέσποσε στα πολιτικά πράγματα της χώρας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπηρέτησε ως πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις 11 Απρίλιου  1990 έως και τις 13 Οκτωβρίου 1993.

Γεννήθηκε στα Χανιά στις  18 Οκτωβρίου 1918. Ήταν ο δευτερότοκος γιος του δημοσιογράφου και πολιτικού Κυριάκου Μητσοτάκη (1883-1944) και της Σταυρούλας Πλουμιδάκη, γόνου πολιτικής οικογένειας των Χανίων και μικρανιψιάς του Ελευθέριου Βενιζέλου.

 

Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στα Χανιά, όπου ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές τον Ιούνιο του 1935 από το Πρακτικό Λύκειο της πόλης. Στη συνέχεια σπούδασε νομικά, πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε τις παραμονές του ελληνοιταλικού πολέμου το 1940.

 

Το προσκλητήριο του πολέμου τον βρήκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στη Σύρο και σύντομα βρέθηκε στο Μακεδονικό Μέτωπο. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πρωτοστάτησε στη δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων στην Κρήτη, συνελήφθη από τους Γερμανούς και καταδικάστηκε δύο φορές σε θάνατο. Την ίδια περίοδο ανέλαβε πολιτικές πρωτοβουλίες για την από κοινού δράση των αντιστασιακών οργανώσεων στην Κρήτη και την αποφυγή αλληλοσφαγής, όπως συνέβη σε πολλές περιπτώσεις στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στις  7 Νοεμβρίου ως εκπρόσωπος της ΕΟΚ (Εθνική Οργάνωση Κρήτης) συνυπέγραψε με τον ομόλογό του του ΕΑΜ Μιλτιάδη Πορφυρογέννη τη Συμφωνία του Θερίσου.

 

Αμέσως μετά την απελευθέρωση, δραστηριοποιήθηκε στην πολιτική και επανεξέδωσε την εφημερίδα τού Ελευθερίου Βενιζέλου «Κήρυξ» Χανίων. Σε ηλικία 28 ετών εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Χανίων με το Κόμμα των Φιλελευθέρων το 1946 και επανεξελέγη με τη σημαία του ίδιου κόμματος από το 1950 έως το 1958. Το 1951 έγινε υφυπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου (1η Φεβρουαρίου -27 Οκτωβρίου) ενώ εκτελούσε και καθήκοντα υπουργού Οικονομικών και Δημοσίων Έργων  Μετά τη νίκη του Ελληνικού Συναγερμού του Αλέξανδρου Παπάγου το 1952, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναδείχθηκε από τους σημαντικότερους και μαχητικότερους κοινοβουλευτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης.

 

 

Τον επόμενο χρόνο (6 Ιουνίου 1953) νυμφεύθηκε τη Μαρίκα Γιαννούκου (1930 - 2012), κόρη πλούσιας οικογένειας των Αθηνών, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά: τη Θεοδώρα (Ντόρα) το 1954, την Αλεξάνδρα το 1955, την Αικατερίνη το 1959 και τον Κυριάκο το  1968, νυν αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας.

 

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συμμετείχε ενεργά στις διεργασίες για την ίδρυση νέας πολιτικής κίνησης στο χώρο του κέντρου. Το 1961 συνέβαλε αποφασιστικά στη συγκρότηση της Ένωσης Κέντρου κι έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εσωκομματικές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις του κόμματος. Υπήρξε στενός συνεργάτης και υποστηρικτής του Γεωργίου Παπανδρέου, ιδιαίτερα στις συγκρούσεις του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο.

Την περίοδο 1961 - 1963, μετά τις εκλογές «της βίας και νοθείας» ( 29 Οκτωβρίου 1961) , υποστήριξε μαχητικά τις θέσεις της ΕΚ εναντίον της ΕΡΕ και της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Δόβα, στο πλαίσιο του «ανένδοτου αγώνα». Μετά το θάνατο του Γεωργίου Καρτάλη το 1957, υπήρξε ο πολιτικός που στήριξε και προώθησε η δημοκρατική εφημερίδα «Ελευθερία» του στενού φίλου του Πάνου Κόκκα.

 

Το 1963, μετά τη νίκη της ΕΚ, ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο διατήρησε και στη νέα κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου το 1964.  Τον Ιούλιο του 1965 διαφώνησε με το Γεώργιο Παπανδρέου για τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης στις σχέσεις πρωθυπουργού - βασιλιά ( Ιουλιανά)  και πρωταγωνίστησε στο σχηματισμό των βασιλικών κυβερνήσεων 1965 - 1966 (κυβερνήσεις της Αποστασίας). Στις κυβερνήσεις του Γεώργιου Αθανασιάδη Νόβα το 1965 και του Στέφανου Στεφανόπουλου το 1965- 66 συμμετείχε ως Υπουργός Συντονισμού.

 

Για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη η περίοδος των «Ιουλιανών» θα αποτελέσει μόνιμη πηγή επιθέσεων από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι όχι μόνο δεν θέλησε να ανατρέψει τον Γεώργιο Παπανδρέου, αλλά αντίθετα προσπάθησε ως την τελευταία στιγμή να τον αποτρέψει από τη σύγκρουση με τον βασιλιά και την παραίτηση. Μία σύγκρουση που κινδύνευε να φέρει αντιμέτωπη την κυβέρνηση με τις Ένοπλες Δυνάμεις, τις οποίες έλεγχε απόλυτα ο βασιλιάς με ευθύνη και του Γεωργίου Παπανδρέου, όπως έχει δηλώσει. Από την ώρα, όμως, της παραίτησης Παπανδρέου, ο Μητσοτάκης στήριξε τις κυβερνήσεις των «Αποστατών», σε μία προσπάθεια εκτόνωσης της κατάστασης. «Ήταν μια δύσκολη πολιτική απόφαση, με προβλεπόμενο μεγάλο προσωπικό κόστος. Έκανα, όμως, εκείνο που μου υπαγόρευε η συνείδησή μου».

 

Μετά την επιβολή της Δικτατορίας (21 Απριλίου 1967), ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συνελήφθη μαζί με τους άλλους πολιτικούς, για να αφεθεί, αργότερα, ελεύθερος με τη γενική αμνηστία και να φύγει στο εξωτερικό. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1973, μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου, συνελήφθη και πάλι, από τη χούντα του Δημήτριου Ιωαννίδη, και αποφυλακίστηκε με τη μεταπολίτευση.

 

Στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές του 1974 κατέβηκε ως ανεξάρτητος στο Νομό Χανίων και δεν εξελέγη, παρά τον σημαντικό αριθμό ψήφων που έλαβε, λόγω του ισχύοντος εκλογικού νόμου. Το 1977 ίδρυσε το Κόμμα των Νεοφιλελευθέρων, με το οποίο εξελέγη βουλευτής Χανίων στις εκλογές του 1977.

 

Το 1978 προσχώρησε στη Νέα Δημοκρατία, μετά το άνοιγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή προς τον κεντρώο χώρο, και ανέλαβε υπουργός Συντονισμού στην κυβέρνηση Καραμανλή (1978-1980) και υπουργός Εξωτερικών (10 Μαΐου 1980 -  17 Σεπτεμβρίου 1981) στην κυβέρνηση του  Γεωργίου Ράλλη.

 

Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ( 18 Οκτωβρίου 1981), διετέλεσε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας έως την 1η Σεπτεμβρίου 1984, οπότε εξελέγη πρόεδρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υπερισχύοντας του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου. Λόγω του αρνητικού αποτελέσματος στις εκλογές του Ιουνίου του 1985, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ζητά την ανανέωση της εμπιστοσύνης από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας στις 24 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς. Πέντε μέρες αργότερα επανεκλέγεται στην ηγεσία του κόμματος. Ο Κωστής Στεφανόπουλος διαφωνεί με τη διαδικασία και αποχωρεί από το κόμμα για να ιδρύσει τη ΔΗΑΝΑ, το κόμμα της Δημοκρατικής Ανανέωσης.

 

Στις εκλογές του 1989, η Ν.Δ. δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία, λόγω του εκλογικού συστήματος. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διαπραγματεύεται με την ηγεσία του Συνασπισμού της Αριστεράς τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Τζανή Τζανετάκη, με πρωταρχικό στόχο την κάθαρση, δηλαδή τη μη παραγραφή των σκανδάλων που έγιναν την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ. 

 

Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1989, στις οποίες η ΝΔ και πάλι δεν εξασφάλισε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υποστήριξε οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ξενοφώντα Ζολώτα.  Τον Απρίλιο του 1990 η Νέα Δημοκρατία πέτυχε την πολυπόθητη αυτοδυναμία με τη συνδρομή του ενός βουλευτή της ΔΗΑΝΑ και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 11 Απριλίου 1990, σε ηλικία 72 ετών.

 

Η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία μετριοπαθής προσπάθεια εφαρμογής μιας φιλελεύθερης πολιτικής, σε μια εποχή που ο κομμουνισμός γκρεμιζόταν και ο νεοφιλευθερισμός άρχισε να γίνεται το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα. Η επίδοσή της πιθανόν θα ήταν πιο επιτυχής, εάν δεν είχε να αντιμετωπίσει σοβαρές εσωτερικές αντιθέσεις και διαφωνίες («Καραμανλικοί», Αντώνης Σαμαράς), οι οποίες συνέβαλαν τελικά στην πτώση της, όταν απέσυρε την υποστήριξή του από την κυβέρνηση ο βουλευτής Κιλκίς, Γιώργος Σιμπιλίδης.

 

Η κυβέρνηση απώλεσε τη δεδηλωμένη και προκήρυξε εκλογές για τις 10 Οκτωβρίου 1993, τις οποίες έχασε από το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Τέσσερις ημέρες αργότερα, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης παραιτήθηκε από την ηγεσία του κόμματος και έκτοτε παρέμεινε βουλευτής (και επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ) έως τις 11 Φεβρουαρίου 2004, οπότε αποχώρησε από την ενεργό πολιτική, ύστερα από παρουσία 58 χρόνων.

Η πολιτική αντίληψη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη μπορεί να συνοψιστεί στο τρίπτυχο: Σεβασμός στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, εμπιστοσύνη στην ατομική πρωτοβουλία, σταθερός προσανατολισμός προς την Ευρώπη και συμμετοχή στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Προσπάθησε να την εκφράσει έμπρακτα, τόσο από τα έδρανα της αντιπολίτευσης, όσο και ως πρωθυπουργός.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πέθανε στις 29 Μαίου  2017 στην Αθήνα, σε ηλικία 98 ετών.

 

Μητσοτάκης και Κύπρος 

Ο  Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (1918-2017) πρωταγωνίστησε στον πολιτικό βίο και την κοινοβουλευτική ιστορία της Ελλάδας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Με την Κύπρο είχε παλαιούς οικογενειακούς δεσμούς. Ο θείος του, Αριστομένης Κ. Μητσοτάκης, αδελφός του πατέρα του, Κυριάκου, για σειρά ετών βουλευτής, και υπουργός στην κυβέρνηση Αλ. Παπαναστασίου, κατέφυγε εδώ το 1938, ύστερα από το αποτυχημένο αντιδικτατορικό κίνημα των Χανίων του οποίου ηγήθηκε, και αφού έζησε για πέντε χρόνια στην Πάφο, απεβίωσε το 1943 στη Λευκωσία. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1966 στην Ελλάδα, με φροντίδα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τότε υπουργού Συντονισμού. (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ

Η  πρώτη επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη στην Κύπρο έγινε στη δεκαετία του 1960. Ο Χανιώτης πολιτικός έφτασε στο νησί, εντελώς απρόοπτα, τον Οκτώβριο του 1965, τρεις μήνες μετά τα «Ιουλιανά». Ήταν το Σάββατο 23 Οκτωβρίου 1965, όταν το αεροπλάνο που μετέφερε τον τότε Υπουργό Συντονισμού και τη σύζυγό του για ιδιωτική επίσκεψη στη Βηρυτό, υποχρεώθηκε να διακόψει την πτήση του λόγω κακοκαιρίας (ομίχλης) στον Λίβανο, και να παραμείνει στη Λευκωσία για 15 περίπου ώρες. Ο Κ. Μητσοτάκης συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, το επόμενο πρωί, και είχαν δίωρη συνομιλία. Αναχωρώντας από τη Λευκωσία δήλωσε: «Εγώ προσωπικώς ήμην και θα παραμείνω αδιαλλάκτως υπέρ της Ενώσεως. Πιστεύω δε ότι όλοι μας, τόσον εις την Ελλάδα όσον και εις την Κύπρον είμεθα αδιαλλάκτως ενωτικοί».

 

Τα περί πόρνης της Μεσογείου 

 

Το ζεύγος Μητσοτάκη συνόδευε σε αυτό το ιδιωτικό ταξίδι ο εκδότης της μεγάλης αθηναϊκής κεντρώας εφημερίδας «Ελευθερία», Πάνος Κόκκας, ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με τον Κ. Μητσοτάκη στην πολιτική κρίση του Ιουλίου του 1965, στρεφόμενος εναντίον του Γεωργίου Παπανδρέου, αλλά και ο ίδιος που είχε επιτεθεί προσωπικά στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, με ασυνήθιστα σκληρή και άκομψη φρασεολογία, από τον Ιανουάριο του 1965. Και ο Κόκκας έγινε δεκτός από τον Μακάριο, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στις παπανδρεϊκές εφημερίδες των Αθηνών να γράψουν ότι επρόκειτο για «δήλωση μετανοίας» του εκδότη της «Ελευθερίας». (Στη Λευκωσία,  πρωτοσέλιδη φωτογραφία της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Κύπρος», με τίτλο «Εξομολόγησις και συγχώρησις», έδειχνε τον Π. Κόκκα να ασπάζεται την δεξιά του Μακαρίου, υπό τα πλατιά χαμόγελα του Κ. Μητσοτάκη…) Απαντώντας, ο Κόκκας έγραψε ότι στη συνάντηση διευκρινίστηκαν ορισμένα γεγονότα του «κρισίμου θέρους του 1964», προσθέτοντας «ότι η σχετική εκδοχή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου διαφέρει ουσιωδώς εκείνης του κ. Γ. Παπανδρέου». Η «Χαραυγή» χαρακτήρισε με μεγάλους τίτλους «έφοδο κατά της Κύπρου» την «αιφνιδιαστική κάθοδο στη Λευκωσία  μελών του σκληρού πυρήνα των αποστατών της Ένωσης Κέντρου» και ανέλυσε την «αντεθνική δραστηριότητα των Μητσοτάκη – Κόκκα».

Η συνάντηση Μακαρίου - Κόκκα ήταν, όντως, μεγαλύτερη έκπληξη και από την απροσδόκητη άφιξη του Κ. Μητσοτάκη στην Κύπρο. Ο Κόκκας ήταν ο συντάκτης και του πολύκροτου άρθρου για την «πόρνη της Μεσογείου», φράση που για πολλά χρόνια και από πολλούς αποδιδόταν στον ίδιο τον Μητσοτάκη, αποτελώντας και τη βασική αιτία για την αρνητική στάση απέναντι στον Κρητικό πολιτικό μεγάλου τμήματος του Κυπριακού Ελληνισμού. Το σχετικό άρθρο του Κόκκα, καταγράφηκε στα φύλλα της «Ελευθερίας» (σε ελαφρώς διαφορετική εκδοχή από την επικρατήσασα). Με τίτλο «Ήλθεν η ώρα!» δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη «Ελευθερία» στις 4 Απριλίου 1965 (τρεις μήνες πριν τα «Ιουλιανά»). Σχολίαζε την υπό συζήτηση εκείνη την περίοδο «έκθεση Πλάζα», κατηγορούσε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ότι εγκατέλειψε την ένωση, και έκλεινε με τα εξής: «Εάν, αντιθέτως [ο κυπριακός λαός], επιδοκιμάζη την επιδίωξιν να καταστή η μαρτυρική Κύπρος η πόρνη της Εγγύς Ανατολής, ριπτομένη οτέ μεν εις τας ρωσικάς, οτέ δε εις τας βρετανικάς αγκάλας, διά να έχη την ευκαιρίαν μία μικρά κλίκα ανθρωπαρίων να ικανοποιή την ιδιοτέλειάν της, με αξιώματα και φαυλότητας, τότε δεν χρειάζεται η Ελλάς ως προαγωγός εις την οδόν της απωλείας. Ας προχωρήσουν μόνοι.»

 

 

Η δευτερη  επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη στην Κύπρο έγινε μετά την τουρκική εισβολή το 1977, όταν παρευρέθηκε, ως απλός πολιτευτής, στην κηδεία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, λίγες βδομάδες πριν ιδρύσει το «Κόμμα των Νεοφιλελευθέρων», με το οποίο επέστρεψε στη Βουλή στις εκλογές του Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Σε αντίθεση με την επίσκεψη του 1977, η οποία πέρασε απαρατήρητη, η επόμενη αποτελεί την πιο επεισοδιακή επίσημη επίσκεψη στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Γεώργιου Ράλλη, έφτασε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας στις 31 Ιουλίου 1981 για εξαήμερη επίσημη επίσκεψη. Ήταν ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας που επισκεπτόταν την Κυπριακή Δημοκρατία. Ατυχώς, η επίσκεψή του συνέπεσε με την κορύφωση του οξύτατου προεκλογικού αγώνα στην Ελλάδα, που έληξε με την θριαμβευτική επικράτηση του ΠΑΣΟΚ, τον Οκτώβριο του 1981, ενώ στην Κύπρο, όπου είχαν προηγηθεί βουλευτικές εκλογές τον Μάιο, το λεγόμενο «εσωτερικό μέτωπο» δοκιμαζόταν από οξύτατες πολιτικές αντιπαραθέσεις όλων των κομμάτων εναντίον όλων (και του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄ συμπεριλαμβανομένου), και από χαοτική διάσταση απόψεων για τις συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού. (Τις ίδιες μέρες οι Τ/Κ είχαν καταθέσει χάρτη και συνταγματικές προτάσεις). Τον Κ. Μητσοτάκη υποδέχθηκε στο Αεροδρόμιο ο ομόλογός του, Νίκος Ρολάνδης. Τη συνέχεια την περιγράφει ο τότε πρέσβης της Ελλάδας στη Λευκωσία, Χρήστος Γ. Ζαχαράκις στο βιβλίο του «Άκρως απόρρητο ειδικού χειρισμού» (Αθήνα: Λιβάνης 2008):

«Μόλις και πρόλαβε να χαιρετίσει [ο Κ. Μητσοτάκης] τον Ρολάνδη στα πόδια της σκάλας και να μπει μαζί μας στο αυτοκίνητο που περικυκλώθηκε αμέσως από τους διαδηλωτές. Οι οποίοι, έξαλλοι, ύβριζαν, απειλούσαν, χτυπούσαν το καπό και τα τζάμια και πετούσαν αβγά και ντομάτες. Μετά κόπου συγκράτησα τον πιστό σωματοφύλακα του ΥΠΕΞ Μανούσο Γρυλλάκη να μην πυροβολήσει κατά του πλήθους, πράγμα που, ο μη γένοιτο, θα είχε τραγικές συνέπειες. Ο Ρολάνδης ήταν κάτωχρος και μούσκεμα στον ιδρώτα και μόνο στην είσοδο του «Χίλτον» κατόρθωσε, πελιδνός, να ψελλίσει: «Είδες τι έκαναν τα καθάρματα;»! Ο Μητσοτάκης, όμως, με εντυπωσίασε, και πάλι, με την ολύμπια αταραξία του. Απέφυγε κάθε σχόλιο, χαμογελούσε και, μάλιστα, χαιρετούσε τους φωνασκούντες, σαν να μη συνέβαινε τίποτε και σαν να επρόκειτο για οπαδούς του. Και όταν του είπα ότι θεωρούσα υποχρέωσή μου να θέσω στη διάθεσή του την περαιτέρω παραμονή μου στην πρεσβεία της Λευκωσίας, γύρισε και μου απήντησε γελώντας: “Πάντα υπερβολικός είσαι, βρε Χρήστο!”»

Δεν είναι δυνατόν να παρουσιάσουμε εδώ τα όσα ακολούθησαν τόσο στη Λευκωσία (ειδικά στις σχέσεις ΔΗΚΟ – ΕΔΕΚ, καθώς το δεύτερο κόμμα κατηγορήθηκε ότι υποκίνησε τα επεισόδια) όσο και στην Αθήνα, στο περιθώριο της προεκλογικής «εκστρατείας». Η επίσκεψη πάντως συνεχίστηκε κανονικά, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επισκέφθηκε όλη την Κύπρο και μάλιστα μίλησε και στο θρησκευτικό μνημόσυνο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Μονή Κύκκου. Το επεισόδιο (πρωτοσέλιδο άρθρο του «Φιλελευθέρου» το χαρακτήρισε «Πολιτικό παληοπαιδισμό») θα ξεχνιόταν γρήγορα (ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και δύο κληρικοί) και όσοι γνώρισαν τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη είναι βέβαιοι ότι ο ίδιος θα το θυμόταν με χαμόγελο. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ανδρέας Παπανδρέου θα εκλεγόταν πρωθυπουργός και θα κατέφθανε στην Κύπρο, τον Φεβρουάριο του 1982, ως «Νέος Κίμων στο Κίτιο», όπως γράφει σαρκάζοντας ο Χρήστος Ζαχαράκις…

 


Πηγές  

1. https://www.sansimera.gr
2. Περί Ιστορίας https://papapolyviou.com/2017/06/03/konstantinos-mitsotakis-kai-kipros/