Περιστερώνα Μόρφου

Image

Μεγάλο μεικτό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, στη δυτική κεντρική πεδιάδα (λεκανοπέδιο Μόρφου), περί τα 32 χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας (μέσω Αγίων Τριμιθιάς). Η διοικητική της έκταση ανέρχεται στα 2.465 εκτάρια περίπου.

 

Η Περιστερώνα είναι κτισμένη κοντά στη δυτική όχθη του ομώνυμου ποταμού, που είναι παραπόταμος του Σερράχη, σε μέσο υψόμετρο 230 μέτρων. Ο ποταμός αυτός άνοιξε μια σχετικά πλατιά κοιλάδα αφού κουβάλησε από τα βουνά του Τροόδους τεράστιους όγκους κροκαλών που τις εναπέθεσε στην κοίτη του. Αυτές τις κροκάλες στα παλαιά χρόνια οι κάτοικοι της Περιστερώνας τις χρησιμοποιούσαν για το θεμελίωμα των σπιτιών τους, αφού πάνω στη βάση αυτή οικοδομούσαν με πλιθάρι το ισόγειο ή το ανώγι τους. Σήμερα οι κροκάλες χρησιμοποιούνται για την παραγωγή σκύρων. Το ανάγλυφο του χωριού έχει μια κλίση προς τα βόρεια. Το υψόμετρο από τα 300 μέτρα κοντά στα νότιά του σύνορα, μειώνεται στα 230 μέτρα κοντά στον οικισμό και στα 150 μέτρα κοντά στα βόρειά του σύνορα.

 

Από γεωλογικής απόψεως, γύρω από την κοίτη του ποταμού απαντώνται οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου που αποτελούνται από άμμους, κροκάλες και αργίλλους, ενώ στην υπόλοιπη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν τα αμμοχάλικα της Πλειστόκαινης γεωλογικής   περιόδου   (σύναγμα). Τα εδάφη της περιοχής έχουν έντονη συσχέτιση με το μητρικό πέτρωμα. Έτσι κατά μήκος της κοίτης του ποταμού βρίσκονται τα προσχωσιγενή εδάφη, ενώ στο υπόλοιπο μέρος του χωριού αναπτύχθηκαν ερυθρογαίες.

 

Η Περιστερώνα δέχεται μια πολύ χαμηλή μέση ετήσια βροχόπτωση. Ωστόσο το χωριό επηρεάζεται από το μεγαλύτερο και σημαντικότερο υδροφόρο στρώμα της Κύπρου, εκείνο της Δυτικής Μεσαορίας ή Μόρφου. Στην περιοχή του έχουν ανορυχθεί δεκάδες διατρήσεις που μαζί με την αξιοποίηση του νερού του ποταμού συνέβαλαν στην άρδευση σημαντικών εκτάσεων γης. Η έκταση αυτή, σύμφωνα με την απογραφή γεωργίας 1985, είναι η μεγαλύτερη σ' ολόκληρη την ελεύθερη περιοχή της επαρχίας Λευκωσίας. Κατά τους χειμερινούς και ανοιξιάτικους μήνες που ρέει ο ποταμός, χωμάτινα και τσιμεντένια αυλάκια μεταφέρουν νερό για την άρδευση παρακείμενων φυτειών εσπεριδοειδών και λαχανικών.

 

Τα εύφορα εδάφη του χωριού, οι μεγάλες αρδευόμενες εκτάσεις γης με τις προσοδοφόρες καλλιέργειες των εσπεριδοειδών, των λαχανικών και των οσπρίων και η εργατικότητα των κατοίκων του, συνέβαλαν ώστε η Περιστερώνα να καταστεί ένα από τα πρώτα γεωργικά χωριά της Κύπρου.

 

Στην περιοχή της καλλιεργούνται σε μεγάλη κλίμακα τα εσπεριδοειδή, τα όσπρια, που περιλαμβάνουν κουκιά, φασόλια, ρεβίθια και λουβιά και τα σιτηρά. Η Περιστερώνα είναι επίσης το κυριότερο λαχανοπαραγωγικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας. Στην περιοχή της καλλιεργείται μια μεγάλη ποικιλία λαχανικών που περιλαμβάνουν πατάτες, κρεμμύδια, σκόρδους, μαρούλια, μπιζέλια, πιπέρια, κολοκυθάκια, κραμπιά, καρπούζια, πεπόνια, ντομάτες, αγγουράκια, καρότα, παντζάρια, κόλιαντρο και άλλα. Στο χωριό καλλιεργούνται ακόμη τα νομευτικά φυτά, οι ελιές, οι αμυγδαλιές και λίγα αμπέλια επιτραπέζιων και οινοποιήσιμων ποικιλιών.

 

Εκτός από τη γεωργία πολύ ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία στο χωριό.

 

Η Περιστερώνα εξυπηρετείται μ' ένα πολύ καλό οδικό δίκτυο. Βρίσκεται δίπλα στο δρόμο Λευκωσίας-Αστρομερίτη-Τροόδους που τη συνδέει τόσο με την πρωτεύουσα όσο και με τα ορεινά θέρετρα του Τροόδους. Στα βορειοδυτικά συνδέεται με το χωριό Αστρομερίτης (περί τα 4 χμ.), στα ανατολικά με το χωριό Ακάκι (περί τα 5 χμ.) και στα νοτιοανατολικά με το χωριό Ορούντα (περί τα 4,5 χμ.). Συνδέεται επίσης με σκυρόστρωτο δρόμο στα βορειοανατολικά με το χωριό Αυλώνα (περί τα 4,5 χμ.) καθώς και με χωματόδρομο στα νοτιοδυτικά με το χωριό Ποτάμι (περί τα 6 χμ.).

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 741
1891 756
1901 829
1911 820
1921 923
1931 987 (591 Ελληνοκύπριοι και 396 Τουρκοκύπριοι)
1946 1.181 (804 Ελληνοκύπριοι και 377 Τουρκοκύπριοι)
1960 1.166 (690 Ελληνοκύπριοι και 476 Τουρκοκύπριοι)
1973 843 (791 Ελληνοκύπριοι και 52 Τουρκοκύπριοι)
1976 1.724
1982 2.261
1992 2.279
2001 2.173

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 οι εναπομείναντες Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού το εγκατέλειψαν και μετακινήθηκαν στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Στη συνέχεια η Περιστερώνα δέχτηκε ένα μεγάλο αριθμό Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων, κυρίως από την πεδιάδα της Μόρφου. Σε περιοχές του χωριού δημιουργήθηκαν προσφυγικοί συνοικισμοί αυτοστέγασης. Ένα μεγάλο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού του χωριού που δεν ασχολείται με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, εργάζεται στη Λευκωσία ως διακινούμενος.

 

Το χωριό υφίστατο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια με το ίδιο ακριβώς όνομα. Σε παλαιούς όμως χάρτες αναγράφεται μεν ως Peristerona αλλά απαντάται και ως Peristera (Περιστερά). Ο δε μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς (15ος αιώνας) επανειλημμένα αναφέρει το χωριό με το σημερινό του όνομα.

 

Φαίνεται ότι η Περιστερώνα ανήκε, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, στην ευρύτερη ιδιοκτησία των κομήτων της Μόρφου (ντε Ρουχάς), αφού ο Φλώριος Βουστρώνιος την αναφέρει ως Περιστερώνα των Κομήτων (Peristerona del Conte), χώρο άσκησης των αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος. 

 

Είναι προφανές ότι το όνομα του χωριού προήλθε από το περιστέρι, ιερό πουλί της θεάς Αφροδίτης κατά την Αρχαιότητα, απ' όπου περιστερών περιστερώνας (ο) είναι ο τόπος εκτροφής των περιστεριών. Το όνομα, συνεπώς, του χωριού (όπως κι άλλων χωριών της Κύπρου καθώς και πολλών τοποθεσιών) είναι αρχαιότερο της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Δηλαδή πριν αρχίσει να χρησιμοποιείται στην Κύπρο η ξενική λέξη πεζούνι (και πεζουναρκόν) για το περιστέρι (και τον περιστερώνα). Τούτο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός υφίστατο μάλλον από τα Βυζαντινά χρόνια. Υπάρχει επίσης πληροφορία ότι η Περιστερώνα, μαζί με το Μηλικούρι, είχαν παραχωρηθεί στο μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου αμέσως μετά την ίδρυση του μοναστηριού από τον Βυζαντινό αξιωματούχο Μανουήλ Βουτουμίτη στα τέλη του 11ου αιώνα.

 

Εξάλλου, στα τέλη των Βυζαντινών χρόνων (γύρω στα 1100) τοποθετείται χρονικά το κτίσιμο της γνωστής όσο και σημαντικής εκκλησίας της Περιστερώνας, με βάση διάφορα αρχιτεκτονικά και άλλα χαρακτηριστικά της. Για τη σημαντική αυτή εκκλησία, αφιερωμένη στους αγίους Βαρνάβα και Ιλαρίωνα, βλέπε χωριστό λήμμα.

 

Ο Λεόντιος Μαχαιράς (Χρονικόν, παρ. 32), αναφέρει τόσο την Περιστερώνα της Αμμοχώστου (γράφοντας: Περιστερόνα τῆς Μεσαρίας), όσο και την Περιστερώνα της Μόρφου (γράφοντας: Περιστερόνα τοῦ κούντη τε Τζάφ, δηλαδή ιδιοκτησία του κόμητα της Γιάφφας). Στην περίπτωση αυτή ο μεσαιωνικός χρονογράφος αναφέρει ότι εἰς τήν Περιστερόναν τοῦ κούντη τε Τζάφ ὁ  ἅγιος Βαρνάβας καί ὁ  ἃγιος Ἱλαρίων.

 

Υπήρχε δηλαδή στην Περιστερώνα ο τάφος των δυο αυτών αγίων που η μνήμη τους γιορτάζεται στις 21 Οκτωβρίου. Για τους δυο αγίους βλέπε περισσότερα στα αντίστοιχα λήμματα (Βαρνάβας άγιος και Ιλαρίων άγιος) όπου γίνονται και αναφορές στη σχέση τους προς την Περιστερώνα.

 

Ο κόμης της Γιάφφας, στον οποίο αναφέρει ο Μαχαιράς ότι ανήκε η Περιστερώνα, ήταν ο Ιωάννης ντ' Ιμπελέν (της μεγάλης γνωστής οικογένειας των Ιβελίνων*), συγγραφέας των Ασσιζών* (=νόμων). Την πληροφορία αυτή δίνει και ο ντε Μας Λατρί, που γράφει επίσης ότι αργότερα το φέουδο της Περιστερώνας είχε περιέλθει ξανά στην κατοχή του βασιλιά της Κύπρου, πιθανώς με κατάσχεσή του. Τούτο όμως θα πρέπει να συνέβη περί τα τέλη της Φραγκοκρατίας, αφού ο Μαχαιράς (15ος αιώνας) σαφώς αναφέρει το χωριό ως ιδιοκτησία του κόμητα της Γιάφφας. Δεν γνωρίζουμε για πόσα χρόνια το χωριό είχε παραμείνει στην ιδιοκτησία της οικογένειας των Ιβελίνων.

 

Σε μια άλλη περίπτωση (παρ. 44) ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει έναν ευγενή, ιδιοκτήτη λουτρού στη Λευκωσία, τον σίρ Χίου Περιστερῶν. Ο ευγενής αυτός θα πρέπει να είχε πάρει το οικογενειακό του όνομα από ιδιοκτησία του, που ήταν η Περιστερώνα (πράγμα συνηθισμένο την εποχή εκείνη, όπως λ.χ. κόμης ντε Μόρφου, Έκτωρ ντε Κιβίδες κλπ.). Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν γνωρίζουμε ποιας Περιστερώνας υπήρξε ιδιοκτήτης ο ευγενής αυτός.

 

Σε άλλη περίπτωση (παρ. 696), ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει την Περιστερώνα ως ένα των κέντρων των Κυπρίων επαναστατών, που είχαν ξεσηκωθεί κατά των Φράγκων το 1426-27 με αρχηγό τον ρήγα Αλέξη*:

... Ἔβαλαν oἱ χωργιάτες καπετάνον εἰς τήν Λεύκαν, ἄλλον καπετάνον εἰς τήν Λεμεσόν, ἄλλον εἰς τήν Ὀρεινήν, καί εἰς τήν Περιστερόναν ἄλλον, καί εἰς τοῦ Μόρφου καπετάνον, καί εἰς τό Λευκόνικον ρήγαν Ἀλέξην...

 

Για να τοποθετηθεί στην Περιστερώνα καπετάνιος, δηλαδή τοπικός αρχηγός/ διοικητής των επαναστατών Κυπρίων, σημαίνει πως το χωριό θα πρέπει να ήταν τότε σημαντικό φέουδο.

 

Αφού η Περιστερώνα επανήλθε (κατά τον ντε Μας Λατρί) στην κατοχή του βασιλιά, ως τέτοια ιδιοκτησία κατεσχέθη αργότερα από τους Τούρκους όταν αυτοί κατέκτησαν την Κύπρο (1570-71). Αυτός ήταν κι ο βασικός λόγος για την εγκατάσταση και Τούρκων στο χωριό, που όμως δεν κατόρθωσαν τελικά να υπερισχύσουν των Ελλήνων κατοίκων του και η Περιστερώνα παρέμεινε μεικτό χωριό σε αντίθεση προς άλλα που σταδιακά μετετράπησαν σε αμιγή τουρκικά.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Περιστερώνα και μερικά άλλα χωριά (Πέτρα, Γαλάτα, Καλιάνα, Περιστερώνα Πάφου και Ανώγυρα) πλήρωναν ειδικούς φόρους που αποτελούσαν το εισόδημα του δευτερδάρ εφέντη (αρχηγού των τεσσάρων αγάδων της Λευκωσίας που είχαν την ευθύνη είσπραξης των φόρων από τα χωριά).

 

Ο Γερμανός αρχαιολόγος δρ. Λούτβιγκ Ρος που περιόδευσε την Κύπρο το 1845, γράφει ότι το χωριό είχε μερικές εκκλησίες που ήσαν ερειπωμένες «και άλλα μεσαιωνικά κατάλοιπα».

 

Προανεφέρθη ήδη το αξιολογότερο μνημείο του χωριού, η εκκλησία των Αγίων Ιλαρίωνος και Βαρνάβα. Κοντά στην εκκλησία αυτή βρίσκεται και το τουρκικό τζαμί, του οποίου ο μιναρές υψώνεται δίπλα στο καμπαναριό κι αποτελεί παράδειγμα της πολύχρονης συμβίωσης των Ελλήνων και των Τούρκων της Κύπρου. Μάλιστα σαν τέτοιο παράδειγμα, η εικόνα αυτή χρησιμοποιήθηκε και σε κυπριακό γραμματόσημο των 2 γροσιών και σε άλλο των 3/4 του γροσίου, της περιόδου της Αγγλοκρατίας και τα δύο (επί βασιλέως Γεωργίου). Ο R. Gunnis (1936) μνημονεύει και την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας που γράφει ότι είχε επισκευαστεί επί των ημερών του αλλά διατηρούσε ακόμη λίγες τοιχογραφίες. Η εκκλησία αυτή, στο νοτιοδυτικό άκρο του χωριού, είναι μικρή καμαροσκέπαστη και αποτελεί κτίσμα του 16ου αιώνα. Στον ίδιο αιώνα χρονολογούνται και οι τοιχογραφίες της.

 

Ο G. Jeffery πάλι (1918) μνημονεύει τη μικρή εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, παλαιό κτίσμα που ξανακτίστηκε. Ο Ρος (Ross, 1845) κάνει γενική αναφορά για ύπαρξη μεσαιωνικών εκκλησιών στην Περιστερώνα.

 

Σ' ό,τι αφορά την εκπαίδευση, το 1849-50 ιδρύθηκε ιδιωτικό σχολείο στο χωριό από τον δάσκαλο Χατζηδημήτρη Ασκητή, που συνέχισε να λειτουργεί στο σπίτι του ώς το 1870. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Κωνσταντίνος Χατζηδημητρίου, ο οποίος δίδαξε από το 1870 ως το 1878 και τρία χρόνια μετά την αγγλική κατοχή (1878 κ.ε.). Μετά πήγε στον Στρόβολο όπου χειροτονήθηκε ιερέας. Μαθητές από άλλα χωριά έμεναν στο σπίτι του δασκάλου πληρώνοντας σε είδος για τη διατροφή τους. Παράλληλα, αναφέρεται ότι είχε λειτουργήσει στο χωριό (άγνωστο από πότε ακριβώς) και τουρκοκυπριακό σχολείο.

 

Στο χωριό ιδρύθηκε αστυνομικός περιφερειακός σταθμός από το 1905. Ο κυπριακός σιδηρόδρομος, που κάλυπτε κατά μήκος όλη την κεντρική πεδιάδα (Μόρφου-Λευκωσία-Αμμόχωστος) περνούσε βορειότερα του χωριού (από το χωριό Αυλώνα), όμως συνέβαλε στην ανάπτυξη και της Περιστερώνας.

Φώτο Γκάλερι

Image