Πάφος πόλη

Η Πάφος την περίοδο Φραγκοκρατίας -Βενετοκρατίας

Image

 Από τις αναφορές στα μεσαιωνικά χρονικά, προκύπτει ότι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η Πάφος ήταν σημαντική κυρίως ως λιμάνι στη ναυτική συγκοινωνία με την Αίγυπτο αλλά και με τη Δύση, λόγω της γεωγραφικής της θέσης στα δυτικά παράλια της Κύπρου. Συνήθως τα καράβια που ξεκινούσαν από την Πάφο για τη Δύση είχαν ως επόμενο σταθμό τους τη Ρόδο, έδρα των Ιωαννιτών ιπποτών. Στη χρησιμοποίηση της Πάφου ως σταθμού στη θαλάσσια συγκοινωνία με την Δύση, συνέβαλε και το γεγονός ότι οι βορειότερες θάλασσες ήσαν συνήθως πιο επικίνδυνες για τα καράβια, εξ αιτίας της δράσεως πειρατών που εξορμούσαν από τα μικρασιατικά παράλια ή και εξ αιτίας του ότι τα μικρασιατικά παράλια συνήθως δεν ήσαν φιλικά αφού κατέχονταν από μη χριστιανικές δυνάμεις προς τις οποίες αντιμαχόταν κι αυτό το βασίλειο της Κύπρου. Ακόμη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Πάφος εχρησιμοποιείτο κι ως ναυτικός σταθμός όχι μόνο από τα εμπορικά καράβια αλλά κι από καράβια που μετέφεραν Ευρωπαίους ταξιδιώτες και προσκυνητές προς τους Αγίους Τόπους κι αντίθετα. Μεταξύ των προσκυνητών αυτών περιλαμβάνονταν και διακεκριμένα άτομα. Για παράδειγμα γνωρίζουμε ότι ένας τέτοιος προσκυνητής ήταν ο βασιλιάς της Δανίας Έρικ «ο πάντοτε αγαθός» που το 1103 (Βυζαντινά χρόνια) πέθανε κι ετάφη στην Πάφο καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους.

 

Βέβαια ως λιμάνι η Πάφος δεν κατόρθωσε ποτέ ν’ αποκτήσει τη σπουδαιότητα της μεσαιωνικής Αμμοχώστου ή ακόμη της Λάρνακας, ούτε καν της Κερύνειας που εχρησιμοποιείτο κυρίως από πολεμικά καράβια. Η Αμμόχωστος, και μετά το 1373 η Λάρνακα, ευνοήθηκαν κυρίως ως εμπορικά λιμάνια γιατί βρίσκονταν απέναντι από τη συροπαλαιστινιακή ακτή στην οποία κατέληγαν τα καραβάνια που έφθαναν από τα βάθη της Ασίας, μεταφέροντας τα διάφορα εξωτικά εμπορεύματα που προορίζονταν για τις αγορές της Ευρώπης.

 

Από αναφορές των μεσαιωνικών χρονογράφων (Λεοντίου Μαχαιρά και Γεωργίου Βουστρωνίου) γνωρίζουμε ότι η Πάφος διέθετε ισχυρό κάστρο. Μάλιστα τόσο ο Μαχαιράς όσο και ο Βουστρώνιος ομιλούν σε μερικές περιπτώσεις για καστέλλια (= κάστρα) στον πληθυντικό, έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι στην πόλη λειτουργούσαν τον 15ο αιώνα δύο κάστρα. Το ένα ήταν το κάστρο του λιμανιού και το δεύτερο ήταν, πιθανώς, το κάστρο «Σαράντα Κολώνες», αν και αυτό αναφέρεται ότι είχε εγκαταλειφθεί από το 1222 όταν καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό. Υπάρχει εν τούτοις και η άποψη ότι υφίστατο κι άλλο κάστρο (από τα Βυζαντινά χρόνια) στα δυτικά αυτού που σώζεται ως σήμερα, κι ότι τα κυκλικά ίχνη από θεμέλια που φαίνονται σήμερα και που θεωρείται ότι ήταν αρχαίο αμφιθέατρο, ήταν ο πύργος του κάστρου αυτού. Εάν το λεγόμενο αμφιθέατρο ήταν στην πραγματικότητα πύργος ενός κάστρου των Βυζαντινών χρόνων, κι αν αυτό είχε χρησιμοποιηθεί κι αργότερα ή όχι, θα φανεί από τη μελλοντική ανασκαφική έρευνα.

 

Από άλλα κατάλοιπα γνωρίζουμε ότι στην Πάφο υφίστατο γοτθικός καθεδρικός ναός (που ελάχιστα ίχνη του σώζονται). Υπήρχαν επίσης άλλες λατινικές εκκλησίες όπως και δημόσια λουτρά. Το σωζόμενο σήμερα μικρό κάστρο στο λιμάνι της Πάφου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κτίσμα της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Το κάστρο υπήρχε βέβαια εκεί, για προστασία του λιμανιού κυρίως, και φαίνεται ότι στα χρόνια της Φραγκοκρατίας ήταν πολύ μεγαλύτερο. Όμως το αρχικό κάστρο ανατινάχθηκε και καταστράφηκε τον 16ο αιώνα από τους Βενετούς που αδυνατούσαν να το επανδρώσουν και που δεν ήθελαν να πέσει στα χέρια των Τούρκων. Στα ερείπιά του οι Τούρκοι ανοικοδόμησαν το 1589 το κάστρο στη μορφή και στο μέγεθος που σώζεται ως σήμερα.

 

Η Πάφος, κατά την πρώτη περίοδο της Φραγκοκρατίας, εξακολουθούσε ν’ αποτελεί έδρα του Ορθόδοξου τοπικού επισκόπου. Όμως μετά το 1222, όταν ετέθη από τους Λατίνους σ’ εφαρμογή το σχέδιο μειώσεως των Ορθόδοξων επισκοπικών εδρών από 14 σε 4 και η εκδίωξη των 4 από τις πόλεις, η έδρα της Πάφου μετεφέρθη στην Αρσινόη (Πόλη Χρυσοχούς) και πιθανώς — για κάποιο διάστημα —στο χωριό Επισκοπή (Πάφου) απ’ όπου και η ονομασία του.

 

Η Πάφος απετέλεσε και την έδρα Λατίνου επισκόπου, κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας, μιας των 4 Λατινικών επισκοπών της Κύπρου (Λευκωσίας, Αμμοχώστου, Λεμεσού, Πάφου). Στην Πάφο (για την ακρίβεια στο Κτήμα, επί του λόφου που δεσπόζει της Κάτω Πάφου) επανήλθε η Ορθόδοξη επισκοπική έδρα στα τελευταία χρόνια της Φραγκοκρατίας.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η πόλη της Πάφου επλήγη επανειλημμένα από ισχυρούς σεισμούς και έπαθε εκτεταμένες καταστροφές από τις οποίες δεν μπόρεσε να συνέλθει ξανά. Ένας τέτοιος ισχυρός σεισμός μαρτυρείται στα 1222, που προξένησε μεγάλες καταστροφές στη Λευκωσία, στη Λεμεσό και κυρίως στην Πάφο. Στην Πάφο, ιδιαίτερα, κατέρρευσαν πολλά σπίτια ενώ έπαθαν εκτεταμένες καταστροφές το κάστρο «Σαράντα Κολώνες» και το λιμάνι. Ακόμη, αναφέρεται ότι είχε γκρεμιστεί κι ένας ναός (ο καθεδρικός;) καταπλακώνοντας το εκκλησίασμα και τον ίδιο τον επίσκοπο που διάβαζε προσευχές.

 

Οι σεισμοί της περιόδου της Φραγκοκρατίας έπληξαν καίρια την πόλη (ομιλούμε πάντοτε για τη σημερινή Κάτω Πάφο) που δεν ξανακτίστηκε ή, τουλάχιστον, δεν απέκτησε ξανά τα λαμπρά της οικοδομήματα. Ένας μεσαιωνικός επισκέπτης, ο Γερμανός ιερέας Ludolph von Suchen που επεσκέφθη την Κύπρο στα 1336-1341, έγραψε:

 

... Η Πάφος, κάποτε μεγάλη κι ωραία πόλη, είναι η αρχαιότερη στην Κύπρο. Βρίσκεται πάνω στην παραλία απέναντι από την Αλεξάνδρεια, τώρα όμως είναι σχεδόν κατεστραμμένη από τους συχνούς σεισμούς... (βλέπε Excerpta Cypria, p. 18).

 

Κι αργότερα, ο επίσης Γερμανός Δομινικανός μοναχός Felix Faber, που επεσκέφθη την Κύπρο στα 1483, έγραψε ύστερα από επίσκεψή του στην Πάφο:

 

... Πόσο τεράστια ήταν αυτή η πόλη και πόσο μεγαλοπρεπείς οι εκκλησίες που κάποτε ορθώνονταν εκεί, το μαρτυρούν τα πολλά ερείπια κι οι επιβλητικές μαρμάρινες κολώνες που βρίσκονται ριγμένες στο έδαφος. Η Πάφοςείναι τώρα έρημη, όχι πολιτεία πια, αλλά ένα άθλιο χωριό που ξεφύτρωσε μέσα από τα ερείπια. Γι’ αυτό και το λιμάνι εγκαταλείφθηκε και τα πλοία καταφεύγουν σ’ αυτό μόνον όταν εξαναγκασθούν, όπως ήταν κι η τύχη μας. Όπως άφησε την πόλη ένας σεισμός, έτσι ερειπωμένη παραμένει σήμερα και δεν βρέθηκε βασιλιάς ή επίσκοπος για να την ορθώσει ξανά... (βλέπε Excerpta Cypria, p. 45).

 

Έτσι από τον 13ο αιώνα κι εξής η Νέα Πάφος κειτόταν σε ερείπια. Η παλαιά πρωτεύουσα της Κύπρου είχε χάσει οριστικά την αρχαία της δόξα. Τη θέση της θα έπαιρνε μια καινούργια μικρή πόλη ανεβασμένη στον επιβλητικό βράχο, κάπως μακρύτερα από τη θάλασσα, αυτή που θα γινόταν γνωστή με την ονομασία Κτήμα.

 

Καμιά σίγουρη μαρτυρία δεν μας μιλά για τον πρώτο οικισμό του Κτήματος. Η νέα πόλη δεν αναφέρεται πριν από τα χρόνια των Φράγκων, κι ούτε φαίνεται πριν απ’ αυτή να ήταν κάτι το σημαντικό. Όμως πρέπει να δεχτούμε πως οι πρώτοι κάτοικοι θ’ ανέβηκαν στο ύψωμα από τη Νέα Πάφο πολύ πιο πριν. Οι φοβερές αραβικές επιδρομές — από το 648 ως το 965 — ανάγκασαν πολλούς από τους κατοίκους της Νέας Πάφου ν’ ανεβούν και να κατοικήσουν ψηλότερα και μακριά από την ακτή, όπου θα ένιωθαν πολύ πιο ασφαλείς.

 

Φαίνεται όμως πως δεν ήταν μόνο οι αραβικές επιδρομές που δημιούργησαν το Κτήμα εις βάρος της Νέας Πάφου. Ήταν μαζί κι οι συχνοί καταστρεπτικοί σεισμοί καθώς και το ανθυγιεινό κλίμα, που μάστιζαν την παραθαλάσσια πολιτεία. Έτσι οι κάτοικοι της παλαιάς πόλης, κοιτάζοντας πώς να ξεφύγουν απ' τα κακά, πύκνωναν τον πληθυσμό του νέου συνοικισμού. Κατά μιαν άποψη το Κτήμα ήταν κιόλας σε ακμή το 1191, όταν η Κύπρος κατακτήθηκε από τον Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο. Δεν φαίνεται όμως πιθανό ν’ απέκτησε το Κτήμα αξιόλογο πληθυσμό πριν από το 1222, τη χρονιά δηλαδή του φοβερού σεισμού που ισοπέδωσε τη Νέα Πάφο.

 

Μια παραδοξότητα παρουσιάζουν οι χρονολογίες σχετικά με τη Νέα Πάφο και το Κτήμα. Ενώ δηλαδή η Νέα Πάφος εμφανίζεται κι από τον θρύλο κι από τις μαρτυρίες (Στράβων, Παυσανίας) σαν κτίσμα των Αρκάδων από τα Προϊστορικά χρόνια, ωστόσο οι μέχρι σήμερα αρχαιολογικές έρευνες δεν έφεραν στο φως ίχνη που ν’ ανήκουν σε εποχή παλαιότερη του 4ου π.Χ. αιώνα, της εποχής που η πόλη είχε επιλεγεί από τον τελευταίο της βασιλιά, τον Νικοκλή, ως έδρα του. Αντίθετα το Κτήμα, μ’ όλο που φαίνεται ν’ αποτελεί ένα είδος διαδόχου πόλεως της Νέα Πάφου, έκρυβε στα χώματά του πολλά στοιχεία κατά πολύ αρχαιότερης κατοίκησης.

 

Οπωσδήποτε η νεώτερη ιστορία του Κτήματος αρχίζει στα χρόνια των Φράγκων. Το ίδιο το όνομά του συνδέεται με τις ιστορικές περιπέτειες του νησιού σε εκείνα τα χρόνια. Με τη φραγκική κατοχή η περιοχή της Πάφου απετέλεσε βασιλικό κτήμα (Domaine Royale) και σαν τέτοιο παραχωρήθηκε στα 1193 από τον Γκυ ντε Λουζινιάν στον Αμωρύ, πρώην κοντοσταύλη της Ιερουσαλήμ. Το Βασιλικό Κτήμα, αποβάλλοντας το επίθετο, έγινε κύριο όνομα κι απετέλεσε το όνομα της καινούριας πόλης. Οι πλουσιότεροι από τους Φράγκους και τους Έλληνες κατοικούσαν σ’ αυτό, ανάμεσα σε λαμπρούς κήπους, κι απολάμβαναν το εξαίρετο κλίμα του, αφήνοντας χαμηλά, στην ελώδη παραλία, τη Νέα Πάφο να διατηρεί ακόμη τον τίτλο της πρωτεύουσας της επαρχίας.

 

Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει επανειλημμένα την Πάφο. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις ως λιμάνι για τη θαλάσσια επικοινωνία με τη Δύση και τον Νότο (Αίγυπτος). Έτσι, αναφέρει την Πάφο ως χώρο αναχώρησης καραβιών για την Αττάλεια (Μικρά Ασία) το 1363, λιμάνι άφιξης καραβιών από τη Βενετία την ίδια εποχή, λιμάνι αναχώρησης για το Κάιρο το 1366, λιμάνι απ’ όπου αναχώρησε για τη Ρόδο και την Ευρώπη ο βασιλιάς Πέτρος Α΄ το 1367:

 

... Τότες ἐπῆγεν ὁ ρήγας εἰς τήν Πάφον, καί ἐνέβην εἰς τό κάτεργον [= γαλέρα] καί ἐπῆγεν εἰς τήν Ρόδον καί ἀπ’ ἐκεῖ  ἐπῆγεν εἰς τήν Ἀνάπολιν [=Νεάπολη, Ιταλία]...

 

Επίσης ο Μαχαιράς αναφέρει την Πάφο ως λιμάνι άφιξης καραβιών από την Αλεξάνδρεια το 1369, όπως κι άφιξης του στόλου των Γενουατών από τη Δύση (36 καράβια) τον Οκτώβριο του 1373. Επίσης, τον Μάιο του 1427, ο βασιλιάς της Κύπρου Ιανός* στην Πάφο έφθασε όταν επέστρεψε από την αιχμαλωσία του στην Αίγυπτο:

 

... Καί τήν δευτέραν ἐφέραν μαντάτον πῶς ὁ ρήγας ἀνέφανεν εἰς τήν Πάφον...

 

Ακόμη, ο Λεόντιος Μαχαιράς περιγράφει επίθεση των Γενουατών κατά της Πάφου το 1373, χρόνο εισβολής των Γενουατών στην Κύπρο. Μαζί μ’ αυτούς είχαν ενωθεί και άλλοι (Έλληνες, Βούλγαροι και Τάταροι), κατά τον Μαχαιρά σιμά δύο χιλιάδες ἀνθρῶποι, καί ἐπῆγαν καί ἐπῆραν [=κατέλαβαν] τά καστελλία τῆς Πάφου...

 

Εδώ ο χρονογράφος κάνει λόγο για δυο κάστρα, για τα οποία μάλιστα δίνει και μερικές πληροφορίες (παραγρ. 377):

 

... Τότε ἦσαν τά καστελλία χαμηλά καί ὀτοσαῦτα ἐποῖκαν ὅτι ἐψηλῶσαν τα, καί ἐκόψαν τήν θάλασσαν καί ἐπερικυκλῶσαν την τόσον δυνατά...

 

Τους Γενουάτες και τους συμμάχους τους πολέμησαν στην Πάφο σκληρά οι δυνάμεις του βασιλείου της Κύπρου (Ιούλιος του 1373), αρχικά υπό την αρχηγία του πρίγκιπα της Αντιόχειας και λίγο πιο ύστερα υπό την αρχηγία του κοντοσταύλη Ιακώβου ντε Λουζινιάν (κατοπινού βασιλιά της Κύπρου). Τελικά οι Γενουάτες μετέφεραν τον πόλεμο στον άξονα Αμμοχώστου-Λευκωσίας-Κερύνειας, μάλιστα κυρίευσαν την Αμμόχωστο που από τότε (1373) άρχισε να παρακμάζει.

 

Το 1426, ύστερα από την καταστροφική επιδρομή των Μαμελούκων της Αιγύπτου στην Κύπρο, όπου συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον ίδιο το βασιλιά Ιανό, εκδηλώθηκε το επαναστατικό κίνημα των Κυπρίων χωρικών υπό τον ρήγα Αλέξη*, κατά των Φράγκων. Η επανάσταση αυτή δεν περιέλαβε την Πάφο και την περιοχή της, γιατί εκεί έδρασε ένας ξένος μισθοφόρος, που λεγόταν Σφόρτζα. Αυτός, όπως αναφέρει ο Λεόντιος Μαχαιράς, εκμεταλλευόμενος την ανώμαλη κατάσταση που επικρατούσε, έδρασε στην Πάφο μαζί με Ισπανούς μισθοφόρους και προσπάθησε να κρατήσει για τον εαυτό του την εξουσία:

 

... Ὁμοίως ἕνας σορδάτος [= μισθοφόρος] τοῦ ρηγός ὀνόματι Σφόρτζα ἐκούρτζεψεν [= λεηλάτησε]   ὅσον ἔσσωννεν, καί ἔθελε νά κρατήση τήν ἀφεντίαν μέ τούς

Σπανιόλιδες εἰς τήν Πάφον...

 

Δεν γνωρίζουμε το τέλος της δραστηριότητας αυτού του Σφόρτζα, πάντως θα πρέπει σύντομα να εκδιώχθηκε αφού λίγο αργότερα, επιστρέφοντας από την αιχμαλωσία του, ο βασιλιάς Ιανός είχε φθάσει στην Πάφο, όπου η τάξη θα πρέπει να είχε αποκατασταθεί.

 

Ο Γεώργιος Βουστρώνιος πάλι, συνεχιστής του Μαχαιρά, αναφέρει επανειλημμένα την Πάφο, βασικά σε σχέση προς το κάστρο της και τον ρόλο που αυτό είχε διαδραματίσει κατά τη διάρκεια της εσωτερικής έριδας στο βασίλειο της Κύπρου κατά και περί το 1460. Δηλαδή κατά τη διάρκεια της διαμάχης για τον θρόνο της Κύπρου μεταξύ της βασίλισσας Καρλόττας και του ετεροθαλούς αδελφού της Ιακώβου Β΄.

 

*  *  *

 

Κατά τη σύντομη σχετικά περίοδο της βενετικής κυριαρχίας επί της Κύπρου (1489-1570/71), καμιά ιδιαίτερη αναφορά δεν γίνεται σχετικά με την πόλη της Πάφου ή το Κτήμα. Οι Βενετοί, ενδιαφερόμενοι πρώτιστα για την όσο το δυνατό εντονότερη και σκληρότερη εκμετάλλευση του νησιού και των πόρων του, δεν κατέβαλαν καμιά προσπάθεια για ανάπτυξή του, ιδιαίτερα των απομακρυσμένων περιοχών όπως η Πάφος. Το μόνο που έπραξαν, σε σχέση προς την Πάφο, ήταν να γκρεμίσουν.

 

Πιο συγκεκριμένα, όταν κατέστη πλέον φανερό ότι οι Τούρκοι θα εισέβαλλαν στην Κύπρο, οι Βενετοί συγκέντρωσαν τις αμυντικές τους προσπάθειες σε τρεις πόλεις μόνο: στην ισχυρή Αμμόχωστο, στην πρωτεύουσα Λευκωσία και (κατόπιν μάλιστα δισταγμών) στην Κερύνεια. Τα κάστρα της οροσειράς του Πενταδάκτυλου όπως κι εκείνα της Λεμεσού και της Πάφου, εκρίθη ότι δεν μπορούσαν να επανδρωθούν επαρκώς με τις διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις (οι Κύπριοι εξαιρούνταν από τη στρατιωτική υπηρεσία, επειδή οι Βενετοί δεν τους εμπιστεύονταν, αφού ο λαός τους μισούσε εξαιτίας της σκληρής διοίκησής τους). Έτσι τα κάστρα αυτά, όχι μόνο εγκαταλείφθηκαν αλλά και ανατινάχθηκαν, ώστε να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό.

 

Όταν το 1570 οι Τούρκοι πραγματοποίησαν την αναμενόμενη εκστρατεία τους στην Κύπρο, η Πάφος δεν πρόβαλε καμιά σοβαρή αντίσταση.

 

 

Πηγή: 

  1. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια