Θεμιστοκλέους Ανδρέας

Image

Αξιόλογος Κύπριος εκπαιδευτικός, που ανέπτυξε και ποικίλη εθνική δραστηριότητα, γιος του επίσης αξιόλογου εκπαιδευτικού Δημητρίου Θεμιστοκλή. Γεννήθηκε το 1843 στη Λάρνακα και πέθανε στις 13 Μαρτίου 1918 στη Λεμεσό, όπου και κηδεύτηκε με πολλές τιμές.

 

Τα εγκύκλια μαθήματα διδάχθηκε στη Λάρνακα και το 1860 αναχώρησε στο εξωτερικό για ανώτερες σπουδές. Φοίτησε σε γυμνάσιο των Αθηνών μέχρι το 1864, οπότε κι ενεγράφη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της ελληνικής πρωτεύουσας. Μετά από φοίτηση τριών χρόνων, πήγε στη Γερμανία όπου συμπλήρωσε τις σπουδές του με φοίτηση για άλλα τρία χρόνια στα Πανεπιστήμια Αϊδελμβέργης και Μονάχου απ' όπου πήρε και τον τίτλο του διδάκτορος της φιλολογίας.

 

Αμέσως μετά τη συμπλήρωση των σπουδών του, επέστρεψε στην Κύπρο το 1870, οπότε κι ανέλαβε τη διεύθυνση της Ελληνικής Σχολής Λεμεσού. Τη Σχολή αυτή διηύθυνε συνεχώς για 43 χρόνια, μέχρι το 1913. Τόση ήταν η αγάπη του προς τη Σχολή, ώστε κατά την τελευταία περίοδο της υπηρεσίας του σ' αυτήν, εξακολουθούσε να διδάσκει αν και τυφλός, οδηγούμενος στην τάξη από τις κόρες του.

 

Ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους παρέλαβε το 1870 μια μονοτάξια ασήμαντη Σχολή, στεγασμένη σε ένα ακατάλληλο σπίτι στον περίβολο της εκκλησίας της Αγίας Νάπας, στο οποίο διδάσκονταν ελάχιστα πράγματα και παρέδωσε ένα σχεδόν πλήρες Γυμνάσιο. Ο ίδιος δίδασκε κατά τα πρώτα χρόνια της σχολαρχίας του διάφορα μαθήματα, όπως αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, γεωγραφία, ιστορία, μαθηματικά και φυσικά. Ως εκπαιδευτικός διακρινόταν για τη μεγάλη μεταδοτική του ικανότητα και για τον ζωντανό τρόπο της διδασκαλίας του. Έχαιρε τεραστίας εκτιμήσεως από τους μαθητές του, πολλοί από τους οποίους σταδιοδρόμησαν αργότερα με επιτυχία σε διάφορους τομείς, περιλαμβανομένων των επιστημών και των γραμμάτων.

 

Τη μονοτάξια Σχολή που ανέλαβε το 1870, μετέτρεψε το 1906 σε πεντατάξια, η οποία επί ημερών του αναγνωρίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση ως ισότιμη προς τα αντίστοιχα ελληνικά εκπαιδευτήρια μέσης παιδείας.

 

Παράλληλα προς το λαμπρό και ιδιαίτερα πολύτιμο για την πόλη της Λεμεσού εκπαιδευτικό του έργο, ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους ανέπτυξε και πολύμορφη όσο και σημαντική κοινωνική και εθνική δραστηριότητα. Ιδεολόγος, λάτρης του ελληνικού πνεύματος, πατριώτης και οραματιστής της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, απετέλεσε την πρώτη δυναμική αντιπολίτευση των αδιάλλακτων ενωτικών - εθνικιστών κατά των Άγγλων, μαζί με μερικούς άλλους παράγοντες του τόπου όπως ο μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός και ο Αριστοτέλης Παλαιολόγος. Πρώτος αυτός τόλμησε να υψώσει στην Κύπρο ελληνική σημαία. Την ύψωσε σε ξύλινο ιστό στον περίβολο της Αγίας Νάπας, και σε λόγο που εκφώνησε, είπε μεταξύ άλλων:

 

...Παρατηρήσατε τό ἱερόν τοῦτο σύμβολον τῶν πόθων καί τῶν σκέψεων ἡμῶν. Ἐπ' αὐτοῦ συγκεφαλαιοῦνται τά ὄνειρα τοῦ παρελθόντος, ὄνειρα γενεῶν ὅλων δουλείας, καί διαγράφονται αἱ  ὡραῖαι ἐλπίδες τοῦ μέλλοντος...

 

Μεταξύ άλλων κήρυττε ότι ἐνρᾳ κατοχῆς οι πολίτες δικαιούνται να μη είναι νομοταγείς σε νόμους ανελεύθερους.

 

Με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε η «Ισότης», η πρώτη λέσχη στην Κύπρο, καθώς και ο πρώτος κυνηγετικός σύλλογος. Ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους ήταν επίσης λάτρης του κλασικού αθλητισμού, που, εκτός των άλλων, τον θεωρούσε και ως προπαρασκευαστικό στάδιο για εθνικούς αγώνες, αλλά και ως συνδετικό κρίκο μεταξύ όλων των Ελλήνων. Μαζί με άλλους παράγοντες της Λεμεσού (όπως ο Ν. Κλ. Λανίτης, ο Χρ. Σώζος, ο Α. Πιλαβάκης και ο Ι. Κυριακίδης), ίδρυσε το 1892 τον Γυμναστικό Σύλλογο «Ολύμπια» (ΓΣΟ) της Λεμεσού, του οποίου διετέλεσε για αρκετά χρόνια πρόεδρος. Ο ΓΣΟ είναι από τους αρχαιότερους γυμναστικούς συλλόγους του Ελληνισμού και ο αρχαιότερος της Κύπρου. Ακόμη, ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους πρωτοστάτησε στην καθιέρωση των Παγκύπριων Αγώνων και οργάνωσε τους πρώτους το 1896. Την ίδια χρονιά, απέστειλε Κυπρίους αθλητές στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες των νεότερων χρόνων, που έγιναν στην Αθήνα.

 

Ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους τιμήθηκε το 1903 από την ελληνική κυβέρνηση με τον Αργυρούν Σταυρόν των Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος. Ψηφίσθηκε επίσης και για τον Χρυσούν Σταυρόν, αλλά προτού του απονεμηθεί, πέθανε. Αρκετά χρόνια αργότερα, η πόλη της Λεμεσού τον τίμησε με προτομή.

 

Δύο ιστορίες 

Οι Βρετανοί θεωρούσαν τον Ανδρέα Θεμιστοκλέους, μαζί με τον Μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανό Οικονομίδη και τον Αριστοτέλη Παλαιολόγο, ως τους ηγέτες της «πανελληνιστικής κίνησης», δηλαδή του ενωτικού κινήματος. Φλογερός πατριώτης, ηγήθηκε της αντίστασης εναντίον της αποικιακής και αστυνομικής αυθαιρεσίας. Ο καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Πέτρος Παπαπολυβίου, κατέγραψε σε άρθρο του δύο περιστατικά που τον χαρακτήριζαν απόλυτα: Τον Μάρτιο του 1884 αποκάλεσε, με επιστολή του, «ήκιστα ευγενή και ουχί αντάξιον τέκνον της ευγενούς Αλβιώνος» τον Αρχιλογιστή Σουέτεγχαμ, επειδή μίλησε περιφρονητικά στο Νομοθετικό Συμβούλιο για την καταχρεωμένη (και τότε) Ελλάδα. Ανέμενε, μάταια, πρόσκληση σε μονομαχία… Το 1907, όταν ο (Κύπριος) Αστυνόμος Σπύρος Τελεβάντος διέκοψε ως «οχλαγωγία» τις «21 τιμητικές ολμοβολές», την ημέρα της ελληνικής βασιλικής γιορτής, ο Θεμιστοκλέους τον πρόσβαλε κατάμουτρα: «Λυπούμαι που δεν ξέρω Αγγλικά για να συνεννοηθώ καλύτερα μαζί σου». Ο Αστυνόμος τον κατήγγειλε για εξύβριση και ο Θεμιστοκλέους δικάστηκε στη Λευκωσία. Επιστρέφοντας στο σπίτι του, μετά την πανηγυρική αθώωσή του (παρουσιάστηκαν 19 συνήγοροι υπεράσπισης, το σύνολο σχεδόν του τότε παγκύπριου δικηγορικού σώματος), και αφού αποθεώθηκε με παλλαϊκές διαδηλώσεις στη Λάρνακα, την Αμμόχωστο και την πρωτεύουσα, χαιρέτισε τους συγκεντρωθέντες με τα εξής: «Πάντοτε, κύριοι, εθεώρησα καθήκον μου να διδάξω τους μαθητάς μου όχι μόνον διά του λόγου αλλά και διά του παραδείγματος, είμαι δε ευτυχής ότι και η παρούσα περίπτωσις απέδειξεν ότι ο σπόρος της διδασκαλίας μου έπεσεν επί γην αγαθήν.»

 

Πέθανε πτωχός
Παρά τη φήμη του και την παγκύπρια εκτίμηση προς το πρόσωπό του, έμεινε χωρίς περιουσία, με μόνο εισόδημα τον μισθό του (συχνά καθυστερούντα), ενώ αρκετές φορές πλήρωνε ο ίδιος τα δίδακτρα φτωχών μαθητών του. Βιβλική μορφή, με μακριά λευκή γενειάδα, προκαλούσε δέος. Τιμήθηκε από τους συμπολίτες του και την ελληνική κυβέρνηση για τα 40 χρόνια διδασκαλίας του (Ιανουάριος 1911), ενώ ο Δήμος Λεμεσού, επί δημαρχίας Χριστόδουλου Σώζου, ανακήρυξε «τον ακάματο διδάσκαλο, Μεγάλον Ευεργέτην της πόλεως». Απεβίωσε στις 13 Μαρτίου 1918. Η κηδεία του έγινε την επομένη, 14 Μαρτίου (Ιουλιανό ημερολόγιο), αργά απόγευμα Τετάρτης. 
Στις 14 Μαρτίου 2018, στη Βιβλιοθήκη του Λανιτείου στη Λεμεσό, τιμήθηκε με μια διάλεξη του καθηγητής Πέτρου Παπαπολυβίου υπό τον τίτλο η επέτειος του θανάτου του «Ανδρέα του Δάσκαλου». Ενός ανθρώπου που άλλαξε τον κόσμο της Κύπρου. Καθώς, όπως τον νεκρολόγησε ο Ευγένιος Ζήνων, «υπήρξεν Ηρακλής των δικαίων της πατρίδος μας».

Φώτο Γκάλερι

Image