Κολοκάση άνοιγμα

Ο καφετζής Κολοκάσης που έδωσε το όνομα του σε μια περιοχή

Image

Ο Κώστας Κολοκάσης – το επώνυμο προέκυψε από ψαλίδισμα του αρχικού ονόματος που ήταν Κολοκασίδης – είχε ένα γωνιακό καφενείο από το 1912 στην είσοδο της παλιάς πόλης. Ήταν πολύτεκνος, είχε τέσσερα παιδιά, δυο κόρες και δυο γιους. Το γωνιακό κτήριο στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν το καφενείο του Κολοκάση ανήκε στη μητέρα της συζύγου του Μαρίας, ενώ το σπίτι της οικογένειας ήταν ακριβώς πάνω από το καφενείο.

 

Βρίσκεται σε μιαν από τις πιο πολυσύχναστες περιοχές της Λευκωσίας, τη διασταύρωση των οδών Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Αγίου Αντωνίου, παρά το γήπεδο του Ολυμπιακού, μια περιοχή που ονομάστηκε λόγω του Καφενείου του Κολοκάση σε «Άνοιγμα Κολοκάση».  Ονομάστηκε άνοιγμα γιατί οι Άγγλοι άνοιξαν μια δίοδο επί των Τειχών δίπλα από τον Προμαχώνα Ποδοκάταρο για να έχουν έχουν εύκολη πρόσβαση οι κάτοικοι εντός της παλιάς Λευκωσίας.

 

 Από την πρώτη στιγμή που ο Κολοκάσης άνοιξε το καφενείο, οι άντρες κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να επισκέπτονται το χώρο για να πιουν τον καφέ τους και να παίξουν χαρτιά και τάβλι ή να περάσουν ευχάριστα την ώρα τους παρέα με φίλους πίνοντας κονιάκ και τσιμπώντας μεζεδάκια της ώρας. Με μισό σελίνι έπιναν δύο κονιάκ μαζί με τα συνοδευτικά τους. Με την πάροδο των χρόνων το καφενείο εξοπλίστηκε με μπιλιάρδο, ενώ μόλις έφθασαν στην Κύπρο τα πρώτα ραδιόφωνα ο Κολοκάσης φρόντισε να αγοράσει ένα για την επιχείρησή του, οπότε όλοι μαζεύονταν εκεί για να ακούσουν τα νέα της ημέρας.

 

Όπως λεν τα παιδιά και τα εγγόνια του ο Κώστας Κολοκάσης ήταν ένας άνθρωπος αυστηρός μεν αλλά πολύ κοινωνικός και δραστήριος που νοιαζόταν για το καλό του τόπου του. Γι’ αυτό και συμμετείχε σε διάφορα συμβούλια και οργανώσεις που είχαν στόχο την ανάπτυξη της πόλης. Όταν πέθανε ο Κώστας Κολοκάσης τη διαχείριση του καφενείου ανέλαβε για μικρό χρονικό διάστημα ο γιος του Χριστάκης. Στη συνέχεια ενοικιάστηκε σε ξένους. Ένας από αυτούς ήταν ο Γιώργης, ο οποίος δούλεψε το καφενείο για πολλά χρόνια. Το 1974 το κτήριο καταστράφηκε από όλμο και ξανακτίστηκε λίγο αργότερα. Η οικογένεια Κολοκάση πούλησε το ακίνητο το 1977.

 

Αλλα σημεία αναφοράς στη Λευκωσία

Σημεία αναφοράς με την κυριολεκτική έννοια του όρου υπάρχουν και άλλα στη Λευκωσία.

Για παράδειγμα τα Φώτα του Γαβριηλίδη. 

 

Ο Γαβριήλ Γαβριηλίδης γεννήθηκε στη Μερσίνα της Κιλικίας το 1910 από πατέρα ζαχαροπλάστη. Η οικογένειά του διατηρούσε βιοτεχνία παρασκευής κουφέτων, μία τέχνη που έφεραν μαζί τους και στην Κύπρο. Όταν άρχισαν να συνέρχονται απ’ το πρώτο σοκ της προσφυγιάς ξανάκτισαν δειλά-δειλά τη βιοτεχνία τους με τα νόστιμα κουφέτα τη γεύση των οποίων ανακαλεί στη μνήμη της η Λουκία Χατζηκυριάκου Γαβριηλίδου, σύζυγος του Γαβριήλ Γαβριηλίδη από το ‘39. Η οικογένεια Γαβριηλίδη προσφυγοποιήθηκε όταν η Κιλικία παραχωρήθηκε από τη Γαλλία στην κεμαλική Τουρκία το 1921. Οι Τούρκοι δεν αστειεύονταν με τους ορθόδοξους. Πρώτος σταθμός του καραβιού της ελπίδας ήταν η Κύπρος. Όπου ωστόσο οι Άγγλοι αποικιοκράτες δεν επέτρεψαν στο καράβι να δέσει στο λιμάνι με την υποψία ότι έφερε τον μολυσματικό ιό της ευλογιάς. Το πλοίο κατέληξε στη Σμύρνη. Λίγους μήνες αργότερα η οικογένεια εξαναγκάστηκε λόγω της σφαγής να μπει ξανά σε ένα καράβι για να γλιτώσει. Η μοίρα την έφερε στην Κύπρο για δεύτερη φορά.

 

Η Λουκία Χατζηκυριάκου Γαβριηλίδου, σύζυγος του Γαβριήλ Γαβριηλίδη, κατάθεσε τη μαρτυρία της.

 

Ο Γαβριήλ ήταν καλός μαθητής και παρότι από φτωχή οικογένεια κατάφερε πωλώντας γραμματόσημα στο σχολείο να φύγει για τη Γλασκώβη όπου σπούδασε μηχανολογία. Εκεί έζησε 10 χρόνια κι όταν πλέον επέστρεψε και πέρασε τυχαία έξω από το σπίτι της Λουκίας κι είδε τα όμορφα πόδια της δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Η ίδια θυμάται πως την ώρα που περνούσε εκείνη μπόλιαζε τις τριανταφυλλιές στον κήπο του πατρικού της. «Πήγε κατευθείαν στο μαγαζί του πατέρα μου. Του είπε πως θα παντρευτεί την κόρη σου. Κι ο πατέρας μου του απάντησε πως έπρεπε να’ ρθουν στο σπίτι μας με τον πατέρα του για να κάνουμε το προικοσύμφωνο. Αυτός όμως είχε έρθει με άλλες νοοτροπίες δεν γνώριζε από τέτοια»… Παρόλα αυτά ήταν κληρονομιά της Λουκίας το οικόπεδο εκείνο όπου έκτισε το γνωστό κτήριο Γαβριηλίδη στους Άγιους Ομολογητές το 1962, το οποίο κρατάει ακόμα ζωντανό το όνομά του χρόνια μετά το θάνατό του. Το εν λόγω κτήριο στοίχησε πάνω από 60 χιλ. λίρες. Αρχικά είχαν κτιστεί τέσσερις όροφοι και αργότερα προστέθηκαν άλλοι τρεις.

 

Με τη Λουκία, το γένος Χατζηκυριάκου, απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Αλλά και στον επαγγελματικό τομέα ο Γαβριήλ διέπρεψε. Ήταν άλλωστε εξυπνότατος λέει η σύζυγός του και προοδευτικός. Όντας σπουδασμένος στην ηλεκτρολογία αρχές του ’40 ξεκίνησε να δουλεύει στην Ηλεκτρική Εταιρεία Λευκωσίας. Και παρότι κατάφερε να ανελιχθεί στη θέση του διευθυντή, λίγα χρόνια αργότερα αποφάσισε να ιδιωτεύσει. Ίδρυσε τη δική του ηλεκτρική εταιρεία κτίζοντας δίκτυα όχι μόνο σε άλλες πόλεις αλλά και σε άλλες χώρες όπως είναι η Λιβύη και το Κατάρ, ενώ δραστηριοποιήθηκε και στον τομέα του εμπορίου και ειδικότερα στις εισαγωγές ηλεκτρικών ειδών αλλά και ποτών. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος της ΑΗΚ και της ΕΜΕ.

 

Ο Γαβριηλίδης πριν γίνει επιχειρηματίας ήταν διευθυντής στην Ηλεκτρική Εταιρεία Λευκωσίας

Την Κύπρο, αναφέρει στην μαρτυρία της η κ. Λουκία, την αγαπούσε πολύ. Ήταν η δεύτερη πατρίδα του. Για αυτό και την ΕΟΚΑ την είχε μέσα στο σπίτι του. Στη διάρκεια του αγώνα το πλυσταριό του σπιτιού είχε μετατραπεί σε κρυσφύγετο των αγωνιστών. Όμως ο Γαβριήλ, λόγω της επιχειρηματικής του ιδιότητας, προσκαλούσε συχνά στο σπίτι του για ποτό Εγγλέζους αξιωματικούς κι έτσι κατάφερνε να τους αποσπά πολλές πληροφορίες για τον αγώνα. Ένα από τα τελευταία του έργα ήταν το κτήμα στο Χα Ποτάμι το οποίο αγόρασε από την Εκκλησία του Σινά. Εκεί φύτεψε διάφορα τροπικά φρούτα από τα οποία έτρωγε κι ο Μακάριος με τον οποίο γνωρίζονταν.

 

Τα φωτα Καλησπέρα 

O Κώστας Καλησπέρας. Ο άνθρωπος που έδωσε το όνομα «Δασούπολη» σε μια περιοχή που το ’50 ήταν απλώς ένας έρημος τόπος γεμάτος ψοφίμια

 

Τα «φώτα Καλησπέρα» πήραν το όνομά τους από τον Κώστα Καλησπέρα, γεννηθέντα το 1911. Πέθανε σε ηλικία κοντά στα 100.  Γόνος τριών παιδιών εκ των οποίων μεγαλύτερος ο Ραμόν, ο οποίος αναφέρεται στην ιστορία της οικογένειας του. Όπως μας αφηγείται γύρω στο ’50 ο πατέρας του έλαβε την απόφαση κι αγόρασε μια τεράστια έκταση γης σε μια περιοχή μακριά από τη Λευκωσία την οποία ονόμασε Δασούπολη… «Ήταν χωράφια. Αγριάδες. Μια περιοχή γεμάτη ψόφιες αγελάδες και γύπες που έρχονταν για να τις φάνε. Εγώ ήμουν παιδί, 10-12 χρόνων, πήγαινα μαζί του σ’ αυτή την ερημία – με τα ποδήλατα πηγαίναμε διανύοντας κάπου 6 μίλια – για να φυτέψουμε την περιοχή με ακακίες. Να πρασινίσει λίγο διότι ο μακαρίτης ο πατέρας μου μπορεί να την ονόμασε Δασούπολη, αλλά ένα δέντρο δεν είχε». Ο Κώστας Καλησπέρας ήταν πολύ εργατικός. Ήταν ένας από τους πρώτους ντιβέλοπερς, ίσως να ήταν και ο πρώτος. «Όλοι ήξεραν τον Κώστα Καλησπέρα. Είχε πολλά ταλέντα. Να φανταστείς πως όταν ήταν νέος ήταν τερματοφύλακας του Τραστ. Ενός από τα πρώτα σωματεία μαζί με τον ΑΠΟΕΛ. Θυμάμαι λοιπόν που πηγαίναμε εκεί από τη Λευκωσία κάθε λίγες μέρες και ερχόταν εκεί κι ένα  φορτηγό με λίγο νερό για να ποτίσει τις ακακίες που εμείς φυτεύαμε μέσα σε γλάστρες που παίρναμε από το φυτώριο της Αθαλάσσας. Κι όταν ξαναπηγαίναμε δυο-τρεις μέρες μετά για να ποτίσουμε ξανά δεν βρίσκαμε τις ακακίες, διότι τις έτρωγαν τα γίδια και ξαναρχίζαμε από την αρχή. Ήταν μια μάχη να κάνουμε τη Δασούπολη δασούπολη»…

 

Λίγα χρόνια μετά αφηγείται ο Ραμόν, η Δασούπολη πρασίνισε και χωρίστηκαν επιτέλους τα οικόπεδα τα οποία ο πατέρας του πωλούσε μέσα του ’50 στην τιμή των 70-80 λιρών έκαστο. Ήταν δε πρωτοπόρος στο μάρκετινγκ. Έκανε συμφωνία με τους αντιπροσώπους της FORD ώστε να πωλούν στους αγοραστές των οικοπέδων και αυτοκίνητο σε χαμηλή τιμή για να μπορούν να μετακινούνται από και προς τη Δασούπολη και Λευκωσία. «Ήταν πολύ έξυπνος, δραστήριος, μαχητής. Εκτός από οικόπεδα, έκτιζε και πωλούσε σπιτάκια. Αγόρασε και σε περιοχές εκτός της Λευκωσίας πολλά στην οροσειρά της Κερύνειας» μια περιουσία που χάθηκε μετά την εισβολή.

 

Κάποια στιγμή, επιστρέφοντας ο Ραμόν από τις σπουδές του, αρχές του ’70, του εμπιστεύτηκε να σχεδιάσει το πρώτο του έργο ως αρχιτέκτονας. Το έργο είναι η πολυκατοικία Καλησπέρα, στη Δασούπολη, παρά τα φώτα Καλησπέρα, από τις πρώτες που κτίστηκαν στην Κύπρο σε ύψος δέκα ορόφων. Κι ήταν εκείνη που αποτέλεσε σήμα κατατεθέν της περιοχής κι έδωσε το όνομά της στα φανάρια και στη διασταύρωση. «Ήταν το μόνο σημαντικό κτήριο που υπήρχε εκεί. Να φανταστείτε ο δρόμος ήταν ακόμα δύο λωρίδες και δεν εφαπτόταν της πολυκατοικίας όπως σήμερα. Τα χώριζε μια μεγάλη χωμάτινη λωρίδα. Κι έτσι μισό αιώνα μετά, απ’ εκεί που είχαμε τους γύπες και τα ψοφίμια, ο τόπος εξελίχθηκε σε μια κεντρική περιοχή στην οποία βρίσκονται τα γραφεία μεγάλων οργανισμών της Κύπρου»…

 

Η λίμνη του Μαγγλή 

Ο Κώστας Μαγγλής φυτέψε 1000 σκάλες αμπέλια στην περιοχή Αρχάγγελος, όπου βρίσκεται η Λίμνη που φέρει το όνομά του. Είχε επίσης φυτέψει 2000 εσπεριδοειδή στην Πεντάγυα.

 

Η καταγωγή του Κώστα Μαγγλή, του ανθρώπου που έδωσε το όνομά του στη λίμνη στην περιοχή Αρχάγγελος στη Λευκωσία, είναι το Πήλιο. Η οικογένειά του είχε μεταναστεύσει στη Σμύρνη το 19ο αιώνα και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1922. Ο Κώστας Μαγγλής γεννήθηκε το 1900 κι όπως  αφηγείται ο γιος του, Περικλής Μαγγλής, ήρθε στην Κύπρο το 1927. Όντας σπουδασμένος μεταλλειολόγος, ήρθε εδώ για να εργαστεί ως γενικός διευθυντής στα μεταλλεία της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας (ΕΜΕ). Είναι φανερό πως το κλίμα της Κύπρου τον τράβηξε κι έμεινε στο νησί όπου παντρεύτηκε και δημιούργησε. «Η γυναίκα του είναι  γόνος της οικογένειας Γλυκύ με καταγωγή από τον δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο», εξηγεί ο Π. Μαγγλής ο οποίος περιγράφει τον πατέρα του ως έναν πολύ μορφωμένο άνθρωπο – λίγοι υπήρχαν εκείνο τον καιρό στην Κύπρο- που διάβαζε πολύ- έχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη-, ήταν γλωσσομαθής – μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και λίγα γερμανικά – και ήταν πολύ εργατικός.

 

Από την ιστορία, ωστόσο, φαίνεται και πόσο διορατικός ήταν. Το 1958, όσο ακόμη εργαζόταν στην ΕΜΕ, πήρε την απόφαση να δημιουργήσει δικές του φυτείες στη Λευκωσία και στην Πεντάγυα. Το 1960 η ΕΜΕ έφυγε από την ιδιοκτησία της οικογένειας Κανελλόπουλου και τα δικαιώματα της εκμετάλλευσης των μεταλλείων μεταφέρθηκαν στην Εκκλησία. Με τη νέα αυτή εξέλιξη ο Κώστας Μαγγλής αποχώρησε από την εταιρεία, για να αρχίσει πλέον επαγγελματικά να ασχολείται με τη γεωργία. «Τον ενδιέφερε, ήταν πολύ μελετηρός, συνεχώς διάβαζε για τις δουλειές κι έφερνε ξένους επιστήμονες για να τον συμβουλεύσουν».

 

Ενοικίασε λοιπόν γη από την Ιερά Μονή Κύκκου για μακροχρόνια περίοδο, για 70 χρόνια, στην περιοχή Αρχάγγελος στη Λευκωσία, κοντά στο Μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Νοίκιασε παράλληλα κι ένα μεγάλο κτήμα στην Πεντάγυα. Στον Αρχάγγελο φύτεψε 1000 περίπου σκάλες αμπέλια και στην Πεντάγυα 2000 σκάλες εσπεριδοειδή. Η λίμνη του Μαγγλή στον Αρχάγγελο δημιουργήθηκε από τον ίδιο για να μπορεί να ποτίζει τα αμπέλια. Η λίμνη έχει εμβαδόν 40 χιλ. τετραγωνικά και χωρεί περίπου 300 χιλιάδες κυβικά μέτρα νερού.

 

Το 1973, όταν πλέον ο Κώστας Μαγγλής κατάλαβε ότι το μέλλον της γεωργίας για την Κύπρο ήταν βραχύβιο, προχώρησε σε νέες συμφωνίες με τη Μονή Κύκκου για διαχωρισμό μέρους της περιοχής σε 2000 οικόπεδα. Σήμερα είναι μια πόλη στην οποία κατοικούν χιλιάδες οικογένειες. Ο Κώστας Μαγγλής απεβίωσε σε ηλικία 76 ετών. Ο πόλεμος ήταν πολύ σοβαρό πλήγμα για αυτόν αφού έχασε μία τεράστια παραγωγική φυτεία εσπεριδοειδών. Η εταιρεία που δημιούργησε συνεχίζει μέχρι σήμερα να δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη γης, ενώ συμμετέχει και στις τηλεπικοινωνίες μέσω της εταιρείας PrimeTel.

 

Λεμεσός Ονομασίες 

 

Τα φανάρια της «Λεωφόρου» 

Η λεωφόρος Μακαρίου Γ΄ ή σκέτο «λεωφόρος» για τους Λεμεσιανούς, χαράχθηκε το 1949 ως στρατιωτικός, παρακαμπτήριος δρόμος, που διάσχιζε διαγωνίως την πόλη. Η ασφαλτόστρωση της το 1964 και η άνοδος της χρήσης του αυτοκινήτου ως βασικού μέσου μεταφοράς έφεραν τα πρώτα συμπτώματα τροχαίας κίνησης, η οποία αντιμετωπίστηκε ως ένα σημείο με την τοποθέτηση στις κεντρικότερες συμβολές της λεωφόρου φωτεινών σηματοδοτών. Το ποίημα της Αντριάνας Κρητικού «Λεωφόρος Μακαρίου του Γ’», κάνει αναφορά στα φανάρια της τροχαίας, τα οποία επέχουν θέση τοποσήμων για τους κατοίκους της πόλης;

 

Tριανταέξι χρόνια περπατούν και ξαναπερπατούν/ Αυτή τη λεωφόρο./ Αδικαίωτες, περιπλανώμενες ψυχές, φαντάσματα/ Να μας θυμίζουν την ντροπή μας./ Από τα φώτα του Αριέλ/ Ως τα φώτα του Καφέ Παρί/ Άντε το πολύ, ως αυτά των Πολεμιδιών./ Τόσο μόνο!

 

Φώτα του Σιμιλλίδη

Όταν πρωτο-λειτούργησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η υπεραγορά Σιμιλλίδη ήταν μια από τις μεγαλύτερες της Κύπρου. Αποτέλεσε στα σέβεντις, το αντίπαλο δέος της ΕΣΕΛ. Ο ιδιοκτήτης της ήταν ο Ιωάννης Σιμιλλίδης. Παλιός αυτοδημιούργητος έμπορας της περιοχής της δημοτικής αγοράς, διέβλεψε τις προοπτικές που διανοίγονταν μπροστά του και άδραξε την ευκαιρία. Η υπεραγορά, βρισκόταν στην διασταύρωση της λεωφόρου Μακαρίου με την οδό Γιαν Σιμπέλιους. Ο δρόμος φυσικά τότε όπως ανάφερε στον «Π» ο μοναχογιός του έμπορα, Ρίκκος Σιμιλλίδης ήταν πολύ πιο στενός και η γύρω περιοχή αραιοκατοικημένη. Όταν ο διορατικός έμπορας εκμυστηρεύτηκε στην σύζυγο του Φλωρεντία της προθέσεις του, αυτή του αποκρίθηκε «θα πας να ανοίξεις μαγαζί στα κατσάβραχα»; Η επιτυχία όμως ήρθε νωρίς και η φήμη της δεν άργησε να εξαπλωθεί ανά το παγκύπριο, καθώς διέθετε πληθώρα προϊόντων, πολλά εκ των οποίων εισάγονταν από την Αγγλία. Στον πρώτο όροφο του κτιρίου, άνοιξε στα 1965 το Elysee, ένα από τα πρώτα μοδάτα καφέ της Λεμεσού και στο roof garden, εστιατόριο. Σύντομα η υπεραγορά έδωσε το όνομά της, στα φώτα τροχαίας που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η λειτουργία της υπεραγοράς τερματίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ωστόσο το τοπωνύμιο διατηρείται μέχρι τις μέρες μας. Το κτίριο υπάρχει ακόμη και στο ισόγείο του, σήμερα λειτουργεί κατάστημα πώλησης αθλητικών ειδών. Ο Ιωάννης Σιμιλλίδης απεβίωσε το 2004.

 

Φώτα του ΑΡΙ – ΕΛ

Η ονομασία του κινηματογράφου ΑΡΙΕΛ που έδωσε το όνομα του και στα παρακείμενα φώτα τροχαίας, στην διασταύρωση των λεωφόρων Μακαρίου και Αγίας Ζώνης, δεν υιοθετήθηκε από το όνομα κάποιας ξενόφερτης μάρκας, αλλά αποτελεί την ένωση των πρώτων αρχικών, δυο ονομάτων. Αυτά του Αριστοτέλη και Ελένης Πολεμίτου, ιδιοκτήτων του κινηματογράφου. Το ζεύγος που ασχολείτο με την διαχείριση κινηματογραφικών αιθουσών, διατηρούσε ακόμη ένα κινηματογράφο στο κέντρο της Λεμεσού, τον γνωστό ΡΕΚΑΛ. Ο κινηματογράφος ΑΡΙΕΛ λειτούργησε γύρω στο 1966 και αποτελείτο από δύο αίθουσες, μια χειμερινή (σήμερα Αποθήκες Σταυράκη) και μια θερινή. Έβαλε λουκέτο στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

 

Φώτα του Καφέ Παρί (Επαμεινώνδα)

Για τους μεγαλύτερους σε ηλικία τα «Φώτα του Καφέ Παρί», είναι γνωστά ως «Τα Φώτα του Επαμεινώνδα». Ο Επαμεινώνδας ήταν ο ιδιοκτήτης του εξοχικού κέντρου, που προϋπήρχε στην συμβολή της λεωφόρου Μακαρίου με την Αγίας Φυλάξεως, απέναντι από τα Λανίτεια από το 1950. Το κέντρο είχε μεγάλη πλακόστρωτη αυλή με περιστύλιο και λουλούδια. Όταν άνοιγε ο καιρός, ο ιδιοκτήτης έβγαζε τραπεζάκια έξω και σέρβιρε καφέδες και γλυκίσματα την ημέρα και το βράδυ, σπαρτιάτικους μεζέδες, κονιάκ και μπίρα. Από τα μεγάφωνα έπαιζε μουσικά ενώ ενίοτε φιλοξενούσε ορχήστρες. Το κέντρο του Επαμεινώνδα κατεδαφίστηκε γύρω στο 1964, για να το διαδεχθεί λίγα χρόνια αργότερα (το 1972) το Καφέ Παρί. Το πασίγνωστο καφέ που μεσουράνησε την δεκαετία του 1970 διηύθυνε ο ανιψιός του Επαμεινώνδα, ο γνωστός ηθοποιός, Γιώργος Ζένιος. Το καφέ έβαλε λουκέτο το 1985 και σήμερα ούτε το κτίριο υπάρχει, ούτε ο τεράστιος ευκάλυπτος που δέσποζε έξω από το καφέ.

 

«Από τα φώτα του Φούη….. »

Η φήμη του καταστήματος πώλησης αυτοκινήτων Φούη ήταν τόσο μεγάλη, που παρά το γεγονός ότι δεν βρισκόταν ακριβώς πάνω την διασταύρωση της Μακαρίου με την οδό Γεωργίου Αβέρωφ, έδωσε το όνομα του, στα φώτα τροχαίας που εγκαταστάθηκαν εκεί. Το κατάστημα λειτουργεί μέχρι σήμερα στο ίδιο σημείο από τα τέλη της δεκατείας του 1960.

 

Φώτα Μοδίτη

Ο Μοδίτης ήταν ο διαχειριστής του δημοτικού περιπτέρου που υπήρχε μέχρι πρότινος, στο σημείο όπου συναντώνται οι λεωφόροι Μακαρίου, Πάφου και Μισιαούλη και Καβάζογλου, δίπλά από το εργοστάσιο της ΠΡΟΒΙΤΑ. Από το σημείο εκείνο ξεκινούσε κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου το στρατιωτικό αεροδρόμιο που εκτεινόταν από τον σταθμό λεωφορείων της Εταιρείας Ευστάθιος Κυριάκου μέχρι τις πρώην κεντρικές αποθήκες της εταιρείας Λανίτη. Το περίπτερό λειτούργησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και για πολλά χρόνια με την ίδια ονομασία. Ονομασία που διατήρησε και μετά την υπενοικίαση του τα τελευταία χρόνια σε τρίτους, πριν κατεδαφιστεί και αυτό, για σκοπούς διαπλάτυνσης του δρόμου.

 

 

Πηγές:

  • Ευχαριστούμε για τις πολύτιμές πληροφορίες, τους Ανδρέα Χρίστου δήμαρχο Λεμεσού, Μίμη Σοφοκλέους επιστημονικό διευθυντή του Παττιχείου Δημοτικού Μουσείου και τον ερευνητή – δημοσιογράφο Τίτο Κολώτα
  • «Πρωτεύουσα» το 2012 - Σύλβια Καρακατσάνη
  • Το κείμενο του Χριστόφορου Νέστορος και της Μιράντας Λυσάνδρου (Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη στις 12 Οκτωβρίου)

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image