Κύρου Αλέξης

Image

Διπλωμάτης που σχετίστηκε άμεσα με το Κυπριακό ζήτημα σε δυο από τις πιο δύσκολες φάσεις του. Γιος του κυπριακής καταγωγής δημοσιογράφου Άδωνι Κύρου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1901 και πέθανε το 1968. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Το 1923 εισήλθε στη διπλωματική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών  της  Ελλάδας και, μεταξύ άλλων, υπηρέτησε και ως πρόξενος της Ελλάδας στη Λευκωσία λίγο πριν από την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931. Τον Μάρτιο του 1945 έγινε διευθυντής Α' του ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών και το 1949 προήχθη σε πληρεξούσιο υπουργό. Μεταξύ του 1947 και του 1954 υπηρέτησε ως μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην έδρα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη. Το 1956 διορίστηκε ως πρέσβης της Ελλάδας στη Στοκχόλμη και το 1964 ως πρέσβης στη Βόννη. Αφυπηρέτησε το 1967.

 

Ο Αλέξης Κύρου δημοσίευσε διάφορες μελέτες και άρθρα, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο «Ἕλλην». Μετέφρασε ένα βιβλίο για τον Βελισσάριο κι εξέδωσε στην Αθήνα δυο συγγράμματα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο πολιτικό - διπλωματικό ενδιαφέρον:

 

  1. Ἑλληνική   Ἐξωτερική Πολιτική (1955)
  2. Ὄνειρα και Πραγματικότης (1972)

 

Σ' όλη τη διάρκεια της διπλωματικής του σταδιοδρομίας ο Αλέξης Κύρου είχε το Κυπριακό ζήτημα στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων και των ενδιαφερόντων του, υποστηρίζοντας αποφασιστικά την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Ιδιαίτερα σε δυο φάσεις της μακράς πορείας του ενωτικού αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου είχε άμεση, προσωπική και πρωταγωνιστική ανάμειξη: Κατά την περίοδο της υπηρεσίας του στην Κύπρο ως προξένου της Ελλάδας, οπότε το ενωτικό αίτημα των Ελλήνων του νησιού έφθασε σε κορύφωση με την εξέγερση του 1931, και κατά την περίοδο της υπηρεσίας του ως εκπροσώπου της Ελλάδας στον ΟΗΕ, οπότε εδόθη η πρώτη μάχη της Κύπρου στα Ηνωμένα Έθνη.

 

Ουσιαστικά τη διπλωματική του σταδιοδρομία ο Αλέξης Κύρου την άρχισε με τον διορισμό του, επί κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου, ως προξένου της Ελλάδας στη Λευκωσία, στη ζωτική αυτή θέση σε μια εποχή κατά την οποία αναμενόταν η έξαρση του ενωτικού αιτήματος των Ελλήνων της Κύπρου, ως αντίδραση εν πολλοίς στις συνεχείς απογοητεύσεις (όπως η αποτυχία της προσφοράς της Κύπρου στην Ελλάδα το 1915, η διάψευση των ελπίδων μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, η αποτυχία του Βενιζέλου να κερδίσει την Κύπρο κατά τη Διάσκεψη της Ειρήνης το 1920, η επίσημη ανακήρυξη της Κύπρου από τους Βρετανούς σε αγγλική αποικία το 1925 κλπ.).

 

Ευρισκόμενος στην Κύπρο, γενέτειρα του πατέρα και του πάππου του, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, ο Αλέξης Κύρου ήλθε αμέσως σε στενή επαφή τόσο με τους εκκλησιαστικούς όσο και τους λοιπούς ενωτικούς παράγοντες, τους οποίους κι ενεθάρρυνε στον ενωτικό τους αγώνα. Με δική του, μάλιστα, υπόδειξη, οι Έλληνες Κύπριοι απέρριπταν κάθε πρόταση των Βρετανών για το Κυπριακό ζήτημα, η οποία δεν οδηγούσε σαφώς στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

 

Ο Αλέξης Κύρου αναμείχθηκε και στο παρασκήνιο που οδήγησε στην εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931 (τα γνωστά Οκτωβριανά) και για τον λόγο αυτό κατηγορήθηκε ανοικτά από τον τότε Βρετανό κυβερνήτη της Κύπρου σερ Ρόναλντ Στορρς, με αποτέλεσμα η ελληνική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου να τον ανακαλέσει αμέσως από την Κύπρο με υπερεπείγον τηλεγράφημα της στις 22 Οκτωβρίου του 1931. Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που δεν επιζητούσε τη ρήξη με τη Βρετανία και για τον λόγο αυτό είχε καταδικάσει την εξέγερση των Κυπρίων, σε επιστολή του προς τον υπουργό των Εξωτερικών για το θέμα Κύρου, ημερομηνίας 23 Οκτωβρίου 1931, έλεγε μεταξύ άλλων:

 

... φοβοῦμαι ἂλλως τε μήπως καί ὁ  ἐν Κύπρῳ ἀντιπρόσωπός μας, ἀντί να ἐνεργήσῃ συμφώνως πρός τάς κυβερνητικάς ἀντιλήψεις πρός πρόληψιν τῆς ἐκτραχύνσεως τῶν πραγμάτων, εἴτε ηὐνόησεν μᾶλλον αὐτήν, εἴτε τουλάχιστον ἔδειξε χλιαρότητα καί οὕτως οἱ  ἐν Κύπρῳ σπρώχνουν τά πράγματα χωρίς νά γνωρίζουν ἀκριβῶς τάς ἀντιλήψεις μας... (βλέπε στο βιβλίο του Γ.Π. Πικρού Ὁ Βενιζέλος καί τό Κυπριακό, Αθήνα, 1980, σ. 112. Επίσης, στο ίδιο βιβλίο, περιέχονται πολλές άλλες πληροφορίες για τη δραστηριότητα του Κύρου στην Κύπρο τότε).

 

Οι Βρετανοί όχι μόνο ζήτησαν την ανάκληση του Κύρου από την Κύπρο, αλλά τον κήρυξαν ανεπιθύμητο πρόσωπο σε όλες τις αποικίες τους. Τον είχαν μάλιστα κατηγορήσει ακόμη και ότι «προέβαλλε περισσότερον του πρέποντος» την ελληνική σημαία. Ο ίδιος ο Κύρου, φεύγοντας από την Κύπρο, δεν θέλησε να επανέλθει ποτέ στο νησί, ούτε κι ως ιδιώτης, εάν η Κύπρος δεν ενωνόταν με την Ελλάδα, και ποτέ δεν επανήλθε. Πάντως η έρευνα που έγινε από την ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε ν' αποδείξει τις εναντίον του κατηγορίες. Είναι όμως γεγονός ότι ο Αλέξης Κύρου, προπαγανδίζοντας συνεχώς στην Κύπρο υπέρ της ενώσεως του νησιού με την Ελλάδα, όχι μόνο προέβαλλε την ελληνική σημαία αλλά εξήρε και όλα τα ωφελήματα που θα αποκτούσε η Κύπρος ύστερα από μια τέτοια διευθέτηση, υποσχόμενος και διάφορα πράγματα, όπως τη διανομή της εκκλησιαστικής περιουσίας στους ακτήμονες Κυπρίους. Στενοί ήσαν, εξάλλου, οι δεσμοί του με την οργάνωση ΕΡΕΚ (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις Κύπρου), με τον φλογερό μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημο Μυλωνά (που εξορίστηκε τότε από τους Άγγλους) και με άλλους παράγοντες, τον ενωτικό αγώνα των οποίων είχε ενισχύσει και οικονομικά.

 

Η δεύτερη φορά κατά την οποία ο Αλέξης Κύρου συνδέθηκε άμεσα με το Κυπριακό ζήτημα, ήταν κατά την περίοδο της υπηρεσίας του ως εκπροσώπου της Ελλάδας στην έδρα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, από το 1947 μέχρι και το 1954, ιδίως δε από το 1952 μέχρι το 1954. Ήταν η εποχή κατά την οποία ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ' πηγαινοερχόταν στην ελληνική πρωτεύουσα πιέζοντας κι απαιτώντας για ελληνική προσφυγή στον ΟΗΕ περί το ζήτημα της Κύπρου και μη βρίσκοντας ανταπόκριση από τις διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις, εξαρτώμενες σχεδόν πλήρως από τους Βρετανούς. Η συνεργασία του Μακαρίου με τον Αλέξη Κύρου για το θέμα αυτό ήταν στενή κατά το 1952 οπότε και συναντήθηκαν στην Αθήνα. Τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου, εξάλλου, ο Μακάριος έκαμε περιοδεία στις ΗΠΑ, κι είχε επαφές στην έδρα του ΟΗΕ, συνεργαζόμενος και πάλι με τον Κύρου. Ο τελευταίος βρισκόταν σε δύσκολη θέση, όντας υπόχρεος ν' ακολουθεί στον ΟΗΕ τις οδηγίες των Αθηνών προς τις οποίες ο Κύπριος αρχιεπίσκοπος διαφωνούσε.

 

Τον επόμενο χρόνο (1953) ο Μακάριος πίεζε και πάλι για εγγραφή και συζήτηση του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ύστερα όμως από υπόδειξη του Έλληνα πρωθυπουργού Αλεξάνδρου Παπάγου (ο οποίος επρόκειτο να συναντηθεί στην Αθήνα με τον Βρετανό υπουργό των Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν), δέχθηκε να μη μεταβεί στη Νέα Υόρκη υπό τον όρο να θίξει το ζήτημα της Κύπρου στη Γενική Συνέλευση ο Αλέξης Κύρου. Πράγματι, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου 1953, ο Κύρου έθεσε θέμα ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, χωρίς όμως να αποφύγει την κολακεία προς τους Βρετανούς που τους ονόμασε «λαό με λαμπρή και φωτισμένη παράδοση ανθρωπισμού και φιλελληνισμού», εκφράζοντας μάλιστα και την ευγνωμοσύνη της χώρας του για την «αγγλική βοήθεια και συμπαράσταση σε όλες τις ατυχίες της Ελλάδας». Εκτελώντας τις εντολές των Αθηνών για προσεκτική συμπεριφορά έναντι των Βρετανών, ο Αλέξης Κύρου δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει με πειστικότητα τα δίκαια αιτήματα των Ελλήνων της Κύπρου.

 

Μεταξύ Μακαρίου και Κύρου ακολούθησαν κι άλλες επαφές, περιλαμβανομένης συναντήσεως στο Παρίσι, όπου βρισκόταν κι ο Παπάγος, τον Οκτώβριο του 1953.

 

Το Κυπριακό τελικά ενεγράφη προς συζήτηση στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1954, από την κυβέρνηση του στρατάρχη Παπάγου, ένας δε από τους πρωτεργάτες της προετοιμασίας της πρώτης αυτής διεθνούς προβολής του ζητήματος, ήταν κι ο Αλέξης Κύρου.

 

Ο Κύρου πήρε ενεργό μέρος στο παρασκήνιο και στη συζήτηση του Κυπριακού που άρχισε στην πολιτική επιτροπή του ΟΗΕ στις 14 Δεκεμβρίου 1954. Στην έδρα του ΟΗΕ βρισκόταν, για μια ακόμη φορά, και ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Είναι γνωστό ότι η πρώτη εκείνη προσφυγή στον ΟΗΕ εξουδετερώθηκε εύκολα από τη βρετανική διπλωματία κι έληξε άδοξα, με άμεσο αποτέλεσμα να αρχίσει, λίγους μόνο μήνες αργότερα, η ένοπλη επανάσταση των Ελλήνων Κυπρίων (1.4.1955).

 

Προσωπικά βιώματα και αρκετές λεπτομέρειες τόσο για το κίνημα του Οκτωβρίου του 1931 όσο και για τους χειρισμούς του Κυπριακού ζητήματος στα Ηνωμένα Έθνη, δίνει ο Αλέξης Κύρου στα δυο συγγράμματά του που προαναφέρθηκαν, Ὂνειρα καί Πραγματικότης και Ἑλληνική Ἐξωτερική Πολιτική αντιστοίχως.

 

Σημειώνεται, τέλος, ότι κατά το διάστημα που ο Κύρου υπηρέτησε στη γενική διεύθυνση του ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών (1945-47), εθεωρείτο δεσπόζουσα φυσιογνωμία σε θέματα περί την Κυπριακή υπόθεση, ήταν όμως αντίθετος στην ανακίνηση του Κυπριακού στο διάστημα εκείνο μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, έχοντας τη γνώμη ότι δημόσια συζήτηση του Κυπριακού κατά την εποχή εκείνη θα έβλαπτε παρά θα ωφελούσε την υπόθεση (St. G. Xydis, Greece and the Great Powers1944-1947, p. 99).