Ιουστινιανούπολις Νέα

Image

Ή και Νέα Ιουστινιανή. Ονομασία πόλης που ιδρύθηκε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β'  τον Ρινότμητο κοντά στην πόλη Κύζικο της Προποντίδας (Ελλήσποντος). Στην πόλη αυτή εγκαταστάθηκαν οι κάτοικοι της Κύπρου τους οποίους ο αυτοκράτορας μετέφερε ως μετοίκους εκεί το 691/2. Οι μετοικεσίες πληθυσμών αυτή την περίοδο συνάδουν  με την έναρξη των Αραβικών Επιδρομών και είναι σύνηθες φαινόμενο. Οι πληθυσμοί αυτοί (και από τους Άραβες και τους Βυζαντινούς) μετακινούνταν για στρατηγικούς λόγους για έλεγχο συγκεκριμένων περιοχών. Η μετοικεσία των Κυπρίων πραγματοποιήθηκε λίγο μετά την πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Αραβες το 674 μ.Χ. Στόχος η θωράκιση των στενών του Ελλησπόντου από χριστιανικούς πληθυσμούς. 

 

Σύμφωνα με την παράδοση η μετοικεσία αυτή δεν ήταν επιτυχής και οι Κύπριοι μπόρεσαν να επιστρέψουν πάλι στο νησί τους το 705. Έκτοτε όμως, και μέχρι σήμερα, ο εκάστοτε προκαθήμενος ιεράρχης της Εκκλησίας της Κύπρου φέρει τον τίτλο αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου. Για τον τίτλο αυτό ο οποίος υπενθυμίζεται μέσα από τη φήμη του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου Κύπρου υπάρχουν σοβαρές ιστορικές ενστάσεις που προκύπτουν μέσα από νεότερη ιστορική έρευνα. 

 

Η επίσημη φήμη του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όπως αυτή έχει καταχωρηθεί στα επίσημα δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι: «Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου». Ποια είναι όμως η Νέα Ιουστινιανή και πότε  η ονομασία αυτή εντάχθηκε στον επίσημο αρχιεπισκοπικό τίτλο;

          Για πρώτη φορά συνοδεύει το όνομα του προκαθημένου της Εκκλησίας Κύπρου μετά την αποκατάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους χρόνους της Τουρκοκρατίας (1572 – 1878). Σε αντιγραμμένη πράξη του αρχιεπίσκοπου Κύπρου Τιμοθέου (1572 – 1587/8), στον κώδικα Suppl. Graec. 1292 της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, αναφέρεται ως «Τιμόθεος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος πάσης Κύπρου και Νέας Ιουστινιανής». Πριν από την πιο πάνω αναφορά, πουθενά αλλού δεν εντοπίζεται ο τίτλος του αρχιεπισκόπου Κύπρου να συμπεριλαμβάνει και τη Νέα Ιουστινιανή.

          Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας και Βενετοκρατίας (1192 – 1572) η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, ως γνωστό, υποτάχθηκε ακούσια στην Παπική Εκκλησία και συρρικνώθηκε, ως προς τη διοικητική ιεραρχία και την οικονομική δύναμη. Την περίοδο αυτή, απ’ όσα γνωρίζομε, κανένας αρχιεπίσκοπος Κύπρου δεν αναφέρεται ως Νέας Ιουστινιανής. Ούτε ο «επίσημος» Λατίνος αρχιεπίσκοπος, που έχει ως έδρα τη Λευκωσία, ούτε ο εκδιωχθείς «ορθόδοξος», που έχει ως έδρα τη Σολέα. Αλλά ούτε και κατά την καθαυτό Βυζαντινή περίοδο της ιστορίας της Κύπρου εντοπίζεται τέτοια αναφορά στον τίτλο του αρχιεπισκόπου, παρά το ότι  έχουν διασωθεί, όχι μόνο απλά ονόματα αρχιεπισκόπων Κύπρου, αλλά και κείμενά τους, όπως του λόγιου Νικολάου Μουζάλωνα. Αναφορά σε Νέα Ιουστινιανούπολη συναντάμε μονάχα στα πρακτικά της Πενθέκτης συνόδου (691 – 692). Σ’ αυτήν, ο επίσκοπος Κωνσταντίας υπογράφει ως «Ιωάννης ανάξιος επίσκοπος Νέας Ιουστινιανουπόλεως». Παρά ταύτα, η μοναδική αυτή περίπτωση διογκώθηκε, ως προς τη σημασία της,  αλλά και σε έκταση χρόνου, ώστε να αιτιολογηθεί 1300 σχεδόν χρόνια αργότερα η εμφάνιση των λέξεων Νέας Ιουστινιανής στον τίτλο του αρχιεπισκόπου Κύπρου. Κατά  πόσο συμπεριελήφθη ή όχι στον επίσημο τίτλο του αρχιεπισκόπου Κύπρου η «Νέα Ιουστινιανή» στα βυζαντινά χρόνια, οι πηγές δεν μας διαφωτίζουν περισσότερο. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι, με την ανασύσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου στα 1572, ο αρχιεπισκοπικός τίτλος συμπεριλαμβάνει και τη Νέα Ιουστινιανή. Ποια είναι όμως η Νέα Ιουστινιανή της Τουρκοκρατίας και γιατί καθιερώνεται στη φήμη του προκαθημένου της Εκκλησίας Κύπρου;

          Παρά την πενία παιδείας, που χαρακτηρίζει τη μεγαλόνησο στην Τουρκοκρατία, οι πηγές, που έφθασαν μέχρι σ’ εμάς, είναι υπέρ το δέον σαφείς και διευκρινιστικές.

          Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Φιλόθεος (1734 – 1759), από τους πιο λόγιους Κύπρίους αρχιεπισκόπους του 18ου αιώνα, σε έκθεσή του, που συντάσσει με τίτλο: «Περί της Αρχιεπισκοπής Κύπρου της Νέας Ιουστινιανής και των διαφορών αυτής μετά του Αντιοχείας», ταυτίζει τη Νέα Ιουστινιανή με τη Σαλαμίνα. Τα περί μετοικεσίας των Κυπρίων στην Κύζικο δεν διαφεύγουν των γνώσεών του. Κάνει λόγο για τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη, που συνόδευσε τους Κυπρίους στη μετοικεσία, καθώς και στην υπογραφή του στην Πενθέκτη, ως «Ιωάννης Ιουστινιανουπόλεως». Σε καμιά όμως περίπτωση δεν προσδιορίζει σχέση ανάμεσα στην Κύζικο και στη Νέα Ιουστινιανή, που αναφέρεται στον αρχιεπισκοπικό τίτλο. Αντίθετα, ξεκάθαρα διευκρινίζει ότι Ιουστινιανούπολη είναι η αρχαία Σαλαμίνα. Γράφει: «Ιουστινιανού του και την Σαλαμίνα ανακαινίσαντος και Νέαν Ιουστινιανούπολιν καλέσαντος».

          Ο κατ’ εξοχήν ιστορικός της Τουρκοκρατίας αρχιμανδρίτης Κυπριανός (1730; - 1804;), πέραν των γνωστών για τις αραβικές επιδρομές και τη μετοικεσία των Κυπρίων, σημειώνει ότι, καταστραφείσης της Κωνσταντίας από τον Μωαβία, την ξανάκτισε ο Ιουστινιανός, «και εκάλεσεν αυτήν Νέαν Ιουστινιανήν εις το όνομά του. Όθεν εξ αυτής και ο της Κύπρου πρόεδρος εκλήθη Νέας Ιουστινιανής».

          Ο αρχιεπίσκοπος Σίλβεστρος (1718 – 1733), στη Σύντομη Περιγραφή της νήσου Κύπρου, που συνέταξε, αναφερόμενος στις πόλεις της Κύπρου, γράφει: «είναι και η Νέα Ιουστινιανή η καλουμένη παρ’  ημίν Αμμόχωστος, και αυτή παράλιος μετά τείχους θαυμαστού και ωραίου».

          Ο λόγιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος Νοταράς (1655; - 1731), σε κείμενό του για την Κύπρο, αναφέρει: «Ο αρχιεπίσκοπος (Κύπρου) όστις έχει και την Αμμόχωστον, ήτις και Νέα Ιουστινιανή, ήτις το πάλαι και Σαλαμίς».

          Εκφράζουμε την άποψη ότι επί Τουρκοκρατίας δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό η σύνδεση της Νέας Ιουστινιανής με τη μετοικεσία στην Κύζικο, ενώ αντίθετα η ταύτισή της με τη Σαλαμίνα αποκαθιστούσε, έστω και λεκτικά, την παλαιά βυζαντινή καθεστηκυία εκκλησιαστική τάξη, που κατήργησαν διά της βίας οι Λατίνοι. Η αποστολικότητα της Εκκλησίας της Κύπρου, σύμφωνα με τον Εφραίμ τον Αθηναίο, τον μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων, βρίσκεται στην Αμμόχωστο, και τη διατηρεί με αλληλοδιαδοχή ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Στη Σαλαμίνα είναι το μαρτύριο και ο τάφος του ιδρυτή της Εκκλησίας Κύπρου αποστόλου Βαρνάβα, χάρις στον οποίο αυτή δεν εκλήθη μόνο αποστολική, αλλά κατοχύρωσε και το αυτοκέφαλό της.

          Η συσχέτιση της Νέας Ιουστινιανής με τον Ελλήσποντο, κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, αποτελεί κενό γράμμα. Η ακούσια μετοικεσία των Κυπρίων στα 691 στην Κύζικο, κατά τη διάρκεια των αραβικών επιδρομών, που είχε ως συνεπακόλουθο και τη μεταφορά άλλου μέρους του κυπριακού πληθυσμού από τους Άραβες στη Συρία, αποτέλεσε ατυχές γεγονός, που διάρκεσε ελάχιστα χρόνια. Στα 699 οι Κύπριοι επέστρεψαν, γνωρίζοντας πίκρα, οδύνη και θάνατο, βασικά γνωρίσματα της προσφυγιάς. Τα δεινά της μετοικεσίας επισημαίνει με ενάργεια και ο Θεοφάνης ο Ομολογητής: «πλήθος δε Κυπρίων περώντων κατεποντίσθη και από αρρωστίας ώλοντο». Ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε ιδιαίτερος λόγος, μετά από  σχεδόν εννέα αιώνες, να μνησθούν του ατυχούς τούτου γεγονότος και να θελήσουν να το συμπεριλάβουν μάλιστα και στην αρχιεπισκοπική φήμη. Επιπλέον, όλοι οι τίτλοι των προκαθημένων των ορθοδόξων εκκλησιών είθισται πρώτα να δηλώνουν την καθαυτό επισκοπική τους έδρα, και ακολούθως την ευρύτερή τους ιδιότητα: - Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης. - Πάπας και Πατριάρχης μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας … και πάσης Αφρικής.

 

          Ακόμη και νεότερες ανεξαρτητοποιηθείσες εκκλησίες τηρούν αυτή την αρχή: - Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. - Πατριάρχης Μόσχας και πάσης Ρωσίας.

          Από την αρχή αυτή δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση η Εκκλησία της Κύπρου, μία εκ των παλαιφάτων ορθοδόξων Εκκλησιών.

          Αν δεχθούμε ότι η Νέα Ιουστινιανή σχετίζεται με την Ιουστινιανούπολη της Κυζίκου, όπως καθιερώθηκε στον εικοστό αιώνα, τότε ο αρχιεπισκοπικός τίτλος παραπέμπει σε ένα τιτουλάριο Αρχιεπίσκοπο, χωρίς ποίμνιο και επιστασία. Ας μη λησμονούμε ότι η συσχέτιση του αρχιεπισκοπικού τίτλου με τη μετοικεσία στην Κύζικο πρωτοεμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα, στην εξάπλωση ανάμεσα στους Έλληνες του μεγαλοϊδεατισμού. Στις απαρχές κλίματος εθνικής έξαρσης και αμεσότερης συσχέτισης με την Κωνσταντινούπολη, χωρίς όμως αυτό να εδράζεται πάνω σε πρωτογενείς πηγές. Πρώτος, αν δεν κάνουμε λάθος, εισάγει την άποψη αυτή ο Γεώργιος Φιλίππου στα 1875, στο έργο του «Ειδήσεις ιστορικαί περί της Εκκλησίας Κύπρου».

          Τέλος, ο γεωγραφικός εντοπισμός της Νέας Ιουστινιανής ή σαφέστερα Νέας Ιουστινιανουπόλεως στην Κύζικο, μόλις προ ολίγων ετών (1990) κατέστη δυνατός από τον αείμνηστο ιερομόναχο Παύλο (Βενέδικτο) Εγγλεζάκη.

  

                                                             

Στέλιος Περδίκης

Ιστορικός - Αρχαιολόγος

Φώτο Γκάλερι

Image