Ιωαννίκιος ηγούμενος

Image

Ηγούμενος (ο δεύτερος με το όνομα αυτό) του μοναστηριού της Παναγίας Μαχαιρά από το 1766 μέχρι το 1796 οπότε πέθανε. Καταγόταν από το χωριό Άγιος Ηλίας της Καρπασίας (απ' όπου καταγόταν και ο καλόγερος, στο ίδιο μοναστήρι, Ιωαννίκιος που ηγήθηκε εξέγερσης στην Καρπασία το 1833). Ο ηγούμενος Ιωαννίκιος διαδέχθηκε τον ηγούμενο Παρθένιο που πέθανε στις 25 Ιανουαρίου 1766. Χαρακτηρίζεται ως θεοσεβής, ενάρετος, φιλόπονος και φιλευπρεπής. Φρόντισε πολύ για το μοναστήρι του, το οποίο ανακαίνισε σχεδόν ολόκληρο, εκτός από την ανατολική «λόντζα» που είναι κτίσμα του Παρθενίου (το 1727).

 

Ο ηγούμενος Ιωαννίκιος συνδέθηκε κατά το 1783-4 με τα τραγικά εκκλησιαστικά γεγονότα που συνέβησαν στο νησί, ως αποτέλεσμα της εγκληματικής δραστηριότητας του μονόφθαλμου τυράννου κυβερνήτη της Κύπρου Χατζημπακκή* (1775- 1783). Όταν η διοίκηση του Χατζημπακκή αγά κατέστη πλέον αφόρητη, ιδίως από το 1782 και ύστερα, η τότε εκκλησιαστική ηγεσία της Κύπρου ανέλαβε την αποστολή να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη για να καταγγείλει τον κυβερνήτη και να αξιώσει την απομάκρυνσή του. Τέσσερις ιεράρχες (ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, οι επίσκοποι Πάφου Πανάρετος, Κιτίου Μελέτιος και Κυρηνείας Σωφρόνιος, συνοδευόμενοι από τον ηγούμενο Κύκκου Μελέτιο), αναχώρησαν κρυφά από την Κύπρο στις 22 Αυγούστου 1783 για την Κωνσταντινούπολη. Ο Χατζημπακκής όμως πληροφορήθηκε τα της αποστολής τους και τους κυνήγησε. Οι ιεράρχες αναγκάστηκαν να διακόψουν το ταξίδι τους και να κρυφτούν στη Σμύρνη (ο μεν αρχιεπίσκοπος στο σπίτι του εκεί προξένου της Ολλανδίας, οι δε άλλοι σε σπίτια Χριστιανών). Ο Χατζημπακκής διέβαλε τότε τους αρχιερείς στην Υψηλή Πύλη, όπου διέθετε ισχυρούς φίλους, και πέτυχε διάταγμα για εξορία τους στο Άγιον Όρος. Πέτυχε, ακόμη, με τρόπο εκβιαστικό, την έκδοση από το οικουμενικό πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως εντολής προς τους Χριστιανούς της Κύπρου που, αφού τους γνωστοποιούσε ότι είχε ληφθεί βασιλικός προσκυνητός ὑψηλός ὁρισμός νά σταλῶσιν εἰς μοναστήριον τοῦ  Ἁγίου Ὄρους ὁ  Ἀρχιεπίσκοπος μετά τῶν Ἐπισκόπων του, καί προστάσσων νά γίνῃ  ἐκλογή, τους καλούσε να εκλέξουν νέους ιεράρχες και στη συνέχεια, νά φανερώσητε πρός ἡμᾶς ἐξ' ἀποφάσεως διά κοινῆς ἀναφορᾶς περί τῶν ὑποκειμένων. Ποιήσατε οὖν ὡς γράφομεν...

 

Όχι χωρίς την εύνοια του Χατζημπακκή αγά, «εξελέγησαν» τότε τέσσερις νέοι ιεράρχες: Ο ηγούμενος του Μαχαιρά Ιωαννίκιος ως αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο ηγούμενος Παλλουριωτίσσης Ιωακείμ ως επίσκοπος Πάφου, ο ηγούμενος του Αγίου Λαζάρου Λάρνακος Χρύσανθος ως επίσκοπος Κιτίου, και ο έξαρχος της επισκοπής Κυρηνείας Ιωαννίκιος ως επίσκοπος Κυρηνείας.

 

Οι αντικανονικά «εκλεγέντες» πήραν και τα αναγκαία βεράτια, εκδομένα από την Υψηλή Πύλη, και πάλι με ενέργειες του Χατζημπακκή. Ετέθη όμως κανονικό θέμα ενθρόνισης και χειροτονίας τους (αφού δεν υπήρχαν άλλοι ιεράρχες στο νησί για να πράξουν κάτι τέτοιο), αλλά και γι’ αυτό το θέμα φρόντισε ο Χατζημπακκής. Με ενέργειές του, ο φίλος του στην Κωνσταντινούπολη μεγάλος βεζίρης εξανάγκασε τον οικουμενικό πατριάρχη Γαβριήλ να γράψει στον πατριάρχη Αντιοχείας Δανιήλ* ζητώντας του να στείλει στην Κύπρο τρεις επισκόπους για να χειροτονήσουν τους «εκλεγέντες» αξιωματούχους της Κυπριακής Εκκλησίας. Ο πατριάρχης Δανιήλ παρέπεμψε ξανά το ζήτημα στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, γιατί ήταν πεπεισμένος για την αντικανονική εκλογή των Κυπρίων.

 

Στο μεταξύ, οι κρυπτόμενοι στη Σμύρνη Κύπριοι ιεράρχες κατόρθωσαν να έλθουν σε επαφή με το οικουμενικό πατριαρχείο και την Υψηλή Πύλη, όπου κι απεκάλυψαν τα εγκλήματα του Χατζημπακκή, ο οποίος, τελικά, απομακρύνθηκε. Ύστερα από την επιτυχία τους αυτή, ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και οι άλλοι επέστρεψαν στις έδρες τους στην Κύπρο.

 

Στη συνέχεια, το οικουμενικό πατριαρχείο με απόφασή του καθαίρεσε τον Ιούλιο του 1784 τους «εκλεγέντες» με ενέργειες του Χατζημπακκή κληρικούς, αν και το ίδιο το πατριαρχείο είχε επίσης ενδώσει στις πιέσεις κι είχε δώσει την άδεια για την εκλογή τους. Η κύρια κατ' αυτών κατηγορία ήταν ότι δέχθηκαν να πληρώσουν θρόνους που δεν είχαν χηρέψει. Φαίνεται ότι οι καθαιρεθέντες επεσήμαναν την ευθύνη του πατριαρχείου με έφεσή τους που κατέληξε, τον Δεκέμβριο του 1785, στην αθώωσή τους. Όπως αποφάσισε το πατριαρχείο, ο ηγούμενος Μαχαιρά Ιωαννίκιος και οι άλλοι τρεις μετάμελοι γενόμενοι, προσέπεσον τῷ  ἐλέει τῆς Ἐκκλησίας καί ἐδέησαν τυχεῖν ἀθωώσεως. Τοιγαροῦν ἀποφαινόμεθα ἵνα ἀθῶοι ὑπάρχωσι καί λελυμένοι τῆς προεκδοθείσης κατ' αὐτῶν καθαιρέσεως, ἔχοντες καί τό ἐνεργεῖν τῆς ἱερωσύνης αὐτῶν ἀκωλύτως, καί τήν χεῖρα ἀσπαζόμενοι καί τῆς προσηκούσης τιμῆς καί ὑποδοχῆς ἀξιούμενοι...

 

Μετά την εξέλιξη αυτή, ο Ιωαννίκιος επανήλθε στο μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά, του οποίου παρέμεινε ηγούμενος μέχρι τον θάνατό του στις 15 Ιουνίου 1796. Διάδοχός του εξελέγη ο μέχρι τότε οικονόμος του μοναστηριού Γερμανός (1796- 1827).

 

Κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του Ιωαννικίου, το μοναστήρι οργάνωσε αποστολές για συλλογή χρημάτων προς αντιμετώπιση των μεγάλων χρεών εξαιτίας της ριζικής ανακαινίσεώς του. Δυο φορές, στα 1783 και στα 1794, αποτάθηκε στον ηγεμόνα (βοεβόδα) της Μολδοβλαχίας Ιωάννη Μιχαήλ Σούτσο με απεσταλμένους του, καθώς και σε άλλους Χριστιανούς ηγέτες. Στα 1795 ο Σούτσος εξέδωσε χρυσόβουλλον, ανταποκρινόμενος σε εγκύκλιο του ηγουμένου Ιωαννικίου, με το οποίο υπενθύμιζε τα παλαιά βασιλικά προνόμια του μοναστηριού και όριζε να του δίνεται βοήθεια από 100 γρόσια κάθε χρόνο.

 

Επίσης, μετά από αίτηση του Ιωαννικίου, ο (Κύπριος την καταγωγή) οικουμενικός πατριάρχης Γεράσιμος Γ' εξέδωσε σιγγίλιον, επαναλαμβάνοντας τα προνόμια του μοναστηριού του Μαχαιρά.