Καγκρίν ή καγγρίν

Έτσι λέγεται σε διάφορα μέρη της Κύπρου ένα είδος μερρέχας, δηλαδή της μυροδόχης, δοχείου ευωδών υγρών που χρησιμεύει για να ραίνουν (να «ραντίζουν») οι γυναίκες σε τελετές. Η προέλευση της λέξης, άγνωστη. Ίσως από την αρχαία ελληνική κανείον (=περιρραντήριον), απ' όπου και η επίσης χρησιμοποιούμενη στην Κύπρο λέξη καντρίν (=μυροδοχείον).

 

Πρβλ. και το τραγούδι Εκατόν Λόγια*:

...Τζ' αι τρεις μούττες βασιλιτζ΄ιάν βάρτε μας μαουλούτζ΄ια

τζ΄αι δκυό καγκριά ροδόστεμμαν ραντίστε τα σεντόνια...