Καμήλα, καμηλάρης

Image

Η καμήλα (camelus) είναι μεγαλόσωμο θηλαστικό ζώο. Ανήκει στην οικογένεια των Καμιλιδών, τάξη Αρτιοδακτύλων και υπόταξη Τυλοπόδων, κι απαντάται σε δυο είδη: καμήλα βακτριανή και καμήλα δρομάς. Το πρώτο είδος φέρει στην πλάτη δυο ύβους (καμπούρες) και το δεύτερο είδος φέρει έναν ύβο. Είναι δυνατά και ψηλά ζώα, με λεπτά μακριά πόδια και μακρύ και γειρτό λαιμό. Η καμπούρα στην πλάτη τους αποτελείται από λιπώδεις ιστούς μέσω των οποίων το αποθεματικό λίπος μεταβάλλεται σε νερό. Γι’ αυτό τον λόγο οι καμήλες είναι ζώα με μεγάλη αντοχή στη δίψα και το προσόν τους αυτό, μαζί με το ότι τα πόδια τους καταλήγουν σε φαρδιές οπλές που διευκολύνουν το βάδισμά τους στην άμμο, τις κάνει ιδιαίτερα κατάλληλα ζώα για να χρησιμοποιούνται από τους ανθρώπους στις ερήμους, τόσο σαν πολεμικά υποζύγια, όσο — κυρίως — για μεταφορές, μια κι είναι ζώα δυνατά.

 

Η καμήλα εξημερώθηκε από τα αρχαία χρόνια. Κατά τον Μεσαίωνα, σχηματίζονταν τεράστια καραβάνια με καμήλες, που διεξήγαν το εμπόριο από τις ακτές της ανατολικής Μεσογείου κυρίως, μέχρι τα βάθη της Ανατολής. Εκτεταμένα χρησιμοποιήθηκαν και στη Βόρειο Αφρική όπου και σήμερα χρησιμοποιούνται στην έρημο της Σαχάρας και αλλού.

 

Σε σχέση προς την Κύπρο, το ζώο αυτό αναφέρεται από τον Πορφύριο κατά την Αρχαιότητα (Περί Ἀποχῆς Ἐμψύχων, 1.14), όπου γράφει ότι: όπως κανένας Έλληνας δεν θυσίασε ποτέ στους θεούς καμήλα ή ελέφαντα αφού τα ζώα αυτά δεν ήσαν ενδημικά, έτσι και στην Κύπρο και τη Φοινίκη δεν θυσιάστηκαν ποτέ.

 

Στην Κύπρο εισήχθη (άγνωστο πότε) η καμήλα δρομάς και σε παλαιότερα χρόνια χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και κατά την ακολουθήσασα περίοδο της Αγγλοκρατίας, μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, μπορούσε να δει κανένας αρκετά μικρά καραβάνια από καμήλες. Τα ζώα αυτά εχρησιμοποιούντο για μεταφορές εμπορευμάτων, κυρίως στα δρομολόγια Λευκωσίας - Λάρνακας - Αμμοχώστου - Λεμεσού, αλλά και γενικότερα σε ολόκληρη την πεδιάδα της Μεσαορίας.

 

Ο μεσαιωνικός χρονικογράφος Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει χρησιμοποίηση της καμήλας στην Κύπρο και κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων, όπως το 1374, οπότε κατά την εισβολή τους στην Κύπρο οι Γενουάτες χρησιμοποίησαν καραβάνια ολόκληρα από καμήλες (που προφανώς είχαν επιτάξει) για μεταφορά πολεμοφοδίων από τη βάση τους, την Αμμόχωστο, για εφοδιασμό του στρατού τους που πολιορκούσε την Κερύνεια. Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει επίσης το ίδιο γεγονός. Επίσης αναφέρει και άλλη περίπτωση, το 1426, οπότε κατά την εισβολή των Αιγυπτίων στην Κύπρο, η βασιλική οικογένεια εγκατέλειψε την πρωτεύουσα Λευκωσία, καταφεύγοντας στην Κερύνεια, στην οποία μετέφερε και τα πλούτη της φορτωμένα σε καμήλες και σε αμάξια.

           

Ο χρονικογράφος Γεώργιος Βουστρώνιος πάλι, αναφέρει δύο συνοικίες της Λευκωσίας, το Καμηλαριό και το Αμαξαριό. Στις δύο αυτές συνοικίες διέταξε, το 1473, ο τότε βισκούντης (αστυνόμος) της Λευκωσίας Νικόλαος Μοραμπίτ να καταφύγουν όλες οι πόρνες της πόλης – να ασκούν δηλαδή το επάγγελμά τους μόνο στις δύο αυτές συνοικίες και όχι οπουδήποτε στην πόλη. Οι ονομασίες Καμηλαριό και Αμαξαριό δηλώνουν ότι στις αντίστοιχες περιοχές κατέλυαν τα καραβάνια από καμήλες και τα αμάξια, που έφθαναν στην πρωτεύουσα μεταφέροντας αγαθά από άλλες πόλεις. Εκεί θα πρέπει να υπήρχαν και τα ανάλογα καταλύματα (χάνια).

 

Ο υπεύθυνος - ιδιοκτήτης του κάθε καραβανιού από καμήλες (που συνήθως αποτελείτο από 3 - 5 ζώα) ονομαζόταν καμηλάρης. Επάγγελμά του ήταν να μισθώνει τα ζώα του και τον εαυτό του για εκτέλεση δρομολογίων προς μεταφορά φορτίων και εμπορευμάτων. Η σύζυγός του λεγόταν καμηλάραινα.

 

Μικρά καραβάνια από καμήλες επιζούσαν στην Κύπρο μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα. Όμως η εξέλιξη, η δημιουργία σιδηροδρόμου που από το 1905 ένωσε την πρωτεύουσα με την πόλη και το λιμάνι της Αμμοχώστου, τέλος η εισαγωγή και χρησιμοποίηση του αυτοκινήτου, ήταν μοιραίο να πλήξουν καίρια και, τελικά, να εξαφανίσουν το επάγγελμα του καμηλάρη και το γραφικό κι αργοκίνητο καραβάνι του.

 

Η καμήλα, που για πολλά χρόνια υπηρέτησε το εμπόριο και τις μεταφορές στην Κύπρο, δεν ήταν δυνατό παρά να αποκτήσει μια θέση και στη λαογραφία του τόπου. Γνωστότατη σε όλους στην Κύπρο είναι η «καθαρογλωσσιά» με τις δυο λέξεις:

 

Καλημέρα Καμηλάρη.

 

Οι λέξεις αυτές χρησιμοποιούνται ως παιγνίδι γλωσσοδέτη, με το να ζητείται από κάποιον να τις επαναλάβει πολλές φορές και γρήγορα, στη σειρά, ή και εναλλάξ, όπως:

 

Καλημέρα Καμηλάρη,

Καμηλάρη Καλημέρα...

 

Μια από τις πιο γνωστές κυπριακές παροιμίες, που λέγεται για τους αδιάφορους είναι η εξής:

 

Καμήλα κλάννει στο Πεντάκωμον.

 

Μια άλλη παροιμία, που λέγεται για τους ευερέθιστους και τους καβγατζήδες, λέγει:

 

Δάκκα ψύλλε τον κάμηλον, για νά’ βρει αφορμήν.

 

Για όσους συνηθίζουν να μεγαλοποιούν τα πράγματα, λέγεται η παροιμία:

 

Κάμνει τον ψύλλον κάμηλον.

 

Ενώ για άνθρωπο που είναι πείσμων ή επίμονος ή δεν πείθεται εύκολα ή είναι ιδιαίτερα ισχυρογνώμων, λέγεται η παροιμία:

 

Σπάζει (ή πουζ΄ιάζει) κάμηλον.

 

Πάλι για όσους δεν είναι τολμηροί, λέγεται:

 

Απού φοάται κάμηλον, δεν καλλιτζ΄εύκει.

 

Για όσους διακρίνονται για τη μεγάλη τους υπομονή, λέγεται η παροιμία:

 

Έσ΄ει βλάγγαν του καμήλου (ή του βου).

 

Η παροιμία: Γονατίζει κάμηλον, λέγεται για όσους έχουν δυνατό ροχαλητό, επειδή οι καμηλάρηδες συνήθιζαν να κάνουν παρόμοιο δυνατό ήχο, είδος επιφωνήματος, για να κάνουν τα ζώα τους να γονατίσουν.

 

Οι Κύπριοι δεν ήταν βέβαια δυνατό να μη σατιρίσουν τον αργό ρυθμό βαδίσματος της καμήλας:

 

Έντεκα μίλια, δώδεκα ώρες.

 

Για το πλήθος των λαογραφικών στοιχείων γύρω από το ζώο αυτό, βλέπε Π. Ξιούτα, Κυπριακή Λαογραφία των Ζώων, έκδοση Κ.Ε.Ε., VI, Λευκωσία, 1978, σσ. 82 -92.

Φώτο Γκάλερι

Image