Υγρόν πυρ

Image

Καταστροφικό όπλο που χρησιμοποιούσαν οι Βυζαντινοί για να αμυνθούν ενάντια στους εχθρούς τους, κυρίως στη θάλασσα για αυτό και ονομαζόταν και   πυρ θαλάσσιον, μηδικόν πυρ, πολεμικόν πυρ, πυρ λαμπρόν, πυρ ρωμαϊκόν ή πυρ σκευαστόν και γνωστό στους Δυτικούς ως ελληνικόν πυρ (Λατ. ignis graecus, αγγλ. Greek fire) Το χρησιμοποίησαν για πρώτη τον 7ο αιώνα για να αποκρούσουν την εισβολή των Αράβων.

Εκτοξευόμενο από καταπέλτες, αλλά κυρίως από πεπιεσμένους σίφωνες, το υγρόν πυρ είχε την ιδιότητα να μη σβήνει στο νερό με αποτέλεσμα να καίει τα εχθρικά πλοία από ασφαλή απόσταση. Εκτός αυτού, κολλούσε σε ό, τι άγγιζε, είτε επρόκειτο για υλικά είτε για ανθρώπινη σάρκα. Έσβηνε μόνο με ένα μείγμα από ξίδι αναμεμιγμένο με άμμο και ούρα.

Παρόλο που το υγρό πυρ δεν ήταν το πρώτο εμπρηστικό όπλο της ιστορίας, ήταν αναμφισβήτητα ένα από το πιο σημαντικά. Αυτό που προκαλεί ως και σήμερα εντύπωση είναι το γεγονός ότι οι εχθροί των Βυζαντινών δεν μπόρεσαν να το αναδημιουργήσουν προς όφελος τους όσες φορές κι αν προσπάθησαν, ενώ μέχρι και σήμερα κανείς δεν ξέρει όλα τα συστατικά που περιείχε το μείγμα.

 

Η εφεύρεση του υγρού πυρός

Σύμφωνα με την αφήγηση του χρονογράφου Θεοφάνη του Ομολογητή, το υγρόν πυρ εφευρέθηκε γύρω στο 672 μ.Χ., από έναν μηχανικό από την Ηλιόπολη της Συρίας, τον Καλλίνικο. Ο Καλλίνικος ήταν Εβραίος αρχιτέκτονας που κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη λόγω της κατάληψης της πόλης του από τους Άραβες. Εκεί πειραματίστηκε με πολλά υλικά έως ότου ανακάλυψε το τέλειο μείγμα για ένα εμπρηστικό όπλο. Στη συνέχεια έστειλε τη φόρμουλα στον βυζαντινό αυτοκράτορα. Μόλις οι ειδικοί του βυζαντινού στρατού πήραν στα χέρια τους σε όλα τα υλικά, κατασκεύασαν ένα σιφόνι που λειτουργούσε σαν σύριγγα εκτοξεύοντας το θανατηφόρο υλικό προς τα εχθρικά πλοία.

 

Το υγρό πυρ δεν ήταν μόνο απίστευτα αποτελεσματικό αλλά και πολύ τρομακτικό. Σύμφωνα με πληροφορίες, παρήγαγε έναν δυνατό θόρυβο, σαν βρυχηθμό και μεγάλες ποσότητες καπνού, παρόμοιες με την «ανάσα δράκου».

 

Λόγω της καταστροφικής του δύναμης, η φόρμουλα για τη δημιουργία του όπλου ήταν ένα αυστηρά προστατευμένο μυστικό. Ήταν γνωστό μόνο στην οικογένεια του Καλλίνικου και στους βυζαντινούς αυτοκράτορες και παραδόθηκε από γενιά σε γενιά.

 

Η χρήση του ήταν πολύ αποτελεσματική. Ακόμα και όταν οι εχθροί κατάφεραν να πάρουν τα χέρια τους το υγρό πυρ, δεν είχαν ιδέα πώς να το αναδημιουργήσουν προς όφελος τους. Ωστόσο, αυτός είναι και ο λόγος που η μυστική του συνταγή του χάθηκε στα βάθη της ιστορίας.

 

Ο σωτήρας των Βυζαντινών

Το υγρό πυρ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόκρουση των αραβικών πολιορκιών της Κωνσταντινούπολης και σε αρκετές ναυτικές συμπλοκές με τους Άραβες. Βοήθησε ιδιαίτερα στον τερματισμό της πρώτης αραβικής πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης το 678 μ.Χ., αλλά και κατά τη διάρκεια της δεύτερης αραβικής πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από το 717-718 μ.Χ., προκαλώντας και πάλι τεράστιες ζημιές στο αραβικό ναυτικό.

Το όπλο συνέχισε να χρησιμοποιείται από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία για εκατοντάδες χρόνια, όχι μόνο σε συγκρούσεις με ξένους εισβολείς αλλά και σε εμφύλιους πολέμους. Με την πάροδο του χρόνου, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ενάντια σε αμέτρητους εχθρούς.

 

Άλλες χρήσεις του

Παρόλο που το υγρό πυρ φημίζεται για τη χρήση του στη θάλασσα, οι Βυζαντινοί το χρησιμοποιούσαν και με πολλούς άλλους τρόπους. Στο στρατιωτικό του εγχειρίδιο «Τακτικά» ο Αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός αναφέρει μια φορητή εκδοχή του όπλου, τον χειροσίφωνα, που είναι ουσιαστικά μια μεσαιωνική εκδοχή του φλογοβόλου.

 

Το υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε σε πολιορκίες αμυντικά και επιθετικά: για να κάψει πύργους πολιορκίας, αλλά και για την υπεράσπιση των πύργων από τους εισβολείς. Ορισμένοι σύγχρονοι συγγραφείς εικάζουν την χρήση του και στη ξηρά.

 

Επιπλέον, οι βυζαντινοί το έβαζαν σε πήλινα βάζα για να φτιάξουν χειροβομβίδες. Βάζα με υγρό πυρ βρέθηκαν στο βυζαντινό φρούριο των Χανίων.

 

Πολλοί προσπάθησαν να αναπαράγουν το υγρό πυρ. Υπάρχουν ιστορικά αρχεία των ίδιων των Αράβων που χρησιμοποίησαν μια δική τους εκδοχή κατά των σταυροφόρων κατά τη διάρκεια της έβδομης σταυροφορίας τον 13ο αιώνα. Εξ άλλου η ονομασία του στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (greek fire) προέρχεται από τους Σταυροφόρους.  Στους Άραβες, τους Βούλγαροι και τους Ρώσους ήταν γνωστό ως «Ρωμαϊκή φωτιά».

Μέχρι σήμερα κανείς δεν ξέρει την ακριβή του σύσταση. Αν και το θείο, η ρητίνη πεύκου και η βενζίνη έχουν προταθεί ως συστατικά, η πραγματική φόρμουλα είναι σχεδόν αδύνατο να επιβεβαιωθεί, ενώ πολλοί πιστεύουν ότι ο Καλλίνικος είχε ανακαλύψει το φωσφορούχο ασβέστιο, το οποίο όταν έλθει σε επαφή με νερό παράγει την εξαιρετικά εύφλεκτη φωσφίνη, η οποία αναφλέγεται αυτόματα.

Το μυστήριο του υγρού πυρός συνεχίζει να αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον των ιστορικών. Είναι μάλιστα τόσο συναρπαστικό που ο George R. R. Martin το χρησιμοποίησε ως έμπνευση στα βιβλία του αλλά και την τηλεοπτική προσαρμογή του Game of Thrones.

 

Μύθος γύρω από το υγρόν πυρ

Η σημασία του υγρού πυρός κατά τον αγώνα του Βυζαντίου με τους Άραβες οδήγησε στη δημιουργία ενός μύθου που του απέδιδε θεϊκή προέλευση. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (945–959) στο έργο του Προς τον ίδιον Υιόν Ρωμανόν (De Administrando Imperio), προειδοποιεί το γιό και διάδοχό του, Ρωμανό Β΄, να μην αποκαλύψει ποτέ το μυστικό της παρασκευής του στους ξένους, λέγοντας ότι «καὶ αὐτὸ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ δι' ἀγγέλου τῷ μεγάλῳ καὶ πρώτῳ βασιλεῖ Χριστιανῷ, ἁγίῳ Κωνσταντίνῳ ἐφανερώθη καὶ ἐδιδάχθη» και ότι ο άγγελος του παρήγγειλε όπως ἐν μόνοις τοῖς Χριστιανοίς καὶ τῇ ὑπ᾽ αὐτῶν βασιλευομένῃ πόλει κατασκευάζηται, ἀλλαχοῦ δὲ μηδαμῶς, μήτε εἰς ἕτερον ἔθνος τὸ οἱονδήποτε παραπέμπηται μήτε διδάσκηται (13.73–84). Προσθέτει δε ότι μία φορά, ένας στρατηγός που δωροδωκήθηκε ώστε να παραδώσει την ουσία σε εχθρικά χέρια, κάηκε από ουράνιο πυρ καθώς έμπαινε σε μία εκκλησία.[

Το υγρόν πυρ συνέχισε να αναφέρεται στις πηγές έως και τον 12ο αιώνα. Η Άννα Κομνηνή δίνει μια ζωντανή περιγραφή μια ναυμαχίας – πιθανώς φανταστικής – μεταξύ των Βυζαντινών και των Πιζανών το 1099. Κατά τις πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης από την Δ΄ Σταυροφορία το 1203/1204 όμως, παρά την παρουσία πρόχειρων πυρπολικών, καμία πηγή δεν αναφέρει τη χρήση υγρού πυρός. Φαίνεται ότι είχε πλέον εγκαταλειφθεί, είτε επειδή το μυστικό της σύστασής του είχε χαθεί, είτε επειδή το Βυζάντιο είχε χάσει την επαφή του με τις περιοχές – τον Καύκασο και τις ανατολικές ακτές του Εύξεινου Πόντου – από όπου αντλούσε τις πρώτες ύλες για την παρασκευή του.

 

Στην Αλεξιάδα, η Άννα Κομνηνή παρέχει (XIII.3.6) μια συνταγή για μια εμπρηστική ύλη, που η βυζαντινή φρουρά του Δυρραχίου χρησιμοποίησε το 1108 κατά των Νορμανδών. Συχνά έχει ερμηνευθεί ως μία, μερική έστω, συνταγή για το υγρόν πυρ: "Τοῦτο δὲ τὸ πῦρ ἀπὸ τοιούτων μηχανημάτων αὐτοῖς διεσκεύαστο. Ἀπὸ τῆς πεύκης καὶ ἄλλων τινῶν τοιούτων δένδρων ἀειθαλῶν συνάγεται δάκρυον εὔκαυστον. Τοῦτο μετὰ θείου τριβόμενον ἐμβάλλεταί τε εἰς αὐλίσκους καλάμων καὶ ἐμφυσᾶται παρὰ τοῦ παίζοντος λάβρῳ καὶ συνεχεῖ πνεύματι, κᾆθ' οὕτως ὁμιλεῖ τῷ πρὸς ἄκραν πυρὶ καὶ ἐξάπτεται καὶ ὥσπερ πρηστὴρ ἐμπίπτει ταῖς ἀντιπρόσωπον ὄψεσι."

 

Η χρήση του στην Κύπρο

Το υγρόν πυρ χρησιμοποιήθηκε μεταξύ άλλων και κατά τη διάρκεια της εισβολής των Γενουατών στην Κύπρο 1373 - 74, επί ημερών του βασιλιά Πέτρου Β' (1369 - 1382). Η εισβολή που άρχισε στις 4 Φεβρουαρίου 1374 (περιγραφή από τον Λεόντιο Μαχαιρά) προκλήθηκε από τη βασίλισσα Ελεονώρα, μητέρα του Πέτρου Β' και σύζυγο του Πέτρου Α', η οποία ήθελε να εκδικηθεί για τη δολοφονία του συζύγου της που έγινε το 1369. Εκμεταλλευόμενοι τις εκκλήσεις της Ελεονώρας, οι Γενουάτες εξεστράτευσαν στην Κύπρο με σκοπό το κέρδος και την κατάκτηση του νησιού. Αφού επικράτησαν στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο, οι προσπάθησαν να πολιορκήσουν την Κερύνεια.  Οι πολιορκημένοι χρησιμοποιούσαν τις βαλλίστρες, τους εκτοξευτήρες πετρών και το υγρόν πυρ τόσο αποτελεσματικά, ώστε ανάγκασαν τους εχθρούς να μετακινήσουν το στρατόπεδό τους μακριά από τα τείχη, εκτός βολής.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Το υγρό πυρ 

Υγρόν Πυρ

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image