Καραβάς

Image

Μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Κερύνειας, που αναφέρεται και ως κωμόπολη, κατεχόμενο από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής. Βρίσκεται περί τα 12 χμ. δυτικά της πόλης της Κερύνειας και απέχει από τη θάλασσα περί τα 2 χμ. 

Ο Καραβάς ανακηρύχθηκε σε  δήμο με διάταγμα την αγγλικής αποικιοκρατικής κυβέρνησης το οποίο εκδόθηκε στις 7 Ιουνίου 1884. 

 

Είναι κτισμένος στην παράκτια πεδιάδα της Κερύνειας, σε μέσο υψόμετρο 70 μέτρων. Το ανάγλυφο είναι γενικά ήπιο στην περιοχή του οικισμού με μια μικρή κλίση προς τη θάλασσα. Στα νότια όμως του οικισμού το υψόμετρο ανέρχεται σταθερά και φθάνει τα 600 μέτρα στο νοτιότερο τμήμα της διοικητικής του έκτασης. Εξάλλου το τοπίο είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο σύστημα των μικρών ρυακιών που πηγάζουν από την οροσειρά του Πενταδάκτυλου και χύνονται στη θάλασσα της Κερύνειας, στα βόρεια του χωριού.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, οι άμμοι, τα χαλίκια, ο φλύσχης της Κυθρέας, και οι σκληροί ασβεστόλιθοι του Πενταδάκτυλου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν κυρίως ξερορεντζίνες και τέρρα ρόζα.

 

Ο Καραβάς βρίσκεται στην περιοχή του υδροφόρου στρώματος των ασβεστόλιθων του Πενταδάκτυλου. Τα καρστικά φαινόμενα στην περιοχή συνέβαλαν στη δημιουργία μεγάλων υπόγειων δεξαμενών νερού, εκεί όπου οι ασβεστόλιθοι περιβάλλονται από αδιαπέρατα πετρώματα. Οι δεξαμενές αυτές τροφοδοτούν τις μεγάλες πηγές της οροσειράς. Οι κυριότερες από αυτές είναι τα κεφαλόβρυσα της Λαπήθου, της Κυθρέας και του Καραβά. Το κεφαλόβρυσον του Καραβά, που η αξιοποίησή του συνέβαλε στην άρδευση αρκετής έκτασης γης στο χωριό, είχε μέση ημερήσια απόδοση 4.000 κυβ. μέτρων νερού.

 

Ο Καραβάς δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 530 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του χωριού εκαλλιεργούντο, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, τα εσπεριδοειδή (κυρίως λεμονιές), οι χαρουπιές, οι ελιές, τα νομευτικά φυτά, τα σιτηρά, τα λαχανικά και λίγα φυλλοβόλα οπωροφόρα δέντρα. Η έκταση των εσπεριδοειδών, που σύμφωνα με την απογραφή του 1966 ανερχόταν σε 240 εκτάρια (1.793 σκάλες), ήταν η μεγαλύτερη σ’ ολόκληρη την επαρχία της Κερύνειας. Ωστόσο στα νότια του χωριού υπήρχαν και άγονες ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονταν από άγρια φυσική βλάστηση, όπως το κυπαρίσσι, ο αγριόπευκος, το θυμάρι, η αγριελιά κλπ. Η κτηνοτροφία περιορίζετο στην εκτροφή μερικών αιγοπροβάτων και αγελάδων.

 

Η παράκτια τοποθεσία του Καραβά συνέβαλε στην ανάπτυξη της αλιείας. Στο χωριό είχε κατασκευαστεί το 1965 αλιευτικό καταφύγιο, που ήταν συνέχεια των άλλων ψαρολίμανων και αλιευτικών καταφυγίων των βορείων ακτών της Κύπρου τα οποία ήσαν εκείνα του Βαβυλά, της Λαπήθου, της Κερύνειας, του Αγίου Αμβροσίου, της Ακανθούς και του Δαυλού.

 

Η οδική σύνδεση του Καραβά είναι πολύ καλή. Στα βόρεια συνδέεται με τον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Μύρτου - Κερύνειας, στα δυτικά με το χωριό Λάπηθος (περί τα 2 χμ.), και στα νοτιοανατολικά με τα χωριά Παλαιόσοφος (περί τα 2,5 χμ.) και Μότηδες (περί τα 2 χμ.). Μέχρι το 1974 ο Καραβάς συνδεόταν με καθημερινές γραμμές λεωφορείων με την πρωτεύουσα Λευκωσία.

 

Πληθυσμιακή αύξηση: Το χωριό γνώρισε σταθερή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1973. Σ' αυτό συνέβαλε η μικρή απόστασή του από την Κερύνεια, η πολύ καλή οδική του σύνδεση και η γεωργική του ανάπτυξη. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 1.474 
1891 1.586 
1901 1.593 
1911 1.695 
1921 1.807 
1931 1.887 
1946 2.156 
1960 2.425 
1973 2.251 

 

Με βάση τα πληθυσμιακά στοιχεία του 1973, ο Καραβάς ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας του μετά την πόλη της Κερύνειας και τη Λάπηθο.

 

Τουριστική ανάπτυξη: Ο Καραβάς λόγω της μαγευτικής του τοποθεσίας, μεταξύ βουνού και θάλασσας, και της γειτνίασής του με την πόλη της Κερύνειας, άρχισε, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, να αναπτύσσεται τουριστικά με γοργό ρυθμό. Η μεγαλύτερη τουριστική ανάπτυξη σημειώθηκε στις παραθαλάσσιες περιοχές του χωριού και ιδιαίτερα στις περιοχές των αμμουδιών Λάμπουσα, Άγιος Ανδρέας, Έξι Μίλι και Πέντε Μίλι. Το 1974 ο Καραβάς διέθετε πέντε ξενοδοχειακές μονάδες συνολικής δυναμικότητας 743 κλινών. Πριν από την τουρκική εισβολή εκκρεμούσαν αιτήσεις για άδεια ανέγερσης άλλων 3 ξενοδοχείων και αριθμού διαμερισμάτων, δυναμικότητας 1.500 κλινών. Αρκετά εξοχικά σπίτια κτίστηκαν γύρω από το χωριό και κοντά στη θάλασσα, μερικά από τα οποία ενοικιάζονταν σε ντόπιους παραθεριστές και ξένους επισκέπτες. Εξάλλου ο αρχαιολογικός χώρος της Λάμπουσας, το μοναστήρι της Αχειροποιήτου, και οι βυζαντινές εκκλησίες του Αγίου Ευλαλίου και της Παναγίας της Γαλατερούσας, μέσα στα διοικητικά όρια του Καραβά, προσέλκυαν αρκετούς Κυπρίους και ξένους επισκέπτες.

 

Ο Καραβάς μαζί με τη Λάπηθο, αποτελούσαν τους μοναδικούς αγροτικούς δήμους της επαρχίας Κερύνειας, μέχρι το 1974.

 

Το χωριό Καραβάς δεν απαντάται στις πηγές πριν από την περίοδο της τουρκικής κατοχής της Κύπρου (1570/71 κ.ε.) και φαίνεται ότι δεν υφίστατο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και την περίοδο της Βενετοκρατίας. Συνεπώς θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ιδρύθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα αναπτύχθηκε και προόδευσε.

 

Η ονομασία του σύμφωνα με την παράδοση: Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν δυο διαφορετικές εκδοχές: η πρώτη αναφέρει ότι σε ακαθόριστη εποχή στην περιοχή του χωριού κατοικούσε, πριν τούτο ιδρυθεί, ένας μελαψός ιερωμένος (καρά, δηλαδή μαύρος στην τουρκική, και αββάς, ήσαν οι δυο λέξεις που σχημάτισαν την ονομασία Καραβάς). Περισσότερο πιστευτή θεωρείται η δεύτερη εκδοχή που αναφέρει ότι πρώτος κάτοικος στην περιοχή του χωριού ήταν κάποιος τεχνίτης που κατασκεύαζε καράβια (=καραβάς, καραβομαραγκός) ή ίσως κάποιος έμπορος/ ιδιοκτήτης καραβιών.

 

Η παράδοση, που αναφέρει ότι ο Καραβάς πρωτοκτίστηκε από κατοίκους της αρχαίας παραλιακής πόλης της Λάμπουσας οι οποίοι μετακινήθηκαν κάπως προς τα ενδότερα εξαιτίας των κινδύνων από τις επιδρομές, εάν γίνει αποδεκτή, θα πρέπει να τοποθετήσει χρονικά την ίδρυση του Καραβά πολύ πιο πριν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η Λάμπουσα (διάδοχος της αρχαίας Λαπήθου) βρισκόταν στην ίδια περιοχή αλλά στα παράλια (βλέπε λήμμα Λάμπουσα).

 

Είναι αποδεδειγμένο ότι η περιοχή Καραβά - Λαπήθου ήταν κατοικημένη από τα προϊστορικά χρόνια. Η Λάπηθος αναφέρεται εξάλλου και σε αρχαίες φιλολογικές πηγές, όπως κι η διάδοχός της πόλη της Λάμπουσας. Στην περιοχή υπάρχουν πολλά αρχαία κατάλοιπα, διαφόρων εποχών. Μάλιστα ο Αθ. Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, τόμος Α', Αθήνα, 1890, σ. 142) σημειώνει: ... Λείψανα δέ κιόνων καί κιονοκράνων ὑπάρχουσι καθ’ ἅπασαν τήν πόλιν [την αρχαία Λάμπουσα] καί θά ἦσαν ἔτι πλείονα, ἄν οἱ νοτιοδυτικῶς ἐν ταῖς κώμαις Καραβᾷ καί Λαπήθῳ κατοικοῦντες δέν μετεκόμιζον ἐξ' αὐτῆς τούς καλλιτέρους αὐτῶν, δι' αὐτῶν κτίζοντες τάς οἰκίας των...

 

Εκκλησία της Αχειροποίητου: Σημαντικά μνημεία στη διοικητική έκταση του Καραβά είναι η εκκλησία της Αχειροποιήτου, που αποτελούσε τον ναό ομώνυμου μοναστηριού (βλέπε λήμμα Αχειροποιήτου μοναστήρι), κοντά δε σ’ αυτήν η εκκλησία του Αγίου Ευλαλίου και εκείνη του Αγίου Ευλαμπίου (για τις οποίες επίσης βλέπε χωριστά λήμματα Ευλαλίου Αγίου εκκλησία και Ευλαμπίου Αγίου εκκλησία). Άλλες εκκλησίες είναι του Αγίου Ανδρέα (ερειπωμένη), του Αρχαγγέλου Μιχαήλ (ερειπωμένη), του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Νικολάου, των Αγίων Πέτρου και Παύλου, μια δεύτερη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η εκκλησία της Παναγίας Γαλατερούσας, εκείνη της Αγίας Ειρήνης και εκείνη της Ευαγγελίστριας.

 

Ο Καραβάς βρίσκεται σημειωμένος στον χάρτη του ντε Μας Λατρί (1862) με ένδειξη πληθυσμού πέραν των 500. Μέσα στα δημοτικά διοικητικά όρια του Καραβά βρίσκονταν και τα χωριά Μότηδες, Παλαιόσοφος, Φτέρυχα και Ελιά, που αποσχίστηκαν όμως το 1933 κι απετέλεσαν χωριστές κοινότητες. Ο Καραβάς είναι ένας από τους αρχαιότερους αγροτικούς δήμους της Κύπρου. Η αίτηση των κατοίκων του Καραβά (κοινή με τους κατοίκους των χωριών Μότηδες, Παλαιόσοφος, Φτέρυχα και Ελιά) για σύσταση δημαρχείου στην περιοχή τους με έδρα τον Καραβά, είχε εγκριθεί από τον τότε Άγγλο ύπατο αρμοστή Ρόμπερτ Μπίνταλφ που, με το υπ' αριθμόν 20/1884 διάταγμά του, ανακήρυξε τον Καραβά σε δήμο στις 7.6.1884.

 

Μεγάλη ανάπτυξη κατά την Τουρκοκρατία: Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Καραβάς ευημερούσε, κυρίως εξαιτίας του διεξαγόμενου εμπορίου από την παραλιακή του περιοχή προς τις απέναντι ακτές της Μικράς Ασίας, αλλά και από την επίδοση των κατοίκων του στις καλλιέργειες κυρίως βαμβακιού και λιναριού και την παραγωγή μεταξιού. Άλλο σημαντικό προϊόν της περιοχής ήταν οι ελιές και το λάδι· κατά τις αρχές του 20ού αιώνα στο χωριό λειτουργούσαν 37 ελαιοτριβεία καθώς και αρκετοί αλευρόμυλοι που χρησιμοποιούσαν το νερό του κεφαλόβρυσου κι ήσαν το ίδιο φημισμένοι μ' εκείνους της Λαπήθου και της Κυθρέας.

 

Η παράδοση αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821 ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης επεσκέφθη με τα καράβια του την περιοχή Καραβά - Λαπήθου και φιλοξενήθηκε από τους προκρίτους των δυο χωριών· αναφέρεται ακόμη ότι οι Καραβιώτες τον εφοδίασαν με ποσότητες τροφίμων (βλέπε λήμμα Κανάρης Κωνσταντίνος). Κατά τις εκτεταμένες σφαγές Ελλήνων ιεραρχών και προκρίτων από τους Τούρκους τον Ιούλιο του 1821, συνελήφθη κι εκτελέστηκε και ο Καραβιώτης δημογέροντας και πλούσιος κτηματίας Χατζηνικόλας Λαυρεντίου, στις 13 Ιουλίου.

 

Οι φιλοπρόοδοι και εύποροι κάτοικοι του Καραβά είχαν καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες στον τομέα της εκπαίδευσης, κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πριν ιδρυθεί σχολείο στο χωριό, τα γράμματα διδάσκονταν σε σχολείο που λειτουργούσε στο μοναστήρι της Αχειροποιήτου.

 

Το πρώτο σχολείο μεταφέρθηκε στον Καραβά από την Αχειροποίητο και λειτουργούσε, κατά τον Περιστιάνη, πρώτα στο μετόχι του Κύκκου στην κωμόπολη και το 1863 στο νεοϊδρυθέν κοινοτικό σχολείο, στο οποίο δίδαξαν: ο Αθανάσιος Τριανταφυλλίδης «το Δασκαλούδιν», που χρησιμοποιούσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο˙ ο παπά Δημήτρης Οικονομίδης από τον Καραβά· ο Λάιος, Ελλαδίτης που νυμφεύθηκε στον Καραβά και δίδαξε για 5-6 χρόνια˙ ο Γεώργιος Παπαδόπουλος από τη Λάρνακα κι ο ντόπιος Γεώργιος Ψύλλος που δίδαξε για αρκετά χρόνια και μετά την αγγλική κατοχή.

 

Ο Ιωσίας Σπένσερ, πρώτος Άγγλος επιθεωρητής της Παιδείας, στην έκθεσή του μιλά για τον νέο δάσκαλο που συνάντησε στο σχολείο του Καραβά, τον Γεώργιο ΚυριακίδηΈνας νέος δάσκαλος έφθασε τελευταία για το σχολείο, τον οποίο φαίνεται αγαπούν πολύ οι κάτοικοι. Ήλθεν από την Λάπηθο, η οποία απέχει πάνω από ένα μίλι από τον Καραβά κι έφερε μαζί του στο νέο του σχολείο αρκετούς από τους παλαιούς μαθητές του... Επειδή ο δάσκαλος αυτός φαινόταν δημοφιλής (κι επάξια νομίζω απ' ό,τι μπόρεσα να κρίνω από τη μονοήμερη γνωριμία), ο Καραβάς χαιρόταν που εξασφάλισε τις υπηρεσίες του, ενώ η Λάπηθος θρηνούσε την απώλειά του... Ο μισθός του Γεώργιου Κυριακίδη είναι 5.000 γρόσια και δωρεάν κατοικία, από τα οποία η εκκλησιαστική επιτροπή πληρώνει 2.000 γρόσια και το μοναστήρι της Αχειροποιήτου 3.000 γρόσια. Οι κάτοικοι του Καραβά δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για την πρόοδο του σχολείου.

 

Ο Λοΐζος Φιλίππου, πάλι, γράφει ότι αρχικά δίδασκαν στον Καραβά τα στοιχειώδη γράμματα εἰς τά μαγαζιά καί τάς κατοικίας των μερικοί ἐγγράμματοι κάτοικοι, κι ότι μεταξύ 1855 και 1863 εχρησιμοποιείτο ως σχολείο το μετόχι του Κύκκου. Το 1865 κτίστηκε το κοινοτικό σχολείο με δαπάνες των κατοίκων του Καραβά. Βιβλία επρομηθεύοντο, μεταξύ άλλων, και με εισαγωγή τους απ’ ευθείας από τη Σμύρνη.

 

Μέχρι την ανακήρυξη της Κύπρου σε Δημοκρατία, τη φροντίδα και διαχείριση του δημοτικού σχολείου είχε το εκάστοτε δημοτικό συμβούλιο. Το 1974, χρονιά της τουρκικής εισβολής, λειτουργούσαν στον Καραβά δυο νηπιαγωγεία, δυο αστικές σχολές και η ανώτερη σχολή αγγλικών και εμπορικών σπουδών.

 

Στην έκταση που περιλαμβάνεται στη διοικητική περιοχή του Καραβά βρίσκονταν τα γνωστότατα εξοχικά κέντρα Μάρε Μόντε, Ζέφυρος, Πέντε Μίλι, Χρυσός Βράχος, Κλέαρχος, Μέρμεϊτ, Πλατάνια, Ανεμόμυλος, Λάμπουσα, Μύλοι, Πράσινη Κοιλάδα, Φοντάνα Αμορόζα, Τσώρτσιλ, άλλα παραθαλάσσια και άλλα όχι, που εξυπηρετούσαν — ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες — επισκέπτες.

 

Το 1974 ο Καραβάς διέθετε 8 ψαρόβαρκες και με το ψάρεμα ασχολούνταν 17 άτομα.

 

Απόβαση των Τούρκων: Στην παραθαλάσσια περιοχή του Καραβά πραγματοποιήθηκε αρχικά η απόβαση των Τούρκων εισβολέων τον Ιούλιο του 1974. Μετά την κατάληψη του χωριού από τους εισβολείς, αριθμός κατοίκων του παρέμεινε εγκλωβισμένος. Τον Οκτώβριο του 1975 οι εγκλωβισμένοι ήσαν μόνο 31, ενώ τον Φεβρουάριο του 1976 είχαν παραμείνει 23. Όλοι εκδιώχθηκαν μέχρι τον Αύγουστο του 1976. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν κι εγκαταστάθηκαν στον Καραβά τόσο Τουρκοκύπριοι από τις νότιες περιοχές της Κύπρου όσο και έποικοι από την Τουρκία. Στο πλαίσιο των προσπαθειών τους για εξαφάνιση των ελληνικών ονομασιών στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, οι Τούρκοι μετονόμασαν το χωριό, το 1975, σε Alsancak που σημαίνει Κόκκινη Περιοχή.

 

Καλλιέργεια εσπεριδοειδών: Η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών στην περιοχή Καραβά - Λαπήθου άρχισε από τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα και σύντομα έγινε η κύρια καλλιέργεια. Το τοπίο είναι κατάφυτο από εσπεριδοειδή και το ίδιο το χωριό πνιγμένο κυριολεκτικά στο πράσινο. Ο Καραβάς φημιζόταν ιδιαίτερα για τα λεμόνια του και κατά τα τελευταία χρόνια πριν από την καταστρεπτική τουρκική εισβολή του 1974, διοργάνωνε φεστιβάλ λεμονιού κάθε Αύγουστο.

 

Η παραγωγή εσπεριδοειδών και άλλων προϊόντων όπως οι ελιές, καθώς και η τουριστική αξιοποίηση των θελγήτρων και του ωραίου φυσικού περιβάλλοντος του χωριού (βρίσκεται κτισμένο μεταξύ θάλασσας και βουνού, δυο στοιχείων που συνδυάζονται θαυμάσια), ο Καραβάς ήταν ένα από τα κυπριακά χωριά που ευημερούσαν, η δε πάρα πέρα ανάπτυξή του, από κάθε άποψη, ήταν δεδομένη εάν δεν επραγματοποιείτο η τουρκική στρατιωτική εισβολή και η κατοχή, που κατέστρεψε τα πάντα και προσφυγοποίησε όλους τους κατοίκους του.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image