Καρύδκια

Παιγνίδι που παιζόταν σε παλαιότερες εποχές στην Κύπρο, κυρίως κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στα καφενεία και στις ταβέρνες των χωριών, με καρύδια. Το παιγνίδι ήταν το ακόλουθο:

 

Κάρφωναν στο πάτωμα μια μεγάλη βελόνα της οποίας το κεφάλι ράσπιζαν και ίσιωναν. Γύρω από τη βελόνα έκαναν ένα κύκλο με κιμωλία, ακτίνας 15 εκατοστομέτρων περίπου. Ένας από τους παίκτες τοποθετούσε πάνω στη βελόνα ένα γρόσι (μπακκίρα ή ριάλα) που ήταν και το μεγαλύτερο νόμισμα της εποχής. Οι υπόλοιποι παίκτες (συνήθως έπαιζαν μέχρι και 5 άτομα) προσπαθούσαν πετώντας καρύδια, να χτυπήσουν και ρίξουν το νόμισμα από τη βελόνα. Τα καρύδια τα πετούσαν από απόσταση 2 μέτρων περίπου, όπου τραβούσαν γραμμή στην οποία στέκονταν. Ο κάθε παίκτης έριχνε συνήθως 10 καρύδια κάθε φορά, πετώντας τα ένα - ένα. Όσα καρύδια αστοχούσαν, τα κέρδιζε εκείνος που είχε βάλει το γρόσι στη βελόνα. Εάν ένας παίκτης κατόρθωνε να χτυπήσει και να ρίξει το νόμισμα, τότε κέρδιζε το γρόσι αλλά και τη θέση εκείνου που το είχε τοποθετήσει, οπότε συνέχιζαν να ρίχνουν καρύδια οι υπόλοιποι, που όταν αστοχούσαν τα μάζευε τώρα αυτός.

 

Όταν το γρόσι, όταν το χτυπούσε κάποιος, έπεφτε μέσα στον κύκλο, εκείνος που το είχε χτυπήσει κέρδιζε και το γρόσι και τη θέση. Εάν όμως με το χτύπημα έβγαινε έξω από τον κύκλο, τότε αυτός που το είχε βάλει στη βελόνα πλήρωνε διπλά, δηλαδή ένα ακόμη γρόσι. Εάν όλοι οι παίκτες έριχναν τα 10 καρύδια τους χωρίς να χτυπήσουν το γρόσι, τότε με τη σειρά άλλαζαν θέση με τον παίκτη που είχε βάλει το γρόσι πρώτος, και ξανάρχιζαν.

 

Τότε πολλά καρύδια εισάγονταν από την Τουρκία και με ένα γρόσι μπορούσε κάποιος ν' αγοράσει 50. Επωλούντο δε και στις ταβέρνες και στα καφενεία. Όταν ένας παίκτης έχανε όλα του τα καρύδια, τότε μπορούσε ν' αγοράσει άλλα είτε από τον μαγαζάτορα είτε από άλλους παίκτες που κέρδιζαν.

 

Το παιγνίδι αυτό παιζόταν στην Κύπρο μέχρι και τη δεκαετία του 1930.