Κλαύδιος Τσέκης

Image

Ιταλοκύπριος, ο οποίος κατά τα τέλη της Βενετοκρατίας κατείχε το αξίωμα του διοικητή ή επιστάτη των Αλυκών (Λάρνακα). Κατά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71), ο Τσέκης παραδόθηκε στις 3 Αυγούστου 1570 στους Τούρκους, οι οποίοι του επέτρεψαν να διατηρήσει το αξίωμά του. Το 1598 η δικαιοδοσία του στις Αλυκές περιορίστηκε με την τοποθέτηση Τούρκου αξιωματούχου.

 

Τον Νοέμβριο του 1600 οι Κύπριοι, αντιδρώντας στην τουρκική καταπίεση, είχαν προχωρήσει σε αρκετό βαθμό στις προετοιμασίες για εξέγερση εναντίον των Τούρκων και είχαν καθορίσει και την ημέρα και ώρα έναρξής της για το Πάσχα της επόμενης χρονιάς, τρεις ώρες πριν ψαλεί ο Καλός Λόγος, όταν οι Τούρκοι αμέριμνοι θα κοιμούνταν. Ταυτόχρονα είχαν κάμει μυστικές συνεννοήσεις με τον δούκα της Σαβοΐας Κάρολο Εμμανουήλ Α' , τον οποίο καλούσαν να βοηθήσει με στρατό για την απελευθέρωση της Κύπρου με αντάλλαγμα τη δημιουργία κυπριακού βασιλείου υπό τον οίκο του. Στην ετοιμαζόμενη επανάσταση οι Κύπριοι αρχιερείς με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Βενιαμίν, είχαν δώσει κάθε ηθική και υλική υποστήριξη, ενώ ο Κλαύδιος Τσέκης ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός της σχεδιαζόμενης επανάστασης. Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της  συνωμοσίας αυτής εναντίον της τουρκικής διοίκησης ήταν και δυο Κύπριοι αρνησίθρησκοι — στην πραγματικότητα όμως κρυπτοχριστιανοί — ο Μεμής και ο Μουσταφάς, που θα εξόπλιζαν το λαό ο οποίος βρισκόταν κάτω από τον έλεγχό τους και θα καταλάμβαναν το μεγάλης στρατηγικής σημασίας φρούριο της Αμμοχώστου.

 

Ο Κάρολος Εμμανουήλ έστειλε τον Νοέμβριο του 1600 στην Κύπρο τον Φραγκίσκο Ακκίδα για να συναντηθεί με τον αρχιεπίσκοπο και να ενημερωθεί για την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί. Ο Ακκίδας συναντήθηκε με τον αρχιεπίσκοπο και κατά την αναχώρησή του από την Κύπρο, στις 3 Δεκεμβρίου του 1600, μετέφερε μαζί του για να παραδώσει στον Κάρολο Εμμανουήλ το κείμενο μιας συμφωνίας που έγραψε στην ελληνική γλώσσα — και ακολούθως μεταφράστηκε στην ιταλική — σε συνεννόηση με τους Κυπρίους αρχιερείς, ο Κλαύδιος Τσέκης. Με τη συμφωνία αυτή ο Κάρολος Εμμανουήλ δεσμευόταν, ότι μετά την απελευθέρωση της Κύπρου θα παραχωρούσε θρησκευτικές και πολιτικές ελευθερίες καθώς και άλλα δικαιώματα στους Κυπρίους (βλέπε ανάλυση της συμφωνίας και σχετική βιβλιογραφία στο λήμμα Κάρολος Εμμανουήλ Α').

 

Στη συμφωνία λαμβανόταν, ανάμεσα σ' άλλα, πρόνοια και για τους πρωταγωνιστές της σχεδιαζόμενης επανάστασης. Για τον Τσέκη αναφερόταν ότι θα διατηρούσε το αξίωμά του σαν διοικητής των Αλυκών και τόσο αυτός, όσο και ο Ιωάννης της Αγίας Μαύρας, από την οικογένεια του οποίου καταγόταν η γυναίκα του Τσέκη, θα ανακτούσαν την πατρική τους περιουσία που είχαν χάσει μετά την τουρκική κατάκτηση. Ο γιος του Τσέκη θα ανακηρυσσόταν ιππότης και σύμβουλος του βασιλιά και θα διαδεχόταν τον πατέρα του σαν διοικητής των Αλυκών μετά το θάνατό του.

 

Ως προς τους δυο αρνησίθρησκους Μεμή και Μουσταφά η συμφωνία προνοούσε ότι θα επανέρχονταν στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη και θα ανακτούσαν την οικογενειακή τους περιουσία που κατείχαν πριν από την τουρκική κατάκτηση, ο δε θείος τους Παρθένιος θα ανακηρυσσόταν επίσκοπος, μόλις κενωνόταν κάποια επισκοπική έδρα.

 

Όπως είναι γνωστό ούτε η σχεδιαζόμενη επανάσταση πραγματοποιήθηκε, ούτε και ο Κάρολος Εμμανουήλ Α' ανέλαβε, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των Κυπρίων, οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση για την απελευθέρωση της Κύπρου.

Φώτο Γκάλερι

Image