Κοινοτικές Συνελεύσεις

Image

Πρόκειται για δύο διαφορετικά σώματα, ένα ελληνοκυπριακό και ένα τουρκοκυπριακό, που ιδρύθηκαν αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος και το καθένα είχε παράλληλες ευθύνες έναντι της αντίστοιχης προς αυτό κοινότητας της Κύπρου. Ο θεσμός των Κοινοτικών Συνελεύσεων καθορίζεται λεπτομερώς στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας («Μέρος V. — Περί των Κοινοτικών Συνελεύσεων», άρθρα 86 έως 111) και αποτελεί μια από τις ιδιομορφίες του, που δεν λειτούργησαν επί πολύ.

 

Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου (1959) στις οποίες βασίστηκε η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναγνώριζαν την ύπαρξη δυο διαφορετικών κοινοτήτων στην Κύπρο, μιας ελληνικής και μιας τουρκικής. Ετσι παρέστη ανάγκη ίδρυσης και διαφορετικών φορέων αρμοδίων σε διάφορα κοινοτικά/ εθνικά/ φυλετικά θέματα, όπως η θρησκεία, η εκπαίδευση κ.α. Για τέτοια θέματα, αντί ενός ενιαίου φορέα (όπως υπουργείο Παιδείας και/ ή Θρησκευμάτων), το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προνοούσε την ύπαρξη δυο διαφορετικών σωμάτων, μιας Ελληνικής και μιας Τουρκικής Κοινοτικής Συνέλευσης. Για το λόγο αυτό ανάμεσα στα προβλεπόμενα υπουργεία δεν υφίστατο υπουργείο Παιδείας και/ ή Θρησκευμάτων και Πολιτισμού. Υπουργείο Παιδείας, ππλήρως ελεγχόμενο από τους Ελληνοκυπρίους, ιδρύθηκε το 1965, μετά τις διακοινοτικές ταραχές και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Το υπουργείο Παιδείας, που ιδρύθηκε με το Νόμο 12/1965, ανέλαβε τις ευθύνες και αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης που τότε διαλύθηκε, ενώ παράλληλα οι Τουρκοκύπριοι είχαν προχωρήσει σε δικές τους χωριστικές ενέργειες. Η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση Κύπρου τερμάτισε τη λειτουργία της την 31η Μαρτίου του 1965 δίνοντας τη θέση της στο νεοσύστατο με βάση το δίκαιο της ανάγκης Υπουργείο Παιδείας. Με αυτό τον τρόπο η Εκπαίδευση, η οποία είχε τεθεί για πέντε χρόνια και με βάση το Σύνταγμα έξω από τη σφαίρα της κυβερνητικής πολιτικής, εντάχθηκε στο κυβερνητικό έργο.

 

Γραφεία Παιδείας

Κατά την περίοδο της αγγλικής κατοχής της Κύπρου είχε λειτουργήσει ο θεσμός των Εκπαιδευτικών Συμβουλίων, σωμάτων αρμοδίων για εκπαιδευτικά κυρίως ζητήματα των δυο κοινοτήτων, ενώ κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (1959 - 1960) ιδρύθηκαν και λειτούργησαν και χωριστά Γραφεία Παιδείας (ένα ελληνικό και ένα τουρκικό). Τα σώματα αυτά παρέδωσαν τις αρμοδιότητες και εξουσίες τους στις αντίστοιχες Κοινοτικές Συνελεύσεις τον Σεπτέμβριο του 1960, αμέσως δηλαδή μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας (16 Αυγούστου 1960), οπότε τα Εκπαιδευτικά Συμβούλια διαλύθηκαν.

 

Σύμφωνα προς το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα μέλη των δυο χωριστών Κοινοτικών Συνελεύσεων εκλέγονταν χωριστά από τις δυο κοινότητες της Κύπρου. Ο αριθμός των μελών της κάθε Κοινοτικής Συνέλευσης δεν καθορίζεται στο Σύνταγμα γιατί, βάσει του άρθρου 92, «καθορίζεται ὑπό κοινοτικοῦ νόμου ψηφιζομένου διά πλειοψηφίας τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν ἑκάστης Κοινοτικῆς Συνελεύσεως». Καθορίζεται επίσης ότι η εκλογή μελών των Κοινοτικών Συνελεύσεων ενεργείται με καθολική, άμεση και μυστική ψηφοφορία, η δε θητεία τους είναι πενταετής. 

 

Η κάθε μια από τις δυο Κοινοτικές Συνελεύσεις είχε αρμοδιότητες για πολλά ζητήματα της αντίστοιχης κοινότητας. Εκτός από όλα τα θρησκευτικά θέματα και τα εκπαιδευτικά, μορφωτικά και διδακτικά θέματα, είχε επίσης αρμοδιότητες και για τη σύνθεση και δικαιοδοσία των δικαστηρίων που εκδίκαζαν διαφορές επί προσωπικού θεσμού και θρησκευτικών ζητημάτων, για κοινοτικά ιδρύματα (αθλητικά, φιλανθρωπικά κ.α.), για θέματα συνεργατικών και πιστωτικών ιδρυμάτων κλπ. Για όλα τα πιο πάνω θέματα, η κάθε μια από τις δυο Κοινοτικές Συνελεύσεις είχε νομοθετική εξουσία. Παράλληλα, είχε ευθύνες και σε άλλους τομείς, όπως η άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων και ελέγχου, η σύνταξη προϋπολογισμών εσόδων - εξόδων κλπ. Νοείται ότι οι εργασίες των δυο Κοινοτικών Συνελεύσεων ήσαν παράλληλες προς τις εργασίες της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

Οι πρώτες εκλογές

 

Στις7 Αυγούστου 1960 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες και μοναδικές εκλογές για την ανάδειξη των μελών της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης Κύπρου (ΕΚΣΚ), η οποία αποτελούσε την απόλυτη Αρχή στα θέματα Παιδείας για την ελληνική κοινότητα του νησιού καθώς στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα θέματα παιδείας δεν αποτελούσαν αρμοδιότητα της κεντρικής κυβέρνησης αλλά των Κοινοτικών Συνελεύσεων, Ελληνικής και Τουρκικής, τα μέλη των οποίων εκλέγονταν σε ξεχωριστές εκλογές. Το status της καθεμιάς ήταν το ίδιο ακριβώς με αυτό της άλλης. 

 

 Με βάση τη δημοσίευση στις  7 Αυγούστου 1960 εξελέγησαν οι: Κώστας Σπυριδάκις, Χριστάκης Χαραλαμπου, Διομήδης Ησαίας, Νίκος Γεωργίου Σερβος, Ιωάννης Χριστοφή Μάτσης, Χριστόφορος Αντωνίου Συμεωνίδης, Αντώνης Ιωακείμ, Κωνσταντία Μίλτωνος Βάρδα  και  Berdge Tilbian.

Η ΕΚΣΚ που αριθμούσε 26 μέλη συνήλθε στην πρώτη της συνεδρία στις 31 Αυγούστου 1960 και εξέλεξε ομόφωνα τον Κωνσταντίνο Σπυριδάκι στη θέση του προέδρου του σώματος.

Στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (περίοδο που μεσολάβησε από την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου και μέχρι την εγκαθίδρυση της Ανεξάρτητης Δημοκρατίας) τα θέματα Παιδείας έτυχαν χειρισμού από διορισμένο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο, στο οποίο προήδρευε ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις. Τα ηνία της Εκπαίδευσης στον Κωνσταντίνο Σπυριδάκι παρέδωσε ως πρόεδρο του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου ο  Άγγλος Διευθυντής Παιδείας W. B. Tudhope, ο οποίος τερμάτισε το 1956 τη λειτουργία του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Αναφέρει ο ίδιος: «Η παράδοσις της Ελληνικής Παιδείας εις το Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συμβούλιον εγένετο ανεπισήμως υπό του τέως Άγγλου Διευθυντού της Παιδείας. Ούτος ως εντεταλμένος της Κυβερνήσεως είχε σφραγίσει προ τινών ετών, το 1956, διαρκούντος του αγώνος, το κλεισθέν Παγκύπριον Γυμνάσιον, ότε διεγράφη τούτο, ως ανωτέρω ανεφέρθη, εκ του Μητρώου των Σχολών της νήσου, παραλαβών παρά του τότε Γυμνασιάρχου αυτού. Εις τον αυτόν ως Πρόεδρον του συσταθέντος κατά τα ανωτέρω Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συμβουλίου παρέδωσεν απερχόμενος εκ Κύπρου την διαχείρισιν της Ελληνικής Παιδείας».

 

Η Κοινοτική Συνέλευση στεγάστηκε σε γραφεία που της παραχωρήθηκαν από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και δανείστηκε έπιπλα από την Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου (ΠΑΚ) και την Τεχνική Σχολή, ενώ επιστρέτευσε γραμματειακό προσωπικό από το ήδη υποστελεχωμένο Γραφείο Ελληνικής Παιδείας.

 

Η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση Κύπρου τερμάτισε τη λειτουργία της την 31η Μαρτίου του 1965 δίνοντας τη θέση της στο νεοσύστατο με βάση το δίκαιο της ανάγκης Υπουργείο Παιδείας. Με αυτό τον τρόπο η Εκπαίδευση, η οποία είχε τεθεί για πέντε χρόνια και με βάση το Σύνταγμα έξω από τη σφαίρα της κυβερνητικής πολιτικής, εντάχθηκε στο κυβερνητικό έργο.

 

Βιβλιογραφία

 

«Πολιτική, Εκπαιδευτική Πολιτική και Διδασκαλικός Συνδικαλισμός στην Κύπρος (1960-1974), Ανδρέα Κασουλίδη, εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία, 2016