Κορνέσιου αρχοντικό κονάκι

Image

Το αρχοντικό ή κονάκι του δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου στη Λευκωσία (ενορία Αγίου Αντωνίου, κοντά στην Αρχιεπισκοπή) αποτελεί σημαντικό μνημείο της πρωτεύουσας και είναι το σπουδαιότερο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα. Ταυτόχρονα το κτίριο αυτό είναι συνδεδεμένο με μια τραγική πτυχή της κυπριακής ιστορίας των αρχών του 19ου αιώνα (περίοδος Τουρκοκρατίας).

 

Ιστορία: Στο κονάκι αυτό ο δραγομάνος Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος φαίνεται ότι είχε εγκατασταθεί το 1793, γιατί η χρονολογία αυτή βρίσκεται σε εντοιχισμένη πλάκα στο εσωτερικό της κύριας εισόδου. Σ' αυτό διέμενε η οικογένεια του δραγομάνου που χρησιμοποιούσε όμως και δεύτερο σπίτι στην πίσω πλευρά του αρχοντικού. (Το δεύτερο αυτό κτίριο κατεδαφίστηκε και σώζεται μόνο η εξώθυρά του).

 

Αν και ο δραγομάνος είχε το γραφείο του στο διοικητήριο, φαίνεται ωστόσο ότι  ο Κορνέσιος χρησιμοποιούσε τακτικά και το κονάκι του ως γραφείο και χώρο συγκέντρωσης ανθρώπων με τους οποίους συνεργαζόταν, καθώς και για φιλοξενία επισκεπτών.

 

Κατά την εξέγερση του 1804 που στρεφόταν κυρίως κατά του δραγομάνου, το αρχοντικό του παραβιάστηκε από το εξαγριωμένο πλήθος που το λεηλάτησε. Ο Κορνέσιος και η οικογένειά του διέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη, κι όταν ο ίδιος επέστρεψε αργότερα στο νησί, επέστρεψε μόνος. Το 1809 ο Κορνέσιος αποκεφαλίστηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ήδη από τον προηγούμενο χρόνο η περιουσία του στην Κύπρο είχε δημευθεί, το δε αρχοντικό του είχε σφραγισθεί και τη φύλαξή του είχε αναλάβει ο τότε οικονόμος της Αρχιεπισκοπής Κυπριανός, ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος και εθνομάρτυρας. Αργότερα όμως το αρχοντικό κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές απ' όπου το αγόρασε μια Τουρκάλα, η Χατιζέ χανούμ Μαγνήσαλη, που πλήρωσε 13.000 γρόσια.

 

Το 1830 ή αργότερα επέστρεψε στην Κύπρο ο γιος του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, ο Γιάγκος (γνωστός σαν Τσελεπή - Γιάγκος) μαζί με άλλα μέλη της οικογένειας του δραγομάνου, οπότε απέκτησε το κονάκι αγοράζοντας το επίσης στην τιμή των 13.000 γροσιών. Εγκαταστάθηκε σ' αυτό μαζί με τη σύζυγό του Ιουλιανή, του γένους Βοντιτσιάνο. Ο Τσελεπή - Γιάγκος πέθανε το 1874. Η σύζυγός του παρέμεινε σ' αυτό μαζί με την οικογένεια της ανεψιάς της Ουρανίας Ζαχαριάδου Οικονομίδη την οποία είχε υιοθετήσει. Μετά τον θάνατο και της Ιουλιανής, το 1894, το αρχοντικό περιήλθε στις θυγατέρες της Ουρανίας Ζαχαριάδου. Τμήμα του αρχοντικού εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως κατοικία μέχρι το 1979. Άλλο τμήμα του εχρησιμοποιείτο από το 1949 από το Τμήμα Αρχαιοτήτων που στέγαζε σ' αυτό μερικές υπηρεσίες του, ενώ ένα τρίτο τμήμα εκατοικείτο μέχρι το 1983. Μέρος της δυτικής πτέρυγας είχε αγοραστεί από την κυβέρνηση το 1955 κι επισκευάστηκε χρησιμοποιούμενο ως γραφείο, ενώ το 1979 όταν πέθανε η ιδιοκτήτρια μέρους του αρχοντικού, η Ιουλία Πική, κληροδότησε το μέρος που της ανήκε στην Αρχιεπισκοπή.

 

Επισκευές και συντήρηση μερών του αρχοντικού γίνονται από το Τμήμα Αρχαιοτήτων κατά καιρούς, από το 1949 κ.ε. Η σοβαρότερη και γενική εργασία συντήρησης και αποκατάστασης ολόκληρου του αρχοντικού άρχισε το 1981.

 

Περιγραφή: Το αρχοντικό είναι μεγάλο πετρόκτιστο διώροφο κτίριο, αποτελούμενο από τρεις πτέρυγες σε σχήμα Π, καλύπτει δε μεγάλη έκταση στη γωνία των οδών Χατζηγεωργάκη και Πατριάρχη Γρηγορίου. Εξωτερικά, προς τις πλευρές των δυο δρόμων, το κτίριο μοιάζει με φρούριο και έχει ισχυρούς τοίχους με σιδερόφρακτα μικρά παράθυρα. Αντίθετα το μεγαλύτερο μέρος του ορόφου προς τη μεγάλη εσωτερική αυλή αποτελείται από ξύλινο πλαίσιο συμπληρωμένο με διάφορα υλικά πλήρωσης και με πολλά ανοίγματα. Η κύρια είσοδος βρίσκεται στη βόρεια πτέρυγα κι αποτελείται από αψιδωτή καμάρα από πωρόλιθο που φέρει ανάγλυφο διάκοσμο. Στο επάνω μέρος της εισόδου βρίσκεται εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με ανάγλυφη παράσταση που προέρχεται από παλαιότερο οικοδόμημα κι απεικονίζει το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου (σύμβολο της Βενετίας) με το δεξί του πόδι πάνω σε ανοικτό βιβλίο στα δυο φύλλα του οποίου υπάρχει η λατινική επιγραφή:

 

Pax      Evan

Tibi       gelis

Marce ta meus

 

Πάνω από την κύρια είσοδο βρίσκεται, προεξέχοντας προς τον δρόμο, ξύλινος κλειστός εξώστης (κιόσκι). Μια δεύτερη αψιδωτή είσοδος και ένα μπαλκόνι δυτικότερα, αποτελούν μετατροπές των τελών του 19ου αιώνα, όταν το αρχοντικό είχε χωριστεί από τους τότε κληρονόμους σε δυο μέρη.

 

Η εσωτερική όψη του κτιρίου διαμορφώνεται σε σχήμα Π που περικλείει τμήμα της αυλής και χαρακτηρίζεται από ένα πολυσύνθετο σύμπλεγμα οξυκόρυφων τόξων με διαφορετικά ανοίγματα, που στηρίζονται τα περισσότερα σε στρογγυλεμένες κολόνες από πωρόλιθους και καλύπτουν μεγάλη στοά. Μια ξύλινη σκάλα με πέτρινη βάση, στεγασμένη με επικλινές ξύλινο στέγαστρο με κεραμίδια, οδηγεί στον όροφο. Η σκάλα αυτή είναι μεταγενέστερη του αρχικού κτιρίου, όπως και μια δεύτερη σκάλα στα δυτικά της πρώτης. Η αρχική σκάλα εντοπίστηκε ότι βρισκόταν στη βορειοανατολική γωνιά της στοάς. Στην αυλή υπάρχει μαρμάρινη κρήνη με ανάγλυφο διάκοσμο.

 

Η κύρια είσοδος πλαισιώνεται από δυο δωμάτια που δέχθηκαν μεταγενέστερες επεμβάσεις. Σε συνέχεια του ανατολικού δωματίου βρίσκεται τεράστια μακρόστενη αίθουσα που πιθανότατα χρησίμευε σαν στάβλος, συνδέεται δε με ηλιακό και βοηθητική αυλή. Στη δυτική πτέρυγα, σε συνέχεια του δωματίου που πλαισιώνει την είσοδο, υπάρχουν άλλα τέσσερα δωμάτια (κουζίνα, λουτρό, αποθήκες). Όλοι αυτοί οι χώροι υπέστησαν κατά καιρούς επεμβάσεις σύμφωνα προς τις ανάγκες των εκάστοτε ενοίκων τους. Στη δυτική πτέρυγα προστέθηκε και σκάλα που οδηγεί στον όροφο. Ο όροφος διαχωρίζεται και πάλι σε πολλά δωμάτια που επίσης υπέστησαν κατά καιρούς τροποποιήσεις. Τα κυριότερα είναι ο προθάλαμος, το κιόσκι, το δωμάτιο με τα θρησκευτικά κειμήλια της οικογένειας, μικρός προθάλαμος και οντάς (επίσημος θάλαμος υποδοχής των επισκεπτών). Ο οντάς φέρει ξύλινη επένδυση, έχει εντοιχισμένα ντουλάπια και κρύπτη σ' ένα από αυτά, που οδηγεί στη στέγη, καθώς και πλούσια διακοσμημένο ταβάνι. Σε μια εσοχή του τοίχου ανάμεσα στα ντουλάπια υπάρχει τοιχογραφία μιας φανταστικής παραθαλάσσιας πολιτείας πλαισιωμένης από αγγέλους με σάλπιγγες που ίσως απεικονίζει την Κωνσταντινούπολη, αλλά χωρίς μιναρέδες. Αρκετά άλλα δωμάτια συμπληρώνουν την οικοδομή. Εσωτερικά ο όροφος έχει και μεγάλη βεράντα.

 

Αρχικά με ξύλινη στέγη ήταν καλυμμένος ο οντάς ενώ το υπόλοιπο κτίριο καλυπτόταν από επίπεδη στέγη με χώμα και στρώση ασβεστοπηλού αναμεμειγμένου με χαλίκια. Αργότερα η ανατολική πτέρυγα και μέρος της βόρειας καλύφθηκαν με ξύλινη καμαροσκεπή στέγη.

 

Το αρχοντικό, μετά από συντήρηση και αναπαλαίωσή του από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, λειτουργεί ως Εθνογραφικό Μουσείο. Η αναπαλαίωσή του κέρδισε το βραβείο Europa Nostra το 1988.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image