Κουρίου επισκοπή

Όπως ανεφέρεται στο σχετικό κεφάλαιο του λήμματος Κούριον, η πόλη του Κουρίου είχε περιληφθεί στις αποστολικές περιοδείες των Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου που είχαν κηρύξει τον Χριστιανισμό στην Κύπρο το 45 μ.Χ. και λίγο αργότερα, διελθόντες τήν νῆσον ἄχρι Πάφου. Κατά τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες επισκοπικές έδρες εγκαθιδρύθηκαν σε όλες τις πόλεις της Κύπρου (μερικών μάλιστα οι πρώτοι επίσκοποι χειροτονήθηκαν από τους ίδιους τους αποστόλους) και φυσικά και στο Κούριον.

 

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθηκε η επισκοπή του Κουρίου. Όμως στο Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στις 30 Αυγούστου, βρίσκουμε την ακόλουθη αναφορά:

 

... Τῇ αὐτῇ  ἡμέρᾳ  ἄθλησις τοῦ  ἁγίου ἱερομάρτυρος Φιλωνίδου ἐπισκόπου Κουρίου. Οὗτος ὁ  ἅγιος ἧν ἐπί Διοκλητιανοῦ τοῦ βασιλέως καί  Μαξίμου ἡγεμόνος [της Κύπρου].

 

Συνάγεται, συνεπώς, ότι ο άγιος Φιλωνίδης*, επίσκοπος Κουρίου, έζησε επί ημερών του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, όταν κυβερνήτης της Κύπρου ήταν ο Μάξιμος, οπότε και βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ο θάνατός του τοποθετείται χρονικά γύρω στο 303-305 μ.Χ. Δεν γνωρίζουμε εάν ο Φιλωνίδης ήταν ή όχι ο πρώτος επίσκοπος του Κουρίου. Πιθανότερο φαίνεται η επισκοπή να ήταν ακόμη παλαιότερη, εν πάση περιπτώσει, όμως, υφίστατο κατά τα τέλη του 3ου και τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα.

 

Κατά το πρώτο μισό του 5ου μ.Χ. αιώνα κτίστηκε η λαμπρή βασιλική του Κουρίου, της οποίας τα ερείπια έχουν αποκαλυφθεί, που περιελάμβανε και κατοικία του επισκόπου. Μέσα στον ίδιο αιώνα κτίστηκε και δεύτερη βασιλική στο Κούριον, της οποίας τα ερείπια έχουν επίσης αποκαλυφθεί, και είναι γνωστή ως η έξω των τειχών βασιλική γιατί βρισκόταν κτισμένη έξω από τα τείχη που περιέβαλλαν την πόλη (και για τις δυο βασιλικές βλέπε σχετικό κεφάλαιο στο λήμμα Κούριον).

 

Η οικοδόμηση κυρίως της μεγάλης βασιλικής στην ακρόπολη του Κουρίου, όπου ήταν και η έδρα του τοπικού επισκόπου, μαρτυρεί ότι κατά τον 5ο μ.Χ. αιώνα τόσο η πόλη όσο και η επισκοπή διήνυαν περίοδο ακμής, παρά τους καταστροφικούς σεισμούς που είχαν πλήξει το Κούριον. Η βασιλική θα πρέπει, εξάλλου, να κτίστηκε κατά την περίοδο που και η πόλη ανοικοδομείτο, μετά τις καταστροφές από σεισμούς στα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα.

 

Πλέον καταστροφικές απεδείχθησαν οι αραβικές επιδρομές που άρχισαν στα μέσα του 7ου μ.Χ. αιώνα, οπότε η πόλη του Κουρίου λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε. Έτσι, κατά τον 7ο αιώνα η πόλη εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοί της — όπως συνέβη και με όλους σχεδόν όσους κατοικούσαν σε παραλιακές τοποθεσίες της Κύπρου — απεσύρθη- σαν για λόγους ασφαλείας προς τα ενδότερα του νησιού. Η έδρα του επισκόπου του Κουρίου μετεφέρθη τότε στο γειτονικό χωριό που, για τον λόγο αυτό, ονομάσθηκε Επισκοπή.

 

Η επισκοπή του Κουρίου ήταν μια από τις 14 που υφίσταντο στην Κύπρο κατά την πρώτη περίοδο της Φραγκοκρατίας, καταργήθηκε δε από τους Λατίνους λίγο μετά το 1222, ως αποτέλεσμα των διωγμών που υπέστησαν κατά την περίοδο αυτή οι Ορθόδοξοι.

 

Μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71), η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου παλινορθώθηκε, αλλά ιδρύθηκαν η αρχιεπισκοπή και τρεις μόνο επισκοπές (Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας). Η επισκοπή Κουρίου απετέλεσε τμήμα της εκκλησιαστικής περιφέρειας Κιτίου, οι δε εκάστοτε επίσκοποι Κιτίου, με έδρα τη Λάρνακα, έφεραν τον τίτλο του πανιερωτάτου καί θεοπροβλήτου μητροπολίτου τῆς ἁγιωτάτης μητροπόλεως Κιτίου, προέδρου Ἀμαθοῦντος, Νέας πόλεως Λεμεσοῦ καί Κουρίου.

 

Όταν με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ημερομηνίας 13.8.1973, δημιουργήθηκαν και άλλες δυο μητροπόλεις στην Κύπρο, εκείνες της Λεμεσού και της Μόρφου, η περιοχή του Κουρίου περιελήφθη στην περιφέρεια Λεμεσού. Ο δε οικείος μητροπολίτης φέρει τον τίτλο του πανιερωτάτου καί θεοπροβλήτου μητροπολίτου τῆς ἁγιωτάτης μητροπόλεως Λεμεσού καί προέδρου Ἀμαθοῦντος καί Κουρίου.

 

Από τους μεσαιωνικούς συγγραφείς, ο Λεόντιος Μαχαιράς δεν μνημονεύει την επισκοπή του Κουρίου μεταξύ των δεκατεσσάρων που απαριθμεί, αναφέρει όμως την επισκοπή Λεμεσού, που ήταν η διάδοχος έδρα του Κουρίου (διότι ο Μαχαιράς αναφέρει και την έδρα της Αμαθούντος — επίσης Λεμεσού αργότερα — ως χωριστή επισκοπή). Ο Francesco Amadi, ελάχιστα μεταγενέστερος του Μαχαιρά, απαριθμεί 15 επισκοπές της Κύπρου (που υφίσταντο πριν από τους λατινικούς διωγμούς), μεταξύ δε αυτών και την επισκοπή του Κουρίου (Curia), 13η στη σειρά, ενώ αναφέρει και χωριστή επισκοπή Λεμεσού (Limisso), 11η στη σειρά, όπως και χωριστή επισκοπή Αμαθούντος (Amathonda), 12η στη σειρά.

 

Ο Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας), απαριθμεί επίσης 15 ορθόδοξες επισκοπές, εκ των οποίων 5η είναι η του Κουρίου (Cureon), 4η η της Αμαθούντος (Amathussa) και 14η η της Νέας Πόλεως - Λεμεσού (Limisso [citta nuova]).

 

Ο Le Quien, συγγραφέας του Oriens Christianus, παραδίδει πίνακα με 16 συνολικά ορθόδοξες επισκοπές της Κύπρου, εκ των οποίων 3η παραθέτει εκείνην του Κουρίου (Curium), 6η της Νεαπόλεως (Neapolis), 7η της Αμαθούντος (Amathus) και 15η της Θεοδοσιανής (Theodosiana). Ωστόσο ο σοφός αυτός συγγραφέας κάνει εδώ ένα λάθος, αφού η Θεοδοσιανή και η Νεάπολις ήταν μια και η αυτή πόλη, η Λεμεσός, ενώ φαίνεται ότι για κάποιο διάστημα η περιφέρεια της Θεοδοσιανής υπαγόταν στην επισκοπή Αμαθούντος (βλέπε λήμμα Θεοδοσιανή).

 

Επίσκοποι Κουρίου: Ελάχιστοι μόνο επίσκοποι Κουρίου μάς είναι γνωστοί. Απ' αυτούς, πρώτος είναι ο

1. Φιλωνίδης, του τέλους του 3ου και των αρχών του 4ου μ.Χ. αιώνα, για τον οποίο έχει ήδη γίνει λόγος πιο πάνω. Άλλος γνωστός επίσκοπος είναι ο

2. Ζήνων, κατά και περί το 431 μ.Χ., που μετέσχε μαζί με άλλους Κυπρίους ιεράρχες στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο (Έφεσος, 431 μ.Χ.), της οποίας τα πρακτικά υπέγραψε.

3. Μιχαήλ, κατά το 1051. Τον αναφέρει ο Le Quien. Επίσης οι Χάκκετ - Παπαϊωάννου (Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, τόμος Β', 1927, σ. 80) αναφέρουν έναν ακόμη επίσκοπο Κουρίου, τον

4. Διονύσιο, γράφοντας ότι οὗτος λέγεται προστάς τοῦ θρόνου ἐπί τοῦ αὐτοκράτορος   Ἡρακλείου (610-641). Πιθανόν όμως να πρόκειται για τον Αμαθούντος Διονύσιο* που στα 536 μετέσχε σε σύνοδο στα Ιεροσόλυμα.

Ένας άλλος επίσκοπος Αμαθούντος, ο

5. Φώτιος, αναφέρεται ως επίσκοπος Αμαθούντος, Λεμεσού, και πρόεδρος Κουρίου περί τα τέλη του 13ου αιώνα, επειδή όμως το σχετικό έγγραφο που τον μνημονεύει είναι πλαστό, η ύπαρξή του αμφισβητείται.