Κωνσταντίας επισκοπή

Η επισκοπή Κωνσταντίας, που λέγεται και επισκοπή Σαλαμίνος, αφού η πόλη Κωνσταντία ήταν η διάδοχος πόλη της αρχαίας Σαλαμίνος, είναι μια από τις πρώτες που είχαν ιδρυθεί στην Κύπρο. Μετά τους σεισμούς του 332 και του 342 μ.Χ. που ιδιαίτερα έπληξαν τη Σαλαμίνα, η πόλη ανοικοδομήθηκε με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Κωνσταντίου (γιου και διαδόχου του Μεγάλου Κωνσταντίνου), οπότε και μετονομάστηκε σε Κωνσταντία. Έτσι στον επισκοπικό θρόνο της σημαντικής αυτής πόλης της Κύπρου έχουμε επισκόπους που φέρουν αρχικά τον τίτλο του επισκόπου Σαλαμίνος και αργότερα τον τίτλο του επισκόπου Κωνσταντίας. Επειδή δε η πόλη είχε καταστεί και μητρόπολις, δηλαδή πρωτεύουσα της Κύπρου, αρκετοί από τους ιεράρχες της είτε έφεραν επίσημα τον τίτλο του αρχιεπισκόπου Κύπρου, είτε θεωρούνται ως αρχιεπίσκοποι. Μερικοί επίσης ιεράρχες έφεραν τον τίτλο του επισκόπου Κωνσταντίας και μετά την καταστροφή της πόλης τους και την αντικατάστασή της από την πόλη της Αμμοχώστου.

 

Δεν μπορούμε όμως να καθορίσουμε με βεβαιότητα το πότε ακριβώς η επισκοπή Κωνσταντίας /Σαλαμίνος έγινε αρχιεπισκοπή, αν και μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι φιλοδοξίες της πόλης να γίνει πρωτεύουσα του νησιού — με ανάλογες φιλοδοξίες και στον εκκλησιαστικό τομέα — χρονολογούνται από την αρχή των Χριστιανικών χρόνων. Ο θάνατος του αποστόλου Βαρνάβα*, ιδρυτή της Κυπριακής Εκκλησίας, είχε συμβεί στη Σαλαμίνα στα μέσα του πρώτου μ.Χ. αιώνα και πιθανώς η σχέση της πόλης με τον απόστολο του Χριστιανισμού στην Κύπρο να είχε δώσει κάποιο προβάδισμα στους πρώτους επισκόπους Σαλαμίνος έναντι των υπολοίπων δεκατριών επισκόπων της Κύπρου. Στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο πάντως (Νίκαια, 325 μ.Χ.), τόσο ο Πάφου Κύριλλος (ή Κυριακός) όσο κι ο Σαλαμίνος Γελάσιος χαρακτηρίζονται ως επίσκοποι. Στη σειρά υπογραφής των πρακτικών της συνόδου προηγείται ο Πάφου Κύριλλος, πράγμα που ίσως σήμαινε πως ο Πάφου ήταν ο πρώτος των Κυπρίων επισκόπων. Ο Γελάσιος Σαλαμίνος υπογράφει δεύτερος, ενώ σε άλλο κώδικα των πρακτικών υπογράφει τέταρτος, με δεύτερο τον επίσκοπο Τριμιθούντος άγιο Σπυρίδωνα.

 

Ο Πάφου Αυξίβιος ή Φώτιος υπογράφει και πάλι πρώτος μεταξύ των δώδεκα Κυπρίων ιεραρχών που πήραν μέρος στη σύνοδο της Σαρδικής (343 μ.Χ.), με δεύτερο τον Σαλαμίνος Γελάσιο ή Γηράσιο (βλέπε και λήμμα αρχιεπίσκοποι Κύπρου).

 

Όπως σημειώνεται και στο λήμμα αρχιεπίσκοποι Κύπρου, οι δύσκολοι εκείνοι καιροί (1ος – 4ος μ.Χ. αι.) δεν θα επέτρεπαν επίσημη πρωτοκαθεδρία ενός από τους πολλούς επισκόπους της Κύπρου, αλλά μάλλον εθιμική παρακολούθηση του πολιτικού καθεστώτος από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Το καθοριστικό γεγονός για την προβολή του επισκόπου Σαλαμίνος ως μητροπολίτη πρώτα και κατόπιν ως αρχιεπισκόπου υπήρξε η ανοικοδόμηση της Σαλαμίνος ως χριστιανικής Κωνσταντίας. Μάλιστα κατά τη διάρκεια των εργασιών ανοικοδόμησης της πόλης, ο antistes urbis (=επίσκοπος) Οφέλλιος ενεργεί ως αντιπρόσωπος των αυτοκρατόρων Κωνστάντιου Β' και Κώνσταντος στο κτίσιμο των θερμών και στήνει ανδριάντες στην Κωνσταντία προς τιμήν τους, πράγματα που σημαίνουν ότι πέραν της εκκλησιαστικής του ιδιότητος περιβάλλεται και με κοσμική, πολιτική και διοικητική, εξουσία.

 

Η ακτινοβόλος παρουσία του αγίου Επιφανίου του Μεγάλου στον επισκοπικό θρόνο της Κωνσταντίας, μεταξύ 361 και 403 μ.Χ., ενισχύει σημαντικά τις φιλοδοξίες της πόλης να γίνει η πρώτη μεταξύ της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, αλλά ταυτόχρονα και διοικητική πρωτεύουσα του νησιού. Ο άγιος Επιφάνιος, τουλάχιστον ως δυναμική προσωπικότητα, είναι ο αδιαμφισβήτητος πρώτος μεταξύ των Κυπρίων επισκόπων της εποχής του και ήδη σε κάπως μεταγενέστερες πηγές αναφέρεται ως αρχιεπίσκοπος, που συγκαλεί μάλιστα και σύνοδο στην Κωνσταντία υπό την προεδρία του, το 401 μ.Χ., των Κυπρίων επισκόπων, προς καταδίκη των αιρετικών διδασκαλιών του Ωριγένη. Και ήδη λίγο αργότερα, το 431 μ.Χ., στην Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου, ο επίσκοπος Κωνσταντίας Ρηγίνος φέρεται στα πρακτικά ως επίσκοπος Κωνσταντίας της μητροπόλεως Κύπρου ενώ αλλού πάλι, στα ίδια πρακτικά, σημειώνεται: ...ὁ θεοφιλέστατος συνεπίσκοπος Ρηγῖνος καί οἱ σύν αὐτῷ θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι τῆς Κυπρίων ἐπαρχίας...

 

Έτσι, από τούδε και στο εξής μπορούμε να καθορίσουμε με περισσότερη βεβαιότητα την επισκοπή Κωνσταντίας ως την πρώτη της Κύπρου, δηλαδή ως αρχιεπισκοπή. Ήδη και στον πολιτικό - διοικητικό τομέα, η Κωνσταντία έχει πλέον αφαιρέσει τον τίτλο της μητροπόλεως (=πρωτεύουσας) της Κύπρου από την Πάφο.

 

Άλλο σημαντικό τεκμήριο της ίδιας εποχής, αποτελεί η επιστολή του κόμητα της Εώας Φλαβίου Διονυσίου προς τον κλήρο της Κωνσταντίας (την οποία αποκαλεί μητρόπολιν Κύπρου), που ζητεί να μη γίνει εκλογή μητροπολίτη διαδόχου του Κωνσταντίας Τρωίλου που είχε πεθάνει λίγο πιο πριν. Αλλά και στα 449 μ.Χ., στη «ληστρική σύνοδο» της Εφέσου, ο παρευρεθείς ιεράρχης Ολύμπιος φέρει τον τίτλο του ἐπισκόπου Κωνσταντίας Μητροπόλεως Κύπρου.

 

Τα πράγματα ξεκαθαρίζουν οριστικά πλέον στις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα, οπότε σε επιγραφή που βρέθηκε μνημονεύεται ο Κωνσταντίας Φιλόξενος με τον πλήρη και σταθερό τίτλο: Ἁγιώτατος καί Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος. Αλλά και η προηγηθείσα επίσημη αναγνώριση του αυτοκεφάλου της Κυπριακής Εκκλησίας, επισφραγίστηκε και με τα τρία προνόμια που ο αυτοκράτορας Ζήνων παραχώρησε το 488 μ.Χ. στον Κωνσταντίας Ανθέμιο και τα οποία έκτοτε φέρουν οι Κύπριοι αρχιεπίσκοποι: να κρατούν αυτοκρατορικό σκήπτρο, να φέρουν αυτοκρατορικό μανδύα και να υπογράφουν με ερυθρό μελάνι, όπως οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες.

 

Η αρχιεπισκοπή έδρευε κατά τους επόμενους αιώνες στην Κωνσταντία, που από τον 7ο αιώνα λέγεται και Αμμόχωστος, κι απ' εκεί μεταφέρθηκε (πιθανώς μετά το 913) στη γειτονική Αρσινόη που κι αυτή μετονομάστηκε σε Αμμόχωστο. Διατηρήθηκε δε εν ζωή μέχρι και την περίοδο της Φραγκοκρατίας, οπότε σταδιακά οι 14 Ορθόδοξες επισκοπές του νησιού μειώθηκαν σε 4 (περιλαμβανομένης και της αρχιεπισκοπής που επίσημα είχε παύσει να υφίσταται μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Γερμανού Πησίμανδρου). Αλλά και οι εναπομείνασες τέσσερις Ορθόδοξες επισκοπές εκτοπίστηκαν στην ύπαιθρο. Αν και η έδρα του επισκόπου Αμμοχώστου μεταφέρθηκε στην Καρπασία, στη λαϊκή συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου ως αρχιεπίσκοπος εθεωρείτο, κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και Βενετοκρατίας, ο Ορθόδοξος επίσκοπος που έδρευε στη Σολέα. Κι αυτό γιατί κατά την αρχή της Φραγκοκρατίας, αλλά άγνωστο πότε ακριβώς, η αρχιεπισκοπική Ορθόδοξη έδρα είχε πιθανότατα μεταφερθεί από την Αμμόχωστο στη Λευκωσία (όπου και η Λατινική αντίστοιχη έδρα), πριν καταργηθεί επίσημα. Με την εκδίωξη των Λατίνων (μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου το 1570-71) και την ανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, η αρχιεπισκοπική έδρα εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία όπου και παρέμεινε. Στην περιφέρεια όμως της αρχιεπισκοπής περιλαμβάνεται και η Αμμόχωστος /Κωνσταντία και η Καρπασία. Κατά τα τελευταία μάλιστα χρόνια, είχαν αναβιώσει οι τίτλοι των (χωρ)επισκόπων Κωνσταντίας και Σαλαμίνος, που δρούσαν ως βοηθοί στο εκκλησιαστικό έργο του αρχιεπισκόπου Κύπρου. Ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α΄ είχε διατελέσει χωρεπίσκοπος Κωνσταντίας από το 1968 μέχρι το 1973. Πιο πριν, ο τέως μητροπολίτης Πάφου Γεννάδιος είχε διατελέσει χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος από το 1948 μέχρι το 1959. Από τον Αύγουστο του 1973 μέχρι τον Οκτώβριο του 2007 τον τίτλο του χωρεπισκόπου Σαλαμίνος κατείχε ο επίσκοπος Βαρνάβας.

 

Επειδή οι διατελέσαντες κατά καιρούς κάτοχοι του αρχιερατικού θρόνου της Κωνσταντίας /Σαλαμίνος ταυτίζονται προς τους εκάστοτε αρχιεπισκόπους της Κύπρου, δεν παραθέτουμε εδώ κατάλογο των ονομάτων τους. Παραπέμπουμε δε στον κατάλογο των Ορθοδόξων αρχιεπισκόπων Κύπρου της Μεγάλης Κυπριακής Εγκυκλοπαίδειας, του οποίου οι πρώτοι 49 αρχιεπίσκοποι — από τον απόστολο Βαρνάβα μέχρι τον Γερμανό Πησίμανδρο του 13ου αιώνα — θεωρούνται ως οι κάτοχοι του θρόνου Κωνσταντίας. Παραπέμπουμε επίσης, για λεπτομερέστερες αναφορές, στα χωριστά λήμματα για τον καθένα απ’ αυτούς.

 

Στο πλαίσιο της όλης αναδιοργάνωσης της Εκκλησίας της Κύπρου που έγινε μετά την εκλογή του αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ το 2007, αυξήθηκαν ή και αναβαθμίστηκαν οι εκκλησιαστικές περιφέρειες. Έτσι, τον ίδιο αυτό χρόνο (2007) η χωρεπισκοπή, έως τότε, Κωνσταντίας αναβαθμίστηκε σε μητρόπολη Αμμοχώστου – Κωνσταντίας. Πρώτος μητροπολίτης εξελέγη ο έως τότε χωρεπίσκοπος Τριμιθούντος Βασίλειος.