Λαζανιάς

Image

Ή και Λαζανιά (η). Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, στη γεωγραφική περιφέρεια της Πιτσιλιάς, περί τα 35,5 χμ. νοτιοδυτικά της πόλης της Λευκωσίας.

 

Ο Λαζανιάς είναι κτισμένος σε μέσο υψόμετρο 900 μέτρων, με τα νότιά του σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λάρνακας. Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από μικρούς παραπόταμους των ποταμών Πηδιά και Γιαλιά. Οι κοιλάδες είναι στενές και βαθιές και οι πλευρές τους απότομες. Το χωριό περιβάλλεται από ψηλές βουνοκορφές που το ύψος τους, σε αρκετές περιπτώσεις, ξεπερνά τα 1.000 μέτρα. Η κυριότερη από αυτές είναι η κορφή του Μαχαιρά (1.423 μέτρα), που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά του οικισμού.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες, οι διαβάσες και οι γάββροι του πυριγενούς συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη και φαιοχώματα.

 

Ο Λαζανιάς δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 600 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του χωριού καλλιεργούνται τα σιτηρά, τα αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα φρουτόδεντρα (κυρίως μηλιές, κερασιές, δαμασκηνιές, καϊσιές και βερυκοκκιές), λίγα όσπρια, οι ελιές, οι αμυγδαλιές, λίγα λαχανικά (πατάτες και ντομάτες) και ελάχιστα εσπεριδοειδή. Η μεγαλύτερη ωστόσο έκταση του χωριού είναι ακαλλιέργητη και σ’ αυτή φυτρώνει άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, λατζ΄ιές και ξισταρκές. Μεγάλο μέρος της διοικητικής έκτασης του Λαζανιά καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος του Μαχαιρά. Η κτηνοτροφία του χωριού είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Ο Λαζανιάς περιλαμβάνεται στο Σχέδιο Ενιαίας Αγροτικής Αναπτύξεως Πιτσιλιάς και έχει ωφεληθεί από αυτό με τη βελτίωση αγροτικών δρόμων, την κατασκευή εγγειοβελτιωτικών έργων και την αξιοποίηση διατρήσεων για υδρευτικούς σκοπούς.

 

Η οδική σύνδεση του Λαζανιά με τα γύρω χωριά γίνεται με ελικοειδείς σκυρόστρωτους δρόμους εξαιτίας του βουνίσιου ανάγλυφου της περιοχής. Στα βορειοδυτικά συνδέεται με το χωριό Γούρρι (περί τα 3 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Φαρμακάς (περί τα 7 χμ.). Συνδέεται επίσης στα νοτιοανατολικά με το μοναστήρι του Μαχαιρά (περί τα 4 χμ.) το οποίο και περιλαμβάνεται στα διοικητικά όρια του χωριού.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 82 
1891 80 
1901 118 
1911 143 
1921 141 
1931 152 
1946 175 
1960 101 
1973 91 
1976 45 
1982 43 
1992 23 

2001

2011

33 (περιλαμβάνονται και οι μοναχοί της Ιεράς Μονής Μαχαιρά) 

39  

 

Το δύσκολο γεωγραφικό περιβάλλον και η σχετική απομόνωση είναι οι κύριοι παράγοντες που εμπόδισαν την πληθυσμιακή ανάπτυξη του χωριού, του οποίου ο πληθυσμός παρέμεινε αραιός και τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μια σοβαρή τάση εγκατάλειψής του.

 

Ο Λαζανιάς διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική του με τους στενούς ανηφορικούς δρόμους, τους αυλόγυρους, τις κληματαριές μπροστά στα σπίτια, τα γραφικά ανώγια και τις κεραμιδένιες και τσίγκινες στέγες των σπιτιών, ενώ κύρια δομικά υλικά των παραδοσιακών σπιτιών είναι το τοπικό πέτρωμα και το πλινθάρι.

 

Τόσο ο Τζέφρυ όσο κι ο Γκάννις σημειώνουν πως βρήκαν το χωριό γραφικό. Στον πρώτο μάλιστα έκαμε εντύπωση και η πολύχρωμη διακόσμηση της ξύλινης οροφής της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, που ανακαινίστηκε το 1855. Ο Γκάννις γράφει ότι τα περισσότερα σπίτια του χωριού είναι του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, με σκαλιστές πόρτες και παράθυρα και βαρειές κλειδαριές.

 

Ωστόσο το χωριό είναι αρκετά παλαιότερο. Το όνομά του παραπέμπει στο όνομα της δυναστείας των ντε Λουζινιάν, των μεσαιωνικών βασιλιάδων της Κύπρου. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό το ότι στο όνομα του χωριού διασώζεται το επίθετο ντε Λουζινιάν όπως ακριβώς το πρόφεραν οι κάτοικοι της Κύπρου τότε (ο Λεόντιος Μαχαιράς για παράδειγμα, αποκαλεί στο Χρονικόν του τους ντε Λουζινιάν ή Λουζινιανούς, ως Λαζανιάδες). Το χωριό, πάντως, δεν αναφέρεται μεταξύ των βασιλικών κτημάτων της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Φαίνεται, συνεπώς, ότι κατά την περίοδο αυτή ανήκε όχι στη βασιλική οικογένεια αλλά σε άλλα μέλη της που έφεραν επίσης το επίθετο ντε Λουζινιάν. Αποτελούσε, δηλαδή, κτήμα κάποιου Λαζανιά, απ’ όπου κι η ονομασία του. Στο κτήμα αυτό φαίνεται ότι παραγόταν, μεταξύ άλλων, και καλό κόκκινο κρασί.

 

Ωστόσο αρκετή από την περιοχή του χωριού αποτελούσε για αιώνες ιδιοκτησία του γειτονικού μοναστηριού της Παναγίας του Μαχαιρά. Το χωριό συνδεόταν ιδιαίτερα με το γειτονικό μοναστήρι για αιώνες, τόσο θρησκευτικά - πνευματικά, όσο και οικονομικά. Αρκετοί μάλιστα από τους μοναχούς της Παναγίας του Μαχαιρά κατάγονταν από τη Λαζανιά (μεταξύ αυτών κι ο Άνθιμος Μαχαιριώτης, πρώην επίσκοπος Κιτίου). Στο μοναστήρι κατέφευγαν επίσης αρκετοί για να διδαχθούν λίγα γράμματα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ή να βρουν άλλου είδους βοήθεια, περιλαμβανομένης και ιατρικής.

 

Αν και σήμερα το χωριό παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης, με τα περισσότερα σπίτια του αδειανά και κλειστά, μερικά δε σωριασμένα σε ερείπια, εξακολουθεί ωστόσο ν’ αποτελεί ένα από τα ωραία και γραφικά ορεινά χωριά της Κύπρου, επειδή διατηρεί ακόμη σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό του χαρακτήρα.

 

Ενώ, όπως σημειώθηκε ήδη, θεωρείται ότι το χωριό πήρε την ονομασία του από το επίθετο της μεσαιωνικής βασιλικής οικογένειας της Κύπρου, του ντε Λουζινιάν, υπάρχει ωστόσο και άλλη άποψη.  Συγκριμένα, ο Άντρος Παυλίδης, σε δημοσιευμένη μελέτη του, υποστηρίζει ότι η ονομασία του χωριού είναι πολύ αρχαιότερη, από την αρχαία λέξη άζα (η) που σήμαινε ξηρός τόπος. Απόπου και Αζάνιος (ο), δηλαδή ξερότοπος, κατά δε την περίοδο της Φραγκοκρατίας προσετέθη και το γαλλικό άρθρο λα, οπότε λαζάνιος και τελικά Λαζανιάς. Μάλιστα, σε παλαιότερους χάρτες της Κύπρου, όπως εκείνος του Abr. Ortelius toy 1573, στην περιοχή σημειώνεται ως οικισμός που αναγράφεται ακριβώς σαν Aza.