Λαζούρι ή μαυροπούλλι ή κανναουροπούλλι

Image

Sturnus vulgaris και Sturnus roseus (ψαρόνι). Πουλιά της οικογένειας Sturnidae που στην Ευρώπη αριθμεί μόνο τρία είδη, τα Sturnus vulgaris, S. roseus και S. unicolor. To τελευταίο απαντάται μόνο στην Ισπανία και σε μια λωρίδα στην κοντινή ακτή του Μαρόκου. Τα δυο πρώτα είδη επισκέπτονται και την Κύπρο. Υπάρχουν πολλά είδη σ’ όλο τον κόσμο, που τα περισσότερα ζουν σε τροπικές χώρες. Τα λαζούρκα της Ευρώπης ζουν και μετακινούνται σε μεγάλα σμήνη, κοπάδια, γι’ αυτό και τα λαϊκά τους ονόματα απαντώνται στον πληθυντικό: λαζούρκα, μαυροπούλλια. Κατά τη δεκαετία του 1940, όταν απεκτήθησαν κάποιες ελευθερίες από τους εργαζόμενους της Κύπρου που κατέρχονταν σε απεργίες και διαδηλώσεις, αυτούς τους διαδηλωτές τους αποκαλούσαν λάζουρους. Τα ίδια και κατά την Αρχαιότητα, (τα πουλιά αυτά λέγονταν ψᾶρες) οπότε, κατά τον Αρτεμίδωρο, ψᾶρες ὄχλον σημαίνουσι, καί ἄνδρας πένητας καί ταραχήν ματαίαν.

 

Τα δυο είδη των πουλιών αυτών που επισκέπτονται την Κύπρο, είναι:

 

S. vulgaris: Είναι πουλιά που έρχονται στο νησί κατά χιλιάδες για να διαχειμάσουν· πολλές φορές ο πληθυσμός τους ξεπερνά τις 30-40.000. Το χρώμα τους φαίνεται από μακριά κατάμαυρο, όμως στην πραγματικότητα είναι ωραιότατο γαλαζοπράσινο, ιδιαίτερα ευδιάκριτο στην κεφαλή. Τον χειμώνα εμφανίζονται στο φτέρωμά τους άσπρα στίγματα, οπότε φαίνονται παρδαλά. Το μακρύ ράμφος τους, που το χρησιμοποιούν για ν’ ανακατεύουν τη γη και ιδίως τους σκουπιδότοπους, είναι μαύρο αλλά ενωρίς την άνοιξη αλλάζει χρώμα και γίνεται κίτρινο. Η κοντή και τετράγωνη ουρά τους, μαζί με τις μυτερές φτερούγες τους, τους δίνουν όταν πετούν μια χαρακτηριστική σιλουέτα. Είναι πουλιά ακάθαρτα και παμφάγα˙ τρέφονται συνήθως με ακαθαρσίες από σκουπιδότοπους, καρπούς από δέντρα (όπως οι ελιές, οι δάφνες, τα μυρσίνια, τα πυράγκανθα) και σπόρους των σιτηρών, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στη γεωργία. Φωλιάζουν σε τρύπες σπιτιών, δέντρων και βράχων, καταντούν δε μάστιγα για τα άλλα πουλιά από τα οποία με την βία παίρνουν τις φωλιές τους. Γεννούν 4-7 αυγά. Στην Αμερική, όπου έκαναν το λάθος να τα εισάξουν στις αρχές του 20ού αιώνα, σχεδόν εξολόθρευσαν άλλα είδη γηγενών πουλιών. Τις νύκτες του χειμώνα κουρνιάζουν σε υψηλούς ευκαλύπτους, ακόμη και στο κέντρο της Λευκωσίας, και σε καλαμιώνες σ’ όλη την Κύπρο. Είναι πουλιά φλύαρα και φωνάζουν όλη τη νύκτα προκαλώντας οχληρία.

 

Υπάρχουν 4 υποείδη του είδους S. vulgaris στην Ευρώπη, γνωστά στους πτηνολογικούς κύκλους ως S. vulgaris balcanicus, S.v. sophiae, S.v. purpurascens και S.v. porltaratskyi, που ένα δείγμα του είχε πιαστεί στην Κύπρο από τον W. Pearse και πωληθεί στον λόρδο Lilford το 1880. Είναι βέβαιο πως αυτά τα υποείδη θα έρχονται και στην Κύπρο˙ για ν’ αναγνωρισθούν όμως, χρειάζονται οι γνώσεις των πολύ ειδικών. Το μέγεθός τους φθάνει τα 22 εκατοστόμετρα.

 

Είναι ο ψήρ ή ψάρ ή ψάρος ή ψάριχος των αρχαίων, που αναφέρεται κι από τον Όμηρο μαζί με τον C. monedula (=μαυροκολιόν): ἴρηκι ἐπικώς ὠκέϊ ὃστ’ τ’ ἐφόβησε κολοιούς τε ψῆράς τε...

 

Ο Αριστοτέλης γράφει ελάχιστα: ...ὁ δέ ψάρος ἐστί ποικίλος˙ μέγεθος δ’ ἐστίν ἡλίκον κόττυφος. Λιγότερα σημειώνει ο Διοσκουρίδης: ψᾶρας ὀρύζῃ τρέφοντες.

 

S. roseus: Aν και κοιτίδα του είδους αυτού είναι η Μικρά Ασία, ευρισκόμενη πολύ κοντά στην Κύπρο, πολύ σπάνια επισκέπτονται το νησί τα πουλιά αυτά, σε μικρούς αριθμούς. Για τελευταία φορά είχαν παρατηρηθεί μόνο 2 πουλιά στις 18.5.1971 στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα από παρατηρητές του Πτηνολογικού Συνδέσμου Κύπρου, ήταν δε η τέταρτη φορά που επισημαίνονταν, από το 1909. Το χρώμα τους είναι ροζ στην κοιλιά και στη ράχη, και μαύρο στην κεφαλή, στις φτερούγες και στην ουρά. Το ράμφος τους είναι κάπως χοντρό και έχει κίτρινο χρώμα. Βρίσκονται στη Μικρά Ασία, στις περιοχές που βρέχονται από τη Μαύρη Θάλασσα και στις περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ μεταξύ της Κασπίας Θάλασσας και της Μαύρης Θάλασσας, βόρεια του Καυκάσου. Οι τόποι στους οποίους προτιμούν να γεννούν δεν έχουν καθοριστεί ακόμη. Είναι πολύ παράξενα πουλιά. Μερικές φορές εμφανίζονται κατά χιλιάδες και γεννούν σε μέρη που δεν είχαν φανεί προηγουμένως, κι ύστερα χάνονται για να εμφανιστούν και να γεννήσουν αλλού. Η παρουσία τους σε μερικές περιοχές εξαρτάται και από τα σμήνη των ακρίδων που παρουσιάζονται, επειδή οι ακρίδες αποτελούν την κυριότερη τροφή τους κατά τα καλοκαίρια.

 

Το πουλί αυτό είναι η πασίγνωστη σελευκίς των αρχαίων Ελλήνων που το γνώριζαν όπως γνώριζαν και το γεγονός ότι μετανάστευε παντού ακολουθώντας κι εξολοθρεύοντας τις ακρίδες. Γράφει ο Διονύσιος Περιηγητής: ...πολυβορώτατον ὄρνεον ἡ σελευκίς, καί μετά πλείστης εὐχῆς ἀφικνούμενον τοῖς ἀγροίκοις, ἤν τούς καρπούς ἀκρίδων ἔδηται πλῆθος˙ ὅτι τάς μέν φαγοῦσαι, τάς δέ καί ἀπό μόνης τῆς σκιᾶς ἀπαιροῦσαι, ἐκκρίνουσιν ἅς ἄν καταφάγωσι αδίως αὐτίκα, καί παρθουμένοις ἀνδράσι ξενικήν ἄν τις εἴποι συμμαχίαν ἐλελυθέναι˙ ἀλλ’ εἰ τῆς χάριτός τις τούς ὄρνεις ἀποστερήσειε, διαφθείρωσιν αὖται τόν σωθέντα καρπόν...

 

Κι ο Σουίδας αναφέρει: ...σελευκίς ὄρνεον ἐστίν εὔπεμπτον καί ἀκόρεστον καί πανοῦργον καί τάς ἀκρίδας χανδόν λαφύσσον.

 

Στην Κύπρο οι ακρίδες, κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια αλλά κι αργότερα, αποτελούσαν πραγματική μάστιγα. Ήταν δε φυσικό αυτά τα πουλιά να έρχονται σε μεγάλους αριθμούς, ακολουθώντας τις κι εξολοθρεύοντάς τις. Ο Seigneur de Villamont (1589) γράφει σχετικά: ...κοκκινόμαυρα πουλιά που πετούν σε πυκνά σμήνη όπως τα S. vulgaris, τα οποία μόλις έλθουν στην Κύπρο, με το πέταγμα και το κελάϊδημά τους καταστρέφουν τις ακρίδες που λυμαίνονται το νησί...

 

Ο Canon Tristam δίνει μια γλαφυρή μαρτυρία (περιοδικό Ibis, 1882): ...Το 1881 συνάντησα τα ωραία ροδόχρωμα πουλιά στη βόρεια Συρία... σε αμέτρητες χιλιάδες, κατευθυνόμενα στα δυτικά... Οι ακρίδες ήσαν εκεί και σκέπαζαν σαν ταπέτο την επιφάνεια του εδάφους. Ένα σμήνος από αυτά τα πουλιά ξαφνικά εμφανίστηκε σαν σίφουνας κι έπεσε πάνω στις ακρίδες καλύπτοντάς τις με το ροδόμαυρο χρώμα τους, κι αμέσως ύστερα πέταξαν πάλι κι εξαφανίστηκαν· τότε αμέσως γυρίσαμε πίσω, αλλά δεν υπήρχε ίχνος ακρίδων πια...

 

Από την Κύπρο, έχουμε κατά το 1683 μια περιγραφή του Ολλανδού Cornelis van Bruyn, που αποδίδει (όπως κι οι κάτοικοι της Κύπρου τότε) σε θαύμα της Παναγίας του Κύκκου την εμφάνιση των πουλιών αυτών: ...Σε περιόδους ανομβρίας η εικόνα [της Παναγίας του Κύκκου] μεταφέρεται με μεγάλη τελετή έξω από το μοναστήρι και τοποθετείται σε βάθρο ύψους είκοσι βαθμίδων, με το πρόσωπο στραμμένο προς το σημείο του ορίζοντα απ’ όπου πιθανόν ν’ αναμένεται βροχή. Τώρα η ίδια τελετή έγινε και κατά της επιδρομής των ακρίδων και μόλις η εικόνα τοποθετήθηκε στο βάθρο, ενεφανίσθησαν κάποια πουλιά που επέπεσαν επί των ακρίδων και κατέστρεψαν πάρα πολλές... τα πουλιά που έφαγαν τις ακρίδες, όπως διηγούνται, δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ προηγουμένως [στην Κύπρο] και δεν πρόκειται να εμφανιστούν ξανά. Ο πασάς, πάντως, απαγόρευσε να τα σκοτώνουν, επί ποινή θανάτου... (Excerpta Cypria, p. 242).

 

Στην Ελλάδα ονομάζουν τα πουλιά αυτά αγιοπούλια όταν περνούν από τη χώρα την άνοιξη, κατά τη μετανάστευσή τους, επειδή καταστρέφουν τις ακρίδες. Τα λένε όμως και διαβολοπούλια όταν ξαναπερνούν το φθινόπωρο, γιατί τότε καταστρέφουν τα σταφύλια.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image