Λαυρέντιος επίσκοπος

Επίσκοπος Πάφου από το 1855 μέχρι το 1869 (τελευταία περίοδος της Τουρκοκρατίας). Καταγόταν από το χωριό Πρόδρομος της Μαραθάσας. Στον επισκοπικό θρόνο της Πάφου διαδέχθηκε τον επίσκοπο Χαρίτωνα* (1827-1854) που πέθανε τον Απρίλιο του 1854. Ο Λαυρέντιος εξελέγη στο επισκοπικό αξίωμα παμψηφεί στις 21.4.1854. Στα σχετικά με την εκλογή του πρακτικά (Κώδικας Α' της Αρχιεπισκοπής, σ. 311), ο Λαυρέντιος χαρακτηρίζεται ως ἀνήρ προικισμένος διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν πλεονεκτημάτων καί ἱεροπρεπής καί σεβάσμιος, δυνάμενος ἱεροπρεπῶς νά ποιμαίνῃ τό αὐτόθι ποίμνιον τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ  Ἐκκλησίας.

 

Σχετικό προς την άνοδό του στον επισκοπικό θρόνο είναι το σωζόμενο εις διπλούν στη Μητρόπολη Πάφου βεράτιο του σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ που εξεδόθη στις αρχές του μηνός Ζιλκαδέ του έτους 1271 (=1855). Με το σουλτανικό αυτό έγγραφο επικυρώνεται η εκλογή του Λαυρεντίου, ώστε «να διευθύνει τη μητρόπολη της περιοχής Κουκλιών, Χρυσοχούς και Αυδήμους ευρισκομένων στη νήσο Κύπρο» (ολόκληρο το κείμενο του βερατίου, που καθορίζει τις ευθύνες και τα καθήκοντα του επισκόπου Λαυρεντίου με 35 συνολικά άρθρα, βλέπε σε ελληνική μετάφραση στο έργο του Λ. Φιλίππου Ἡ  Ἐκκλησία Κύπρου ἐπί Τουρκοκρατίας, Λευκωσία, 1975, σσ. 323-327).

 

Πριν από την εκλογή του στον επισκοπικό θρόνο, ο Λαυρέντιος υπηρέτησε για αρκετά χρόνια ως ιερωμένος της επισκοπής Πάφου. Μεταξύ άλλων, υπηρέτησε ως προϊστάμενος του μοναστηριού του Σταυρού της Μίθθης (νοτιοανατολικά του χωριού Τσάδα, στην επαρχία Πάφου). Όταν εξελέγη επίσκοπος, κατείχε ήδη το αξίωμα του αρχιμανδρίτη.

 

Κατά τα 14 χρόνια που υπηρέτησε ως επίσκοπος Πάφου, ο Λαυρέντιος επιτέλεσε σημαντικό έργο. Μεταξύ άλλων, εφάρμοσε αυστηρή οικονομική διαχείριση και κατόρθωσε να εξοφλήσει τα χρέη της Μητροπόλεως που ανέρχονταν σε 300.000 γρόσια περίπου. Έκτισε το οικοδόμημα της Μητροπόλεως Πάφου. Ανακαίνισε πλήρως τον ναό του μοναστηριού του Τιμίου Σταυρού στο χωριό Όμοδος. Έκαμε επίσης και άλλα έργα, μεταξύ δε αυτών βοήθησε το μοναστήρι του Σταυρού της Μίθθης, που είχε τότε 6 μοναχούς και το διαχειριζόταν οικονόμος. Επίσης ο Λαυρέντιος είχε ενδιαφερθεί ζωηρά για την εκπαίδευση που προώθησε κι ενίσχυσε οικονομικά και ως αρχιμανδρίτης και ως επίσκοπος. Ίδρυσε και/ή συντηρούσε σχολεία στο Κτήμα, στον Πρόδρομο και αλλού, ενώ με δικές του δαπάνες σπούδασαν διάφορα άτομα που εργάστηκαν αργότερα ως δάσκαλοι.

 

Ο Λαυρέντιος ήταν θείος του αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Α' (1854-1865) που επίσης καταγόταν από το χωριό Πρόδρομος της Μαραθάσας. Διάδοχος του Λαυρεντίου στον θρόνο της Πάφου μετά τον θάνατό του το 1869, εξελέγη ο έξαρχος Νεόφυτος* (1869-1888) αφού για λίγους μήνες τον χηρεύοντα θρόνο επόπτευσε ως τοποτηρητής ο ιεροδιάκονος Μακάριος που εστάλη ειδικά προς τούτο στην Πάφο από τον αρχιεπίσκοπο.