Λεύκαρα

Image

Ονομασία δυο γειτονικών χωριών της επαρχίας Λάρνακας, που διακρίνονται ως Κάτω Λεύκαρα και Πάνω Λεύκαρα.

 

Κάτω Λεύκαρα: Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λάρνακας, περί τα 34 χμ. νοτιοδυτικά της πόλης της Λάρνακας.

 

Τα Κάτω Λεύκαρα είναι κτισμένα σε μέσο υψόμετρο 480 μέτρων. Το ανάγλυφο είναι λοφώδες και το υψόμετρο στα βορειοανατολικά του οικισμού φθάνει τα 417 μέτρα (κορφή Σιηνοκέφαλος). Το τοπίο είναι διαμελισμένο από τα ποτάμια δίκτυα του Συρκάτη και του Αργακιού του Αγίου Μηνά, παραπόταμων του Πεντάσχοινου.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες και διαβάσες του Οφιολιθικού Συμπλέγματος Τροόδους, και οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν φαιοχώματα και ασβεστούχα εδάφη.

 

Τα Κάτω Λεύκαρα δέχονται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 570 χιλιοστόμετρα. Στην περιορισμένη καλλιεργήσιμη γη του χωριού καλλιεργούνται τα αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες), οι ελιές, οι αμυγδαλιές, οι χαρουπιές, λίγα εσπεριδοειδή, τα νομευτικά φυτά, τα κουκκιά, λίγα φρουτόδεντρα (συκιές, ροδιές και δαμασκηνιές) και πολύ λίγα λαχανικά. Η μεγαλύτερη ωστόσο έκταση του χωριού είναι ακαλλιέργητη και σ' αυτήν φυτρώνει άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, μαζ΄ιές, ξισταρκές, θυμαριές, σπαλαθκιές, αγριοτερατσιές και αγριοελιές.

 

Η κτηνοτροφία του χωριού είναι περιορισμένη.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, τα Κάτω Λεύκαρα συνδέονται στα βορειοδυτικά με το γειτονικό χωριό Πάνω Λεύκαρα (περί το 1 χμ.), στα νοτιοδυτικά με το χωριό Κάτω Δρυς (περί τα 4 χμ.), και στα νοτιοανατολικά με τον νέο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού και τον Σταθμό Σκαρίνου (περί τα 8 χμ.).

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 313 
1891 334 
1901 349 
1911 323 
1921 364 
1931 357 
1946 405 
1960 304 
1973 225 
1976 256 
1982 210 
1992 146 
2001 118 

 

Στα Κάτω Λεύκαρα, όπως και στο γειτονικό χωριό Πάνω Λεύκαρα, αναπτύχθηκε η τέχνη της κεντητικής, που έφθασε σε πολύ ψηλά επίπεδα. Κατασκευάζεται μια μεγάλη ποικιλία λευκαρίτικων κεντημάτων που χαρακτηρίζονται από τον πλούτο και την ποικιλία των σχεδίων τους.

 

Πάνω Λεύκαρα: Μεγάλο μεικτό χωριό της επαρχίας Λάρνακας, που αναφέρεται και ως κωμόπολη, περί τα 35 χμ. νοτιοδυτικά της πόλης της Λάρνακας. Τα Πάνω Λεύκαρα, που περιλαμβάνονται στους δήμους της επαρχίας Λάρνακας, είναι το δεύτερο μεγαλύτερο σε διοικητική έκταση χωριό της επαρχίας του (6.182 εκτάρια) μετά το χωριό Αθηένου (6.414 εκτάρια).

 

Τα Πάνω Λεύκαρα είναι κτισμένα σε μέσο υψόμετρο 580 μέτρων, με τα βόρειά τους σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λευκωσίας-Λάρνακας. Το λοφώδες τοπίο του χωριού χαρακτηρίζεται από στενές κοιλάδες, απότομες πλαγιές και κορφές που το ύψος τους φθάνει τα 750 μέτρα. Το ανάγλυφο είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο του ποταμού Πεντάσχοινου και ιδιαίτερα των παραπόταμων του Συρκάτη και Αργάκι του Μύλου.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στο βόρειο τμήμα του χωριού κυριαρχούν τα πυριγενή πετρώματα, κυρίως λάβες, διαβάσες, πλαγιογρανίτες και γάββροι, και στο νότιο τμήμα οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι). Πάνω στα πετρώματα του βόρειου τμήματος αναπτύχθηκαν φαιοχώματα, και πάνω στις αποθέσεις του νότιου τμήματος τα ασβεστούχα εδάφη.

 

Τα Πάνω Λεύκαρα δέχονται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 590 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή τους καλλιεργούνται κυρίως οι αμυγδαλιές, οι ελιές, οι χαρουπιές, τα αμπέλια (επιτραπέζιες και οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα εσπεριδοειδή, τα φρουτόδεντρα (συκιές, μηλιές, χρυσομηλιές, αχλαδιές, ροδιές, κερασιές και δαμασκηνιές), τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά και οι καρυδιές. Η μεγαλύτερη έκταση των Πάνω Λευκάρων παραμένει ακαλλιέργητη και σ' αυτήν φυτρώνει άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, μαζιές, ξισταρκές, αγριοτερατσιές, αγριοελιές, θυμαριές και σπαλαθκιές.

 

Σχετικά ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία του χωριού.

 

Η οδική σύνδεση των Πάνω Λευκάρων με τα γύρω χωριά γίνεται με ελικοειδείς δρόμους εξαιτίας του απότομου ανάγλυφου της περιοχής. Στα βόρεια συνδέεται με το χωριό Λυθροδόντας της επαρχίας Λευκωσίας (περί τα 12 χμ.), στα βορειοανατολικά με το χωριό Δελίκηπος (περί τα 12 χμ.), στα βορειοδυτικά με το χωριό Βαβατσινιά (περί τα 9 χμ.), και στα νότια με το χωριό Κάτω Δρυς (περί τα 4 χμ.). Συνδέεται επίσης στα νοτιοανατολικά με το γειτονικό χωριό Κάτω Λεύκαρα (περί το 1 χμ.) καθώς επίσης με τον νέο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού και τον Σταθμό της Σκαρίνου (περί τα 9 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 1.257 
1891 1.801 
1901 1.976 
1911 2.282 
1921 2.512 
1931 2.602 
1946 2.598 (2.125 Ελληνοκύπριοι και 473 Τουρκοκύπριοι)  
1960 1.771 (1.410 Ελληνοκύπριοι και 361 Τουρκοκύπριοι)  
1973 1.136 (1.105 Ελληνοκύπριοι και 31 Τουρκοκύπριοι) 
1976 1.596 
1982 1.079 
1992 971 
2001 921 

 

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι λιγοστοί Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν μαζί με όλους τους άλλους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών, για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο χωριό  προσωρινά  Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες. Σήμερα οι ξενιτεμένοι Λευκαρίτες, που υπολογίζονται στους 3.000, είναι διασκορπισμένοι σε αρκετές χώρες του κόσμου, ιδιαίτερα στην Αμερική (Αστόρια της Νέας Υόρκης), την Αγγλία, τη Νότιο Αφρική και την Αυστραλία.

 

Τα Πάνω Λεύκαρα είναι ιδιαίτερα γνωστά για την κεντητική τους τέχνη που έφθασε σε πολύ ψηλά επίπεδα και τυγχάνει παγκόσμιας αναγνώρισης. Το περίφημο λευκαρίτικο κέντημα χαρακτηρίζεται από τον πλούτο και την ποικιλία των σχεδίων του που επιτυγχάνονται με χρησιμοποίηση διαφόρων τύπων «βελονιών». Η προέλευση της κεντητικής των Λευκάρων χάνεται στα βάθη των αιώνων. Η παράδοση αναφέρει ότι ο μεγάλος Ιταλός καλλιτέχνης και επιστήμονας της Αναγέννησης Λεονάρντο* ντα Βίντσι είχε αγοράσει λευκαρίτικο κέντημα, που το δώρισε στη συνέχεια στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου όπου χρησιμοποιήθηκε ως κάλυμμα για την Αγία Τράπεζα. Μάλιστα ένα συγκεκριμένο σχέδιο λευκαρίτικου κεντήματος είναι γνωστό με την ονομασία «σχέδιο Λεονάρντο ντα Βίντσι». Το κέντημα αποτέλεσε βασική απασχόληση των γυναικών των Λευκάρων για πολλά χρόνια και πηγή πλούτου για την κοινότητα. Από παλαιά τα λευκαρίτικα κεντήματα απέκτησαν εμπορικό χαρακτήρα και γέμισαν την κυπριακή αγορά, αλλά κατέκτησαν και το εξωτερικό.

 

Μια άλλη βιοτεχνία που αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην κωμόπολη των Πάνω Λευκάρων είναι και η αργυροχοΐα. Ο πρώτος αργυροχόος - χρυσοχόος, ο Γιάννης ο Καράολος, φθάνει στα Πάνω Λεύκαρα από τη Λευκωσία γύρω στα 1840 και δημιουργεί το δικό του εργαστήρι. Στη συνέχεια αρκετοί Λευκαρίτες ακολούθησαν την τέχνη του αργυροχόου - χρυσοχόου, για να γίνει έτσι η δεύτερη, μετά την κεντητική, τέχνη των κατοίκων. Πριν από το 1974 υπήρχαν στην κωμόπολη γύρω στα 30 εργαστήρια αργυροχοΐας που διέθεταν την παραγωγή τους σ' όλες τις πόλεις της Κύπρου. Τις τελευταίες ωστόσο δεκαετίες, με την άνοδο στην τιμή του ασημιού, η ζήτηση μειώθηκε με αποτέλεσμα να μειωθεί ο αριθμός των εργαστηρίων. Σ' αυτά κατασκευάζεται μια μεγάλη ποικιλία χειροποίητων αργυρών ειδών που διακρίνονται για την τέχνη και τη λεπτότητά τους και περιλαμβάνουν κουταλάκια, πηρουνάκια, πετσετοθήκες, μαχαιράκια, καλαθάκια, χανάπια. Τα Πάνω Λεύκαρα, κτισμένα αμφιθεατρικά στην επικλινή πλαγιά του βουνού με δεσπόζον κτίριο την εκκλησία του Τιμίου Σταυρού με το επιβλητικό της κωδωνοστάσιο, είναι από τα πιο γραφικά χωριά της Κύπρου. Τα λιθόκτιστα σπίτια, κτισμένα με τη χαρακτηριστική πέτρα της περιοχής, τα στενά μαιανδρικά σοκάκια — μερικά ακόμη πλακόστρωτα — οι κεραμιδένιες στέγες, το λουλακί χρώμα αρκετών σπιτιών, και οι σκόρπιες ελιές, οι χαρουπιές, τα κυπαρίσσια και οι αμυγδαλιές που πλαισιώνουν το χωριό, του προσδίδουν μια ιδιαίτερη ομορφιά και γοητεία. Εξάλλου τα ίδια τα σπίτια των Πάνω Λευκάρων συγκεντρώνουν αρκετό ενδιαφέρον από πλευράς λαϊκής αρχιτεκτονικής, με κύρια στοιχεία τις ξύλινες πόρτες και τα ξωπόρτια των σπιτιών με ποικίλες διακοσμήσεις, το άνετο δίχωρο με θολωτή καμάρα που χρησίμευε ως υπνοδωμάτιο, ως τραπεζαρία και ως αποθήκη για τον καρπό, τον ηλιακό με τις τοξωτές καμάρες, τα μπαλκόνια και τις πλακόστρωτες αυλές. Κάποτε τα μπαλκόνια σμίγουν πάνω από το δρόμο δημιουργώντας ένα ωραίο θέαμα. Στις γραφικές αυλές, τους ηλιακούς και τα στενά δρομάκια του χωριού οι Λευκαρίτισσες, πότε μόνες τους και πότε σε ομάδες, δουλεύουν καθημερινά το κέντημα και την δανδέλα για να φιλοτεχνήσουν τα περίφημα λευκαρίτικα κεντήματα.

 

Το ξηρό και δροσερό κλίμα του χωριού, η ιδιότυπη αρχιτεκτονική των σπιτιών του, το όμορφο τοπίο και τα υπέροχα κεντήματά του, το έχουν καταστήσει γνωστό σ' όλο τον κόσμο. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που πολλοί ξένοι, ιδιαίτερα από χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, έχουν αγοράσει παλαιά, ακατοίκητα σπίτια τα οποία ανοικοδομούν, διατηρώντας όμως την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική τους και μένουν μόνιμα ή για μερικούς μήνες του χρόνου στη γαλήνια και ειδυλλιακή αυτή κωμόπολη. Τα Πάνω Λεύκαρα προσελκύουν επίσης αρκετούς Κυπρίους επισκέπτες, ιδιαίτερα τις Κυριακές. Εξάλλου ο ομώνυμος υδατοφράκτης, στα βόρεια του χωριού, μέσα σ' ένα πραγματικά θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον, ελκύει αρκετούς εκδρομείς.

 

Λίγα χρόνια μετά από τον ερχομό των Άγγλων, η αποικιοκρατική κυβέρνηση στα πλαίσια της πολιτικής της για ίδρυση αγροτικών δήμων στα μεγάλα αγροτικά κέντρα της Κύπρου, ίδρυσε μεταξύ άλλων και το δημαρχείο Λευκάρων. Το διάταγμα για την ίδρυση του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως στις 5.12.1883. Με το διάταγμα αυτό καθορίστηκε η δημοτική περιφέρεια των Λευκάρων που περιελάμβανε εκτός από τα Πάνω Λεύκαρα, τα Κάτω Λεύκαρα και τον Κάτω Δρυ. Δήμαρχοι των Πάνω Λευκάρων διετέλεσαν μέχρι σήμερα κατά χρονολογική σειρά οι ακόλουθοι:

 

  1. Γαβριήλ Γεωργιάδης 1890-1892
  2. Λουκάς Βασιλείου 1892-1893 (ως δημαρχεύων)
  3. Μητροκλής Καραγεωργιάδης 1893-1896
  4. Γαβριήλ Γεωργιάδης 1896-1900
  5. Γεώργιος Τιγγιρίδης 1900-1906
  6. Αχιλλέας Τιγγιρίδης 1906-1907
  7. Χ'' Γαβριήλ Γεωργιάδης 1907-1909
  8. Αριστόδημος Γεωργιάδης 1909-1910
  9. Αχιλλέας Τιγγιρίδης 1910-1913
  10. Δημήτριος Χ''  Δημήτριος-Φαραώ 1913-1916
  11. Αριστόδημος Γεωργιάδης 1916-1920
  12. Αχιλλέας Τιγγιρίδης 1920-1948
  13. Μιχαήλ Σταυρινός  1948-1949  (ως δημαρχεύων)
  14. Λοΐζος Λοΐζου 1949-1956
  15. Χαράλαμπος Κοσμά 1956-1962 (ως δημαρχεύων)
  16. Μιχαήλ Ποχάνης 1962-1972
  17. Στέλιος Θεοδούλου 1972-1979
  18. Χριστάκης Παπαλοΐζου 1979-1986
  19. Χριστάκης Κωνσταντίνου 1986- 1991
  20. Σοφοκλής Σοφοκλέους 1991-1996
  21. Σοφοκλής Σοφοκλέους 1996-2001
  22. Σοφοκλής Σοφοκλέους 2001-2006
  23. Ανδρέας Σώσειλος 2006 και εξής

 

Το δημαρχείο Πάνω Λευκάρων, τα τελευταία χρόνια, συνέβαλε αποφασιστικά στη διατήρηση της λαϊκής αρχιτεκτονικής του χωριού επεκτείνοντας το πλακόστρωτο στις παλαιές γειτονιές του και υιοθετώντας μια σειρά από κανονισμούς που θεσπίστηκαν ύστερα από εισήγηση των Τμημάτων Αρχαιοτήτων και Πολεοδομίας. Σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτούς κανένα σπίτι δεν μπορεί να επιδιορθωθεί και πολύ περισσότερο να κατεδαφιστεί χωρίς τα σχέδια να πληρούν τους σχετικούς κανονισμούς που προνοούν για την προστασία του χαρακτήρα του χωριού. Εξάλλου το 1978 ομάδα φοιτητών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών με την καθοδήγηση του καθηγητή Στέφανου Σίνου διεξήγαγε στα Λεύκαρα αποτυπώσεις και μελέτες αξιόλογων σπιτιών λαϊκής αρχιτεκτονικής.

 

Οι προσπάθειες για τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς στα Πάνω Λεύκαρα οδήγησαν στη δημιουργία, υπό την καθοδήγηση του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Μουσείου Λαϊκής Τέχνης. Σκοπός του μουσείου είναι η προβολή του παραδοσιακού κεντήματος, της χρυσοχοΐας και αργυροχοΐας του χωριού. Για τη στέγαση του μουσείου έχει επιλεγεί ένα μεγαλόπρεπο αρχοντικό του 19ου αιώνα, η οικία Πάτσαλου.

 

Στο πλαίσιο των προσπαθειών του δήμου για προβολή του κεντήματος, έγιναν στα 1962 και 1963 τα πρώτα φεστιβάλ κεντήματος που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το φεστιβάλ ξανάρχισε στα 1981 και έγινε πια θεσμός για τα Πάνω Λεύκαρα με ποικίλες εκδηλώσεις. Ανάμεσα σ' αυτές είναι και η έκθεση παλαιού και μοντέρνου κεντήματος, έργων χρυσοχοΐας -αργυροχοΐας που γίνονται στο χωριό, αναπαράσταση κυπριακού γάμου, βραδιά με λαϊκούς ποιητές, έκθεση παλαιών φωτογραφιών και χοροεσπερίδα.

 

Τα Πάνω Λεύκαρα διαθέτουν περιφερειακό γυμνάσιο και λύκειο, που καλύπτει και τις εκπαιδευτικές ανάγκες άλλων γειτονικών χωριών, καθώς και αγροτικό υγειονομικό κέντρο.

 

Ο διαχωρισμός σε Πάνω Λεύκαρα και σε Κάτω Λεύκαρα απαντάται από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και εξής, οπότε θα πρέπει να ιδρύθηκε από Έλληνες εκτοπισμένους ο δεύτερος από τους δυο οικισμούς. Σε προγενέστερες πηγές αναφέρονται τα Λεύκαρα ως ένας μόνο οικισμός που ήταν, προφανώς, τα Πάνω Λεύκαρα.

 

Το χωριό αποτελούσε ισχυρό και πλούσιο φέουδο στα χρόνια της Φραγκοκρατίας κι ο ντε Μας Λατρί το περιλαμβάνει στον κατάλογο των βασιλικών κτημάτων. Σε παλαιούς χάρτες, εξάλλου, το χωριό βρίσκεται σημειωμένο ως Lefcara ή και Lescara.

 

Ωστόσο τα Λεύκαρα είναι ένα από τα χωριά της Κύπρου που γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι υφίσταντο και πριν από την περίοδο της Φραγκοκρατίας, κατά τα Βυζαντινά χρόνια, για τα οποία δεν υπάρχουν αρκετά λεπτομερείς πηγές. Το χωριό διεκδικούσε την τιμή να θεωρείται ο γενέθλιος χώρος του σημαντικού Κυπρίου αγίου Νεοφύτου* που αναφέρεται, ωστόσο, ότι είχε γεννηθεί στο γειτονικό χωριό Κάτω Δρυς. Η τοπική παράδοση φαίνεται ότι προσπάθησε να συμβιβάσει την διένεξη ως προς την καταγωγή του αγίου, αναφέροντας ότι οι γονείς του κατάγονταν από το Απλίκι, οικισμό που υφίστατο μεταξύ Λευκάρων και Κάτω Δρυ, οι οποίοι όμως μετακινήθηκαν στον Κάτω Δρυ (όπου γεννήθηκε ο άγιος τον 12ο αιώνα) αλλά αργότερα κατοίκησαν και στα Λεύκαρα.

 

Την καταγωγή του αγίου Νεοφύτου από τα Λεύκαρα αποδέχεται ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς που αναφέρει το χωριό γράφοντας (Χρονικόν, παρ. 38) ότι ο άγιος ἦτον παιδίος καλόγηρος ἀπέ τά Λεύκαρα καί ἐγίνην στυλλίτης εἰς τό αὐτόν μοναστήριν [=του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο], καί ἐκοιμήθην καί εἶναι ὁ τάφος του ἐκεῖ καί βρύει θαύματα....

 

Πάντως σε δικό του κείμενο ο ίδιος ο άγιος Νεόφυτος αναφέρει ως τόπο καταγωγής του τα Λεύκαρα.

 

Ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρεται επίσης στον περίφημο Σταυρό των Λευκάρων που, μαζί με άλλους στο νησί, ἔχουν ἀπέ τό τίμιον ξύλον [που άφησε στην Κύπρο κατά την επίσκεψή της η αγία Ελένη] καί πολομοῦν θαυμαστά θαύματα... (πρόκειται για τον σταυρό που αναφέρεται και ως Σταυρός της Τόχνης). Ο θαυματουργός αυτός σταυρός, που είχε κλαπεί από κάποιον Λατίνο, ανευρέθη ύστερα από θαύμα από ένα νεαρό βοσκό Γεώργιο από το Καλαμούλλι (οικισμό που βρισκόταν στην περιοχή της Κακορατζ'ιάς) το 1340. Τον σταυρό διεκδίκησαν οι Λευκαρίτες, μ' επικεφαλής τον τότε επίσκοπό τους Ολβιανό. Με εντολή όμως του βασιλιά της Κύπρου, ύστερα από νέο θαύμα, ο σταυρός παρέμεινε στην κατοχή του νεαρού βοσκού Γεωργίου, που έγινε μοναχός μετονομασθείς σε Γαβριήλ*.

 

Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) αναφέρει τα Λεύκαρα σε τρεις περιπτώσεις, γράφοντας τη ονομασία ακριβώς ως Levcara:

- Ως το χωριό από το οποίο καταγόταν ο άγιος Νεόφυτος.

- Ως «ισχυρό φέουδο σε ορεινή περιοχή στην ενδοχώρα», όπου μεταφέρθηκαν και κρατήθηκαν σε περιορισμό οι ηγέτες του Τάγματος των Ναϊτών ιπποτών το 1308. Αυτοί ήσαν ο στρατιωτικός αρχηγός του κυπριακού κλιμακίου του Τάγματος, ο διοικητής του, ο επικεφαλής της δύναμης ξηράς, ο αρχηγός των τουρκόπουλλων (=πολεμιστών μισθοφόρων), ο ταμίας και ένας διοικητής κλιμακίου, συνολικά 6 άτομα, που απομονώθηκαν από τα υπόλοιπα μέλη του Τάγματος. Στο φέουδο των Λευκάρων κρατήθηκαν για 5 χρόνια, λέγει ο Φλώριος, δηλαδή μέχρι το 1313 οπότε, με εντολή του πάπα και του βασιλιά της Γαλλίας, εκτελέστηκαν και το Τάγμα διαλύθηκε (στην Ευρώπη οι εκτελέσεις των Ναϊτών έγιναν τον προηγούμενο χρόνο, 1312). Τα μέλη του Τάγματος που βρίσκονταν στην Κύπρο είχαν φυλακιστεί σε διάφορα μέρη. Για να κρατηθούν όμως οι εις Κύπρον αρχηγοί του Τάγματος στα Λεύκαρα, τούτο σημαίνει ότι το βασιλικό φέουδο των Λευκάρων διέθετε και κατάλληλα οχυρωμένα οικοδομήματα.

 

Τέλος, ο Φλώριος δίνει και την πληροφορία ότι κατά την αναδιανομή των φέουδων στην οποία προέβη ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β΄ μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460, το μεγάλο φέουδο των Λευκάρων παραχωρήθηκε στον σημαντικό αξιωματούχο Σορ ντε Νάβες*, κοντόσταυλο τότε του βασιλείου, δηλαδή αρχηγό του στρατού. Ο ντε Νάβες είχε πάρει τότε από τον Ιάκωβο, εκτός από τα Λεύκαρα, και άλλα 9 χωριά και άλλες κτηματικές περιουσίες.

 

Σχετικά με την ονομασία Λεύκαρα, υπάρχουν τρεις διαφορετικές εκδοχές: η πρώτη υποστηρίζει ότι προέρχεται από τις λέξεις λευκά όρη, επειδή η περιοχή έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό της γνώρισμα το λευκόχρωμο, τραχύ ασβεστολιθικό και πυριτολιθικό τοπίο. Το ίδιο φυσικό λευκό χρώμα του πετρώματος της περιοχής χαρακτηρίζει κι όλες τις λιθόκτιστες όψεις των σπιτιών, τα πλακόστρωτα στενά δρομάκια και τις ξηρολιθικές προστατευτικές δόμες των χωραφιών, που κτίστηκαν με το τοπικό πέτρωμα των «Λευκών Ορέων». Η δεύτερη εκδοχή υποστηρίζει ότι τα χωριά πήραν την ονομασία αυτή από συστάδες από μικρές λεύκες που φύτρωναν στην περιοχή τους. Τέλος, υπάρχει και η άποψη ότι ίσως προήλθε από κάποιον οικιστή που ονομαζόταν Λεύκαλος.

 

Τα Πάνω και Κάτω Λεύκαρα, δυο εντελώς χωριστά και ανεξάρτητα μεταξύ τους χωριά, αλλά με κοινή κι αλληλένδετη πολιτιστική υπόσταση, κατέχουν μια προνομιούχα θέση στη δυτική ορεινή περιοχή της επαρχίας Λάρνακας. Κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο στις παρυφές και τους πρόποδες του βουνού Σωτήρα, τα δυο χωριά γειτονεύουν με τον νεολιθικό συνοικισμό της Χοιροκοιτίας και το μοναστήρι του Αγίου Μηνά.

 

Το βαθύ ιστορικό παρελθόν και η παραδοσιακή λαϊκή κουλτούρα των δυο χωριών συνδέονται περισσότερο με τα Πάνω  Λεύκαρα,  που  συγκεντρώνουν πολλαπλάσιο πληθυσμό από τα Κάτω Λεύκαρα, και που η ιδιάζουσα αρχιτεκτονική φυσιογνωμία τους αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα ανάμεσα σ' όλα τ' άλλα ορεινά χωριά του νησιού. Τα αρχαιότερα δείγματα ζωής και κατοίκησης στην περιοχή των Λευκάρων επισημάνθηκαν το 1981 στην τοποθεσία «Βρύση του Νικολή», περί τα 5 χμ. βόρεια των Πάνω Λευκάρων κοντά στον Συρκάτη, ύστερα από επιφανειακή αρχαιολογική επισκόπηση του χώρου από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Πρόκειται για μικρό αγροτικό οικισμό που χρονολογείται στη Νεολιθική εποχή (6000-3000 π.Χ.), όπως και ο γειτονικός συνοικισμός της Χοιροκοιτίας. Τα δείγματα αυτά περιλαμβάνουν κεραμεικά όστρακα, λίθινες αξίνες, λίθινους κόπανους κι άλλα κατάλοιπα έργων προϊστορικής μικροτεχνίας. Σε διάφορες άλλες τοποθεσίες της ευρύτερης περιοχής των Λευκάρων, όπως στην «Αγία Μαρίνα» και τον «Άγιο Τιμόθεο», βρέθηκαν αρκετοί συλημένοι τάφοι με κατάλοιπα κτερισμάτων, κυρίως αγγειοπλαστικής, των Γεωμετρικών, Αρχαϊκών, Κλασσικών και Ελληνιστικών χρόνων, που φανερώνουν τη συνεχή ύπαρξη νεκροταφείων και, κατά συνέπεια, αντίστοιχων συνοικισμών που αρχίζουν από τον 11ο π.Χ. αιώνα και συνεχίζουν μέχρι τα μέσα του 1ου π.Χ. αιώνα. Σε ελάχιστη απόσταση από την οικιστική περιοχή των Κάτω Λευκάρων και συγκεκριμένα στην τοποθεσία «Κονναρκά», το 1973, ύστερα από την τυχαία ανεύρεση ρωμαϊκού ασβεστολιθικού κιονίσκου, το Τμήμα Αρχαιοτήτων επιθεώρησε συστηματικά τον χώρο και εντόπισε μικρό συνοικισμό των Ρωμαϊκών και Πρωτοβυζαντινών χρόνων, που χρονολογείται από τις αρχές του 1ου μέχρι τα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ. Τα διάφορα αρχαιολογικά τεκμήρια, εκτός από τα δείγματα αγγειοπλαστικής και μικροτεχνίας, περιλαμβάνουν κι ένα χάλκινο ρωμαϊκό νόμισμα των μέσων του 4ου αιώνα μ.Χ. Ο εντοπισμός του νέου αυτού συνοικισμού επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η κατοίκηση και η πολιτιστική ζωή των Λευκάρων δεν σταμάτησε στα Ρωμαϊκά χρόνια αλλά συνεχιζόταν ακμαιότατη μέχρι το τέλος της Πρωτοβυζαντινής περιόδου.

 

Την πρώτη γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη των Λευκάρων με το ίδιο το σημερινό τους όνομα δίνει ο άγιος Νεόφυτος στην Τυπική Διαθήκη του, όπου αναφέρει ότι γεννήθηκε στα Λεύκαρα το 1134. Τη λευκαρίτικη καταγωγή του αγίου Νεοφύτου επιβεβαιώνει και το σχετικό τροπάριό του, που τον χαρακτηρίζει τῶν Λευκάρων τό κλέος. Η αδιάσειστη αυτή χρονολογική μαρτυρία φανερώνει την κοινοτική οντότητα των Λευκάρων το 1134, που εντάσσεται στο τέλος της Βυζαντινής περιόδου (395-1191). Αναμφίβολα με την ίδια κοινοτική οντότητα τα Λεύκαρα συνέχιζαν την ιστορική παράδοση και την πολιτιστική ανέλιξή τους καθόλη τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου.

 

Η δεύτερη ιστορική μαρτυρία ανάγεται στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1191-1489) και αναφέρει ότι το 1308 είχαν εξοριστεί για τρία χρόνια στα Λεύκαρα όλα τα ηγετικά στελέχη του στρατιωτικού μοναχικού τάγματος των Ναϊτών, που με την απαράδεκτη συμπεριφορά τους εμπόδιζαν την ομαλή λειτουργία του φράγκικου καθεστώτος της Κύπρου. Πάντως κατά τον 15ο αιώνα αναφέρεται ότι είχε διατελέσει κύριος των Λευκάρων ο Σορ ντε Νάβες, κοντοσταύλης της Κύπρου.

 

Μια γειτονιά στα Πάνω Λεύκαρα, η «Φραγκομάδα», συνδέεται άμεσα με τις ταξικές διακρίσεις των πολιτών κατά τη Φραγκοκρατία. Φαίνεται ότι στη γειτονιά αυτή κατοικούσαν οι Φραγκομάτοι*, που αποτελούσαν την τάξη των Κυπρίων ελεύθερων πολιτών.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και μετά το 1222, τα Πάνω Λεύκαρα ήταν μια από τις τέσσερις επισκοπικές έδρες των Ελληνορθόδοξων επισκόπων της Κύπρου. Τούτο αποφασίστηκε επίσημα το 1260 όταν ο πάπας της Ρώμης Αλέξανδρος Δ'* δημοσίευσε το εκκλησιαστικό καταστατικό της Κύπρου που τιτλοφορήθηκε Κυπριακή Βούλλα* (Bulla Cypria). Σύμφωνα με τις διατάξεις της Κυπριακής Βούλλας το ανώτατο εκκλησιαστικό αξίωμα είχε Λατίνος ιεράρχης που έφερε τον τίτλο του αρχιεπισκόπου Λευκωσίας, ενώ σε τρεις άλλους Λατίνους επισκόπους, υπόλογους στον αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας, ανετέθη η διοίκηση των επισκοπών Πάφου, Λεμεσού και Αμμοχώστου. Τέσσερις άλλες αντίστοιχες επισκοπές, της Σολέας, της Αρσινόης, των Λευκάρων και της Καρπασίας, ίσες σε έκταση με τις Λατινικές και με ισάριθμους επισκόπους, υποτελείς στους Λατίνους επισκόπους, ορίστηκαν για τους Ελληνορθόδοξους κατοίκους του νησιού. Ο επίσκοπος Λευκάρων είχε πνευματική εξουσία στους Έλληνες κατοίκους της Αμαθούντος, της Νέας πόλεως ή Νεαπόλεως (=Λεμεσού) και του Κουρίου. Από την πιο κάτω έμμετρη επιγραφή

 

Ω ΣΤΑΒΡΕ ΜΟΥ ΣΩΣΟΝ ΜΕ

ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ ΠΟΙΜΕΝΑ ΤΟΝ

ΤΛΗΠΑΘΗΝ ΟΛΒΙΑΝΟΝ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΛΕΥΚΑΡΩΝ

 

που βρίσκεται στο κάτω μέρος του μεγάλου χρυσού σταυρού των Πάνω Λευκάρων, φαίνεται καθαρά ότι ένας από τους επισκόπους Λευκάρων ήταν ο  Ολβιανός*. Πριν από τη χειροτονία του σε επίσκοπο, ο Ολβιανός έφερε τον βαθμό του καθηγουμένου στην καταστραφείσα μονή του Ασωμάτου των Λευκάρων. Το μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στα Κάτω Λεύκαρα, που κι αυτό σήμερα είναι ανύπαρκτο και μόνο το ομώνυμο εκκλησάκι του σώζεται, πιστεύεται ότι ήταν η επισκοπική έδρα των Λευκάρων κατά τη Φραγκοκρατία, και η εκκλησία του Αγίου Μάμαντος στα Πάνω Λεύκαρα ο καθεδρικός ναός. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, αλλά ακόμη κι αργότερα, απαντούμε διάφορους ιεράρχες να φέρουν τον τίτλο του Λευκάρων, όπως ο Ματθαίος (διετέλεσε ηγούμενος Ασωμάτου [Αρχαγγέλου Μιχαήλ] Λευκάρων, επίσκοπος Αμαθούντος γύρω στα 1280-1300), ο Γερμανός (γύρω στα 1320), ο Ιωάννης Γιαφούν (1445) και ο Γερμανός Κουσκουνάρης (μετά την τουρκική κατάκτηση, γύρω στα 1572-1580).

 

Σύμφωνα με μια εκδοχή, που βασίζεται σε δυτικές μαρτυρίες, τον Ιούλιο του 1570, όταν οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στη Λάρνακα κι άρχισαν τις σφαγές και λεηλασίες για την κατάληψη της Κύπρου, οι Λευκαρίτες χωρίς να προβάλουν καμιά αντίσταση, έδωσαν όρκο υποταγής στον Μουσταφά πασά και πήραν απ' αυτόν μερικά προνόμια σ' αντάλλαγμα της εκούσιας παράδοσής τους.

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός αποδέχεται την εκδοχή αυτή, γράφοντας:

 

...Πολλοί δέ τῶν Τουρκῶν ἔκαμαν ἐπιδρομάς διαφόρους, ἁρπάζοντες καί λεηλατοῦντες τά χωρία, καί φθάνοντες εἰς τά Λεύκαρα, χωρίον μέγα, ὁδηγούμενοι ὑπό ἑνός ἱερέως Ρωμαίου ἐκεῖ, ἔπεισαν τούς Λευκαρίτας νά ὑποταχθούν καί  ἐλθόντες τινές ἐξ αὐτῶν ἐπίτροποι εἰς τόν Μουσταφα πασᾶν, ἔδωσαν ὅρκον ὑποταγῆς καί ἔλαβον ἐξ αὐτοῦ κάποια τινά προνόμια καί ἀσυδοσίας, τά ὁποῖα μετά παρέλευσιν χρόνων ἔχασαν οἱ Λευκαρῖται. Οἱ ρετόροι τῆς Λευκωσίας, μαθόντες τῶν Λευκαριτῶν τήν ὑποταγήν εἰς τούς Τούρκους, ἔστειλαν τινά μεγαδούκαν Δημήτριον Λάσκαρην καπετάνον μέ τήν συντροφίαν του διά νά περάσῃ  ὅλους εἰς τό σπαθίον καί νά κατακαύσῃ τό χωρίον τους ۬ ἀλλά κατατρεχθείς ὑπό τῶν ἐκεῖσεχθρῶν ἐν μέσῳ δύο ὀρέων, σκοτωθείς ὁ  ἵππος του, ὀλίγον ἔλειψε νά ληφθῇ αἰχμάλωτος, ἐάν δέν ἔπαιρνε ἄλλον ἵππον καί νά φύγει εἰς Λευκωσίαν...

 

Η εκδοχή της εθελούσιας υποταγής των Λευκαριτών στους Τούρκους ανατρέπεται από τον Θεόδωρο Παπαδόπουλλο με τα αναλυτικά σχόλιά του πάνω στον γνωστό Θρῆνο τῆς Κύπρου, όπου, ανάμεσα στ' άλλα, αναφέρει ότι ἡ   κωμόπολις, ὅπου κατέφυγεν ἄμαχος πληθυσμός, ὑπῆρξε τό πρῶτον θῦμα τῆς ὀθωμανικῆς ἐπιδρομῆς, ὑποστᾶσα σφαγάς καί λεηλασίαν...

 

Από τους ίδιους τους στίχους του Θρήνου φαίνεται πράγματι καθαρά το ανυπόστατο της πιο πάνω εκδοχής και η τραγική συμφορά που βρήκε τους Λευκαρίτες για την εντελώς αντίθετη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και κατάληψης του χωριού τους από τους Τούρκους:

 

... Καί τρέχει ὅλος ὁ λαός ' ς τά Λεύκαρα νά ζήσουν

ὁπούν ὁ Τίμιος Σταυρός, καί ‘κεῖ   νά καταντήσουν.

Κι ἐτρέξαν κι ἦλθαν τά τουρκιά καί πόλεμος ἐγίνην

σκοτώνουν κι' ἐσκοτώθηκαν κι ἀκοῦσθε τι ἐγίνην:

Τρέχουν καί πᾶν oἱ Χριστιανοί ἔσσω ΄ς τήν ἐκκλησίαν

ὁπούν ὁ Τίμιος Σταυρός

κοντά 'ς τήν Παναγίαν.

Ἐκεῖ   ἐδόθην ἡ  ὀργή  ἀπό Θεοῦ νά γένη

σκοτώννουν τους μέσ' 'ς τήν ἐκκλησιάν

ὁπού ΄ναι ἁγιασμένη,

χενώννουσιν τό αἷμαν τους, χωρίς νά 'ναι πταισμένοι,

πάνω 'ς τήν γῆν ἐστέκουνταν, χωρίς νά 'ναι θαμμένοι.

Τότες ἐδόθην ἡ φωνή, παράδοσις νά γένη,

νά ζήσουν οἱ  ἐπίλοιποι, ὅσ' εἶναι γλυτωμένοι...

 

Όμως μετά την παράδοση των Λευκαριτών, κατά τον Θ. Παπαδόπουλλο: ἀποσυρθέντων τῶν Τούρκων ὁ  Ἐνετός διοικητής τῆς Λευκωσίας ἐξεδικήθη τόν πληθυσμόν τῆς κωμοπόλεως ἀποστέλλων στρατιωτικόν ἀπόσπασμα, τό ὁποῖον κατέσφαξεν ἀνηλεῶς τούς δυναμένους νά ὁπλοφοροῦν κατοίκους δι' ὅτι ἐθεωρήθῃ  ὡς ἀπόσχισις ἀπό τῆς ἐνετικῆς ἐξουσίας.

 

Ο Calepio πάντως (μια από τις πηγές που ομιλούν για την υποταγή των Λευκαριτών, βλέπε Excerpta Cypria, σ. 132), δικαιολογεί την παράδοση του χωριού που «ούτε τείχη είχε, ούτε τάφρους, ούτε εξοπλισμό αμυντικό ή επιθετικό» και που συνεπώς δεν είχε καμιά άλλη εκλογή όπως και ολόκληρη εξάλλου η Κύπρος, εκτός της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου όπου οι Βενετοί συγκέντρωσαν την αμυντική προσοχή τους.

 

Μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71), εγκαταστάθηκαν και Τούρκοι στα Πάνω Λεύκαρα, που όμως δεν μπόρεσαν να εκτοπίσουν εντελώς το ελληνικό στοιχείο που, αντίθετα, επεκράτησε. Οι Τούρκοι αποτελούσαν πάντοτε τη μειοψηφία στα Πάνω Λεύκαρα και τελικά εξαναγκάστηκαν από τη δική τους εξτρεμιστική ηγεσία να εγκαταλείψουν το χωριό (μετά την έναρξη των διακοινοτικών ταραχών το τέλος του 1963), ενισχύοντας τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Κοφίνου.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας τα Λεύκαρα συνέχισαν την παράδοση της κατασκευής των κεντημάτων τους, την διατήρησαν δε και την εμπορεύονται μέχρι σήμερα.

 

Ο Γερμανός αρχαιολόγος δρ. Λούτβιγκ Ρος που περιόδευσε την Κύπρο το 1845, γράφει ότι μεγάλο χωριό ήταν τότε τα Κάτω Λεύκαρα που είχαν ικανοποιητικά εισοδήματα από την εμπορία λαδιού και κρασιού, αν και προσθέτει ότι «στο εμπόριο λαδιού υπάρχει δόλος διότι το αναμειγνύουν με νερό μολόχας». Ο ίδιος επισκέπτης γράφει ότι στα νότια του χωριού, στην τοποθεσία Αργυρίνα ανάμεσα σε αμπελώνες υπήρχαν αρχαίοι τάφοι. Προσθέτει ακόμη ότι αρχαίοι τάφοι υπήρχαν και στα Πάνω Λεύκαρα και κοντά στο χωριό, όπου και τα εξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας. Ο δρ. Ρος μνημονεύει και την εκκλησία του Αγίου Τιμοθέου στα Κάτω Λεύκαρα, γράφοντας ότι ήταν τότε ερειπωμένη, υπήρχε δε και μια σπασμένη σαρκοφάγος, που εθεωρείτο ως ο τάφος του αγίου.

 

Σύμφωνα με τον Ιερώνυμο Περιστιάνη, πριν από την αγγλική κατοχή λειτουργούσε στα Πάνω Λεύκαρα, σε κτίριο της εκκλησίας, αλληλοδιδακτικό σχολείο που ιδρύθηκε το 1867. Προηγουμένως, από το 1860 ως το 1867, δίδασκε τα κοινά γράμματα στο σπίτι του ο γέρος Χατζηβαρνάβας, τον οποίο πλήρωνε κάθε μαθητής ό,τι προαιρείτο, ιδίως σε ψωμί, τρόφιμα κι άλλα δώρα.

 

Ο Λοΐζος Φιλίππου δίνει, σύμφωνα προς τη δική του έρευνα, τις ακόλουθες πληροφορίες: Ο Χατζηβαρνάβας από τη Λευκωσία, άρχισε να διδάσκει στο πρώτο σχολείο που ιδρύθηκε το 1853 και στεγαζόταν σε καλύβη κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Δίδαξε για 15 περίπου χρόνια, μέχρι τον θάνατό του, οπότε έγινε δάσκαλος του χωριού ο Σολωμός Μαυρομμάτης από τη Σαλαμιού της Πάφου. Αυτός οργάνωσε καλύτερα το σχολείο, που στεγάστηκε σε δωμάτιο της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού. Ταυτόχρονα δίδαξαν και μερικοί από τους ιερείς του χωριού στα κελιά τους, τα οποία χρησιμοποιούσαν και ως κηροποιεία. Αναφέρονται συγκεκριμένα ο παπά Αντώνης και ο ιερομόναχος Μελέτιος που δίδασκαν παιδαγωγίαν (έναντι 30 γροσιών), οκτώηχον (έναντι 60 γροσιών), ψαλτήρι (στοίχιζε 80 γρόσια) και ανθολογίαν (προς 100 γρόσια). Μετά και την ανθολογίαν, οι μαθητές θεωρούνταν «τελειόφοιτοι» και απελύοντο! Μετά τον Μαυρομμάτη δίδαξε ο Νικόλας Ιερωνυμίδης από τα Λεύκαρα, τον οποίο διαδέχθηκε ο Λεμεσιανός Λεωνίδας Σκυριανίδης, μέχρι το 1876. Δίδαξε κατόπιν για λίγο ο Δημήτριος Σκουριάς από την Κάσο και ακολούθησε ο Πορφύριος Πορφυρόπουλος, του οποίου η σύζυγος Ευφροσύνη Πορφυροπούλου ίδρυσε στα Λεύκαρα το πρώτο παρθεναγωγείο το 1879. Στον Πορφυρόπουλο αναφέρεται ασφαλώς (αν και δεν τον κατονομάζει) ο πρώτος Άγγλος επιθεωρητής Ιωσίας Σπένσερ στην έκθεσή του μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου:

 

...Είναι άνθρωπος ανώτερης μόρφωσης κι αξίζει καλύτερης μεταχείρισης από την αποσκίρτηση των μαθητών του προς τον νέο άνθρωπο. Υπήρχε μεγάλο αίσθημα απογοήτευσης από μέρους της καλύτερης τάξης των κατοίκων, επειδή έγινε επέμβαση στο σχολείο για το οποίο αυτοί έδειχναν τόσο ενδιαφέρον... Πολλά παιδιά στερήθηκαν την τακτική σειρά διδασκαλίας στις τάξεις τους, επειδή δεν είχαν βιβλία ανάγνωσης, ούτε τετράδια κι άλλα υλικά για γραφή. Αυτό αποτελεί μεγάλο εμπόδιο στην τάξη και πειθαρχία πολλών σχολείων... Ο δάσκαλος εδώ διδάσκει όλα τα παιδιά προσωπικά και ερμηνεύει τα μαθήματα πολύ καλύτερα παρά όσο κάνουν γενικά οι δάσκαλοι. Είναι πολύ ευυπόληπτος άνθρωπος, με σύζυγο η οποία διδάσκει 25 κορίτσια στο σπίτι της... Ο Σπένσερ εννοεί, με την αναφορά του σε αποσκίρτηση μαθητών, ότι είχε ιδρυθεί τότε και άλλο σχολείο από αντιπολιτευτική διάθεση, που ζημίωσε το κοινοτικό, του Πορφυρόπουλου, του οποίου ο μισθός ήταν 6.000 γρόσια, ενώ, πάντοτε κατά τον Σπένσερ, η σύζυγός του προσθέτει κάτι στις προσόδους του από τις πληρωμές των μαθητριών της, και οι δύο δε απολαμβάνουν μεγάλης εκτιμήσεως...

 

Το ωραίο, σε νεοκλασσικό ρυθμό, κοινοτικό σχολείο των Λευκάρων κτίστηκε κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, οπότε ιδρύθηκε (1945) η Ανωτέρα Σχολή Λευκάρων, σήμερα Γυμνάσιο Λευκάρων. Το ωραίο κτίριο είχε ανεγερθεί το 1930, σε πρώτη φάση ως παρθεναγωγείο, από δωρεά της Ενώσεως Λευκαριτών Αμερικής (ιδρύθηκε το 1924). Αργότερα επεκτάθηκε. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου, με την εκκένωση των πόλεων, μεταφέρθηκε στα Λεύκαρα από τη Λάρνακα η Αμερικανική Ακαδημία (1941-1943). Μεταξύ 1943 και 1945 λειτούργησε στα Λεύκαρα και η ιδιωτική Σχολή του Μενέλαου Παροίκου.

 

Στα Λεύκαρα λειτούργησε αστυνομικός σταθμός από το 1905, ενώ επίσης από τις αρχές του αιώνα λειτούργησαν το νοσοκομείο Λευκάρων και κτηνιατρικές υπηρεσίες. Επίσης λειτούργησε κωμοδικείο κατά την εποχή του μεσοπολέμου. Κωμοδικείο και άλλες υπηρεσίες λειτούργησαν και πιο πριν, σύμφωνα και προς τον Αθ. Σακελλάριο (Τά Κυπριακά, Α', 1890, σ. 51):

 

... Ἡ κώμη Λεύκαρα ...διηρημένη εἰς Ἄνω καί Κάτω Λεύκαρα... ἀποτελεῖ μίαν τῶν μεγαλειτέρων κωμῶν τῆς νήσου, ἔχουσα νῦν δημαρχεῖον, κωμοδικεῖον, δημοτικά ἑλληνικά σχολεῖα ἀρρένων καί θηλέων καί 1.700 κατοίκους...

 

Ηλεκτρικό ρεύμα απέκτησαν τα Λεύκαρα από τις αρχές του 1934.

 

Τα Λεύκαρα μνημονεύονται από διάφορους ξένους περιηγητές παλαιοτέρων εποχών. Μεταξύ αυτών, ο αββάς Τζιοβάννι Μαρίτι (1763) γράφει ότι τα Λεύκαρα είναι ωραίο χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου και κάνει αναφορά στο λάδανον που μαζευόταν άφθονο στην περιοχή (για το λάδανον βλέπε λήμμα λάανος). Τον τρόπο περισυλλογής του στην περιοχή Λευκάρων αναφέρουν ο Van Bruyn (1683) και άλλοι. Ο Λούτβιγκ Ρος (1845) δίνει την πληροφορία ότι οι Λευκαρίτες εξαιρούνταν, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, από την καταβολή κεφαλικού φόρου (χαράτσι). Ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ (1734), δίνει την πληροφορία ότι τότε στο χωριό δεν κατοικούσαν Μουσουλμάνοι αλλά μόνο Χριστιανοί.

 

Ιδίως για τις αρχαιότητες στην περιοχή των Λευκάρων, έχουμε από το 1845 τη μαρτυρία ενός ειδικού, του αρχαιολόγου δρος Λούτβιγκ Ρος* (Ludwig Ross) ο οποίος είχε τότε περιοδεύσει στην Κύπρο. Οι αναφορές του για τις αρχαιότητες των Λευκάρων, που ήταν ευδιάκριτες τότε, επιβεβαιώθηκαν από τη σύγχρονη έρευνα. Ο δρ. Ρος αναφέρει ότι γύρω από την (ερειπωμένη τότε) εκκλησία του Αγίου Τιμοθέου* μεταξύ Πάνω και Κάτω Λευκάρων υπήρχαν τάφοι της Ρωμαϊκής εποχής «κατασκευασμένοι από πρόχειρες πέτρινες πλάκες, στους οποίους ανευρίσκονται λύχνοι...» και άλλα αντικείμενα. Ο επισκέπτης ομιλεί και για μία σπασμένη σαρκοφάγο που επιδεικνυόταν ως ο τάφος του αγίου Τιμοθέου. Ο δρ. Ρος γράφει επίσης ότι αρχαίοι τάφοι υπήρχαν και κοντά στο εξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας στα Πάνω Λεύκαρα. Εκεί οι τάφοι ήταν μεγαλύτεροι θαλαμοειδείς. Ακόμη, σημειώνει και ύπαρξη τάφων στα νότια του χωριού, στην τοποθεσία «Αργυρίνα», τάφοι «με αιγυπτιακά-φοινικικά βάθρα», στους οποίους βρέθηκαν και αιγυπτιακοί σκαραβαίοι. Παρόμοιες πληροφορίες δίνει και ο Αθανάσιος Σακελλάριος (1890).

 

Συνεπώς ο δρ. Ρος επισημαίνει από το 1845 την ύπαρξη τριών αρχαίων νεκροταφείων στην ευρύτερη περιοχή των Πάνω και Κάτω Λευκάρων. Και ακριβώς η ύπαρξη όχι ενός αλλά τριών αρχαίων νεκροταφείων, σημαίνει ότι κατά την Αρχαιότητα η όλη περιοχή κατοικείτο από σημαντικό πληθυσμό. Θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι στην περιοχή είχαν ακμάσει περισσότεροι του ενός αρχαίοι οικισμοί.

 

 

Παράλληλα με την πλούσια ιστορική παράδοση, τα Λεύκαρα ανέπτυξαν και προσφέρουν στον επισκέπτη μια ιδιάζουσα και μοναδική τεχνοτροπία μεγαλόπρεπης λαϊκής αρχιτεκτονικής, πρωτοπορούν στην αργυροχοΐα και χρυσοχοΐα και κατέχουν τα σκήπτρα στην τέχνη του κεντήματος.

 

Το σημερινό οικιστικό σύμπλεγμα των Πάνω Λευκάρων χαρακτηρίζεται από μια συνεχή και αδιάσπαστη πυκνή δόμηση όπου κυριαρχεί η τελειότητα και η μεγαλοπρέπεια. Το βασικό οικοδομικό υλικό των επιβλητικών λευκαρίτικων σπιτιών είναι ο υπόλευκος σκληρός ασβεστόλιθος και πυριτόλιθος, επεξεργασμένος και κτισμένος με περίσσια χάρη και μεγάλη δεξιοτεχνία. Με το ίδιο υλικό κατασκευάστηκαν τα στενά πλακόστρωτα δρομάκια του χωριού, που αρχίζουν από την «πηγή» και οδηγούν σε αδιέξοδα ή καταλήγουν στην κεντρική πλατεία, η περίτεχνη εκκλησία του Τιμίου Σταυρού του 14ου αιώνα και τα γραφικά εκκλησάκια των φράγκικων και τούρκικων χρόνων. Επτά από τα παλαιά αυτά εκκλησάκια, ο Άγιος Μάμας, ο Άγιος Ξορινός, ο Άγιος Γεώργιος ο Κοντός, ο Άγιος Δημήτριος, ο Άγιος Ανδρόνικος, οι Άγιοι Ανάργυροι και η Αγία Αναστασία, σώζονται μέχρι σήμερα. Μεταξύ δε των Πάνω και Κάτω Λευκάρων υπάρχει και το εκκλησάκι του Αγίου Τιμοθέου. Εξάλλου στα Κάτω Λεύκαρα, εκτός από την προαναφερθείσα εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, υπάρχει και εκείνη της Παναγίας Ελεούσας.

 

Η όλη δομή της κοινότητας των Πάνω Λευκάρων αντικατοπτρίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα και τις συνήθειες των κατοίκων της. Η ασύγκριτη αρμολόγηση των λιθόκτιστων τοίχων, η επιμελημένη οξυκόρυφη εσωτερικά και στρογγυλή εξωτερικά καμάρα, οι θύρες και τα υπέρθυρα, η μεγάλη διπλή εξώθυρα, τα ξύλινα παραθυράκια με κάγκελα και γυαλί, η εσωτερική αυλή με τον φούρνο, το φουρνάκι, τη γάστρα για το πλύσιμο, το πιθάρι για τα κάρβουνα, τον χώρο για τα ξύλα, τον σταμνοστάτη σε κτιστό πεζούλι με ημικυκλική καμάρα, και τον κήπο με τον βασιλικό, τη ροδιά, τις μπεκόνιες και τη μεσπιλιά, κι ύστερα το παλάτι ή δίχωρο με τη θολωτή καμάρα, το μακρυνάρι στα ανώγια και κατώγια, οι αποθήκες με τα πιθάρια του κρασιού και τα ξύλινα μπαλκόνια, προσδίδουν στα λευκαρίτικα σπίτια ένα συγκεντρωτικό σύνολο εντυπωσιακών στοιχείων λαϊκής αρχιτεκτονικής, που αποτελεί μοναδικό φαινόμενο σ' ολόκληρη την Κύπρο.

 

Η χρυσοχοΐα και αργυροχοΐα, που αποτελούν ένα από τα κύρια βιοτεχνικά επαγγέλματα στο χωριό, εμφανίστηκαν ως τέχνη στα Λεύκαρα στα μέσα του 19ου αιώνα. Τα χειροποίητα χρυσά και ασημένια αντικείμενα των Λευκάρων, που χαρακτηρίζονται από αρμονική συμμετρία, κομψότητα και λεπτότητα στην τεχνική τους, είναι περιζήτητα τόσο από τους Κυπρίους όσο και από τους ξένους επισκέπτες. Τα σκουλαρίκια, τα βραχιόλια, τα δακτυλίδια, τα γυναικεία πορτοφόλια - «αμπούστες», οι «σκαλέττες» για το λαιμό - περιδέραια, οι αλυσίδες - «μιρμίτσ’ια», οι «σκλίγκοι», τα «φυνιατωτά» και τα «πλουμιστά καπνιστομέρρεχα», άριστα κομψοτεχνήματα, αποτελούν τα αντιπροσωπευτικά δείγματα της λευκαρίτικης χρυσοχοΐας και αργυροχοΐας.

 

Τα λευκαρίτικα κεντήματα, μοναδικά και αναντικατάστατα στο είδος τους, θεωρούνται βενετικής προελεύσεως. Η Αγγελική Πιερίδου, αρχαιολόγος και λάτρης της κυπριακής λαϊκής τέχνης, που ερεύνησε εξονυχιστικά το θέμα της τεχνικής του λευκαρίτικου κεντήματος αναφέρει ότι: Τα λευκαρίτικα διατηρούν ορισμένα στοιχεία των παλιών κυπριακών κεντημάτων όπως το «ξιφτιστό» κέντημα, αλλά οι «ταγιάδες» (κοφτά) και τα γεωμετρικά σχέδια με την ανεβαστή βελονιά, που είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους, δεν υπάρχουν σε άλλο κυπριακό λαϊκό κέντημα. Τα λευκαρίτικα κεντήματα έχουν μεγάλη ομοιότητα με παλιά ιταλικά κεντήματα. Οι «ταγιάδες» (κοφτά) και τα γεμωτά (ανεβαστά) σχέδια, αυτά που λείπουν από άλλα κυπριακά κεντήματα, είναι κοινά και στά ιταλικά και στά λευκαρίτικα κεντήματα. Την άποψη της Α. Πιερίδου υποστηρίζει και η Όλγα Πολεμίτου, που πιστεύει πως τα ιταλικά κεντήματα του Μεσαίωνα μοιάζουν καταπληκτικά με τά λευκαρίτικα του περασμένου αιώνα.

 

Το σημερινό λευκαρίτικο κέντημα εξελίχθηκε σε μεγάλο βαθμό, και στα στερεότυπα παλαιά διακοσμητικά γεωμετρικά μοτίβα προστέθηκαν άλλα καινούργια στοιχεία. Έτσι μια τεράστια ποικιλία κεντημάτων με τα χαρακτηριστικά ονόματα «αθάσι», «μαργαρίτα», «μακουκούδι», «μη με λησμόνει», «ταγιάδα», «ποταμός», «αρβαλωτός», «κλωνωτός», «αμματωτός», «αραχνωτός», «απλός», «διπλός», «καρούλι», «μηλούδι» και άλλα, κατακλύζουν την ντόπια και τη ξένη αγορά και αποτελούν την κύρια πηγή εισοδήματος στη δεξιοτέχνιδα Λευκαρίτισσα «κεντήτρια» και στον Λευκαρίτη έμπορο κεντημάτων, τον «κεντητάρη».

 

Το ύφασμα των λευκαρίτικων κεντημάτων αρχικά ήταν βαμβακερό ραμμένο με χειροποίητο νήμα ή μεταξωτό και «κάμπρινο». Αργότερα χρησιμοποιήθηκε το χωριάτικο λινό της Ζώδιας και σήμερα το λινό του εξωτερικού, κυρίως της Γαλλίας και της Ιρλανδίας.

 

Την προστασία, την αξιοποίηση και την προβολή της λαϊκής αρχιτεκτονικής και γενικά της λαϊκής τέχνης των Λευκάρων ανέλαβε επίσημα ο Κλάδος του Νεότερου Πολιτισμού του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Ήδη η παλαιά γειτονιά του χωριού έχει κηρυχθεί διατηρητέα ζώνη, το υπόλοιπο μέρος των Πάνω Λευκάρων ελεγχόμενη περιοχή και το 1988 εγκαινιάστηκε το τοπικό Μουσείο Παραδοσιακού Κεντήματος, Χρυσοχοΐας και Αργυροχοΐας των Λευκάρων στην Οικία Λαϊκής Τέχνης Πάτσαλου.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image