Λευκόνοικον

Image

Μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, που αναφέρεται και ως κωμόπολη, περί τα 29 χμ. βορειοδυτικά της πόλης της Αμμοχώστου. Βρίσκεται στην κατεχόμενη από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής περιοχή της Κύπρου. Είναι ο τρίτος μεγαλύτερος σε διοικητική έκταση οικισμός της επαρχίας του μετά το Ριζοκάρπασον και την Ακανθού. Η διοικητική του έκταση είναι 5.348 εκτάρια περίπου.

 

Το Λευκόνοικον είναι κτισμένο στον κάμπο της Μεσαορίας, σε μέσο υψόμετρο 65 μέτρων. Το ανάγλυφο έχει μια κλίση προς τα νότια. Στα βόρεια το υψόμετρο ανεβαίνει σταθερά μέχρι τις νότιες υπώρειες του Πενταδάκτυλου όπου φθάνει τα 200 μέτρα. Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από τα ρυάκια Κρυός, Γεροκόλυμπος και Χάραγγας που πηγάζουν βορειότερα από τον Πενταδάκτυλο.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου, ο φλύσχης της Κυθρέας, οι προσχώσεις των αναβαθμίδων, το σύναγμα (άμμοι και χαλίκια) και οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες και άμμοι). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή εδάφη, ξερορεντζίνες και κοκκινοχώματα (τέρρα ρόζα).

 

Το Λευκόνοικον δέχεται μια πολύ χαμηλή μέση ετήσια βροχόπτωση που κυμαίνεται γύρω στα 310 χιλιοστόμετρα (μέσος όρος περιόδου 1951-1980). Στην περιοχή του καλλιεργούνταν, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, τα εσπεριδοειδή, τα φυλλοβόλα οπωροφόρα δέντρα (ροδακινιές, χρυσομηλιές, μηλιές και αμυγδαλιές) και λίγα λαχανικά.

 

Πολύ ανεπτυγμένη, πριν από την εισβολή, ήταν και η κτηνοτροφία του χωριού, όπως συνέβαινε με αρκετά άλλα χωριά της Μεσαορίας. Το 1973 υπήρχαν 486 κτηνοτρόφοι από τους οποίους εκτρέφονταν 2.883 πρόβατα, 1.130 κατσίκες, 102 βόδια, 88 αγελάδες και 13.747 πουλερικά.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 1.448 
1891 1.618 
1901 1.831 
1911 2.036 
1921 2.325 
1931 2.435 
1946 2.596 
1960 2.358 
1973 2.116 

 

Το Λευκόνοικον γνώρισε σταθερή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1946. Σ' αυτό συνέβαλε η αξιόλογη γεωργική και κτηνοτροφική του ανάπτυξη, η σχετικά μικρή του απόσταση από την πόλη της Αμμοχώστου, και το ευχερές συγκοινωνιακό του δίκτυο. Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή πληθυσμού του 1881, το Λευκόνοικον ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας του μετά τα Κάτω Βαρώσια και το Ριζοκάρπασον.

 

Η οδική σύνδεση του Λευκονοίκου με τη γύρω περιοχή είναι πολύ καλή. Στα βόρεια συνδέεται με το χωριό Πλατάνι (περί τα 9 χμ.), στα βορειοανατολικά με το χωριό Μάνδρες (περί τα 12 χμ.), στα βορειοδυτικά με το χωριό Γούφες (περί τα 5 χμ.), στα ανατολικά με το χωριό Γύψου (περί τα 5 χμ.), στα δυτικά με το χωριό Ψυλλάτος (περί τα 4 χμ.), στα νότια με το χωριό Πυργά (περί τα 9 χμ.), στα νοτιοανατολικά με τα χωριά Μηλιά (περί τα 5 χμ.) και Πηγή (περί τα 4,5 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Γέναγρα (περί τα 6 χμ.).

 

Το Λευκόνοικον χωρίζεται σε δυο ενορίες, την πάνω ενορία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και την κάτω ενορία του Σωτήρος. Τα σπίτια του είναι κάτασπρα και πολλά από αυτά κτισμένα από πλιθάρι.

 

Το Γυμνάσιο της κωμόπολης είναι κτισμένο στον λόφο του Προφήτη Ηλία. Ιδρύθηκε το 1938 με την επωνυμία «Εμπορικό Κολλέγιο Λευκονοίκου» και για δυο χρόνια λειτούργησε σαν ιδιωτική σχολή. Μετά έγινε κοινοτική και ονομάστηκε «Καμίντζειος Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου», προς τιμήν του μεγάλου ευεργέτη της Γεωργίου Καμιντζή.

 

Την κοινωνική ζωή της κωμόπολης συμπλήρωναν οι δραστηριότητες των τριών σωματείων της. Το πιο παλαιό από αυτά ήταν η «Ελευθερία». Αργότερα ιδρύθηκε η ΑΤΕ-ΠΕΚ, της οποίας η νεολαία ίδρυσε την «Ανόρθωση Λευκονοίκου». Το 1971 ιδρύθηκε η «Ένωση Νέων Λευκονοίκου»   που  διατηρούσε  ποδοσφαιρική ομάδα μέχρι το 1974.

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι κάτοικοι του Λευκονοίκου σκορπίστηκαν σ' όλη την ελεύθερη Κύπρο. Με το πέρασμα του χρόνου κατάφεραν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, και το 1981 ίδρυσαν στη Λεμεσό προσφυγικό σωματείο με την επωνυμία «Ένωση Λευκονοικιατών». Το 1985 το σωματείο μετονομάστηκε σε Προσφυγικό Σωματείο «Το Λευκόνοικο».

 

Κυριότεροι σκοποί του είναι η ενίσχυση του αγώνα που διεξάγει ο κυπριακός λαός για ελευθερία, η διατήρηση της μνήμης του χωριού μεταξύ των Λευκονοικιατών, η προαγωγή εθνικών, πολιτιστικών και άλλων σκοπών, και η παροχή βοήθειας σε πρόσφυγες Λευκονοικιάτες που έχουν ανάγκη. Για την υλοποίηση των στόχων αυτών δημιουργήθηκαν παραρτήματα του σωματείου σ' όλες τις ελεύθερες επαρχίες της Κύπρου.

 

Το Λευκόνοικον φημίζεται για την υφαντική του τέχνη. Καθισμένες στον αργαλειό ή τη βούφα οι Λευκονοικιάτισσες έφτιαχναν τα περίφημα λευκονοιτζ'ιάτικα υφαντά, που διακρίνονται για τους έξοχους συνδυασμούς των χρωμάτων τους, τον πλούτο των σχεδίων τους και την απαράμιλλη τέχνη της κατασκευής τους. Κατασκευάζονταν κουρτίνες, κλινοσκεπάσματα, τραπεζομάντηλα, σιεμέδες και πετσετάκια που έδιναν στο λευκονοιτζ'ιάτικο σπίτι χάρη και ομορφιά.

 

Το χωριό συμπεριλαμβάνεται στους δήμους της επαρχίας Αμμοχώστου. Το δημαρχείο του ιδρύθηκε το 1939 και το πρώτο δημοτικό συμβούλιο διορίστηκε από τον τότε κυβερνήτη της Κύπρου Πάλμερ.

 

Η κωμόπολη του Λευκονοίκου είναι η γενέτειρα του εθνικού μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη και του επισκόπου Κιτίου Κυπριανού. Έξω από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ υπήρχε ο ανδριάντας του Βασίλη Μιχαηλίδη και πίσω από αυτή ήταν το πατρικό σπίτι του ποιητή.

 

Το χωριό υφίστατο με την ίδια ονομασία κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας οπότε, κατά τον ντε Μας Λατρί, αποτελούσε βασιλικό φέουδο. Το αναφέρει, εξάλλου, ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς ως τόπο λατρείας του αγίου Ευφημιανού, ενός από τους 300 «Αλαμάνους» αγίους που ήλθαν από την Παλαιστίνη στην Κύπρο και ασκήτευσαν σε διάφορα μέρη του νησιού:

 

...Εἰς τό Λευκόνικον ὁ  ἅγιος Ἐφημιανός... (Μαχαιράς, Χρονικόν, παρ. 32). Αν και στο χειρόγραφο της Οξφόρδης του Χρονικού, αναφέρεται ο Λευκομιάτης κοντά στη Λευκωσία, αντί του Λευκονοίκου.

 

Αλλού ο Μαχαιράς αναφέρει (παρ. 665), ότι ο βασιλιάς Ιανός είχε διατάξει να μεταφέρουν και να εντοπίσουν στο Λευκόνοικον τον γιό του σεΐχη της Δαμασκού που είχε έλθει να τον συναντήσει το 1425 με αίτημα να σταματήσει η παροχή ασύλου στους πειρατές από τους Κυπρίους:

 

...Καί ὥρισεν νά μέν τον φέρουν ὀμπρός του, ἀμμέ νά τόν πάρουν ἀπό τήν  Ἀμόχουστον εἰς τό Λευκόνικον...

 

Και βεβαίως ο Μαχαιράς αναφέρει επίσης το Λευκόνοικον ως έδρα των επαναστατών Κυπρίων το 1426, υπό τον ρήγα Αλέξη (παρ. 696):

 

...Ἔβαλαν οἱ χωργιάτες καπετάνον εἰς τήν Λεύκαν, ἄλλον καπετάνον εἰς τήν Λεμεσόν, ἄλλον εἰς τήν Ὀρεινήν, καί εἰς τήν Περιστερόναν ἄλλον, καί εἰς τοῦ Μόρφου καπετάνον, καί εἰς τό Λευκόνικον ρήγαν Ἀλέξην, καί ὅλοι οἱ   χωργιάτες ἐδόθησαν εἰς τήν 'πόταξίν του...

 

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο αρχηγός των Κυπρίων δουλοπάροικων επαναστατών Αλέξης, είχε επιλέξει ως έδρα του κινήματός του το Λευκόνοικον. Ο ίδιος ο Αλέξης ήταν δουλοπάροικος στην υπηρεσία του βασιλιά Ιανού (1398-1432), στον οποίο ανήκε και το Λευκόνοικον. Πιθανώς δε ο οικισμός, ως βασιλικό φέουδο, παρείχε και κάποιες δυνατότητες άμυνας, διαθέτοντας ίσως κάποιες οχυρώσεις.

 

Ο Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) αναφέρει επανειλημμένα το Λευκόνοικον ως φέουδο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, γράφοντάς το ακριβώς ως Levconico. Μνημονεύει το χωριό ως χώρο άσκησης του αγίου Ευφημιανού αλλά και ως φέουδο στο οποίο, τον Φεβρουάριο του 1310, κατέλυσε το απόσπασμα που μετέφερε τον αιχμάλωτο βασιλιά Ερρίκο Β΄ καθ’ οδόν από τη Λευκωσία στα Γαστριά, απ’ όπου εξορίστηκε στο βασίλειο της Αρμενίας (νότια Μικρά Ασία). Ο βασιλιάς είχε εκθρονιστεί από τον αδελφό του Αμωρύ. Φαίνεται λοιπόν ότι στο Λευκόνοικον, ως βασιλικό φέουδο που ήταν, υπήρχαν και οι κατάλληλες για ευγενείς εγκαταστάσεις. Γι’ αυτό εξάλλου είχε κρατηθεί εκεί, ως φιλοξενούμενος περισσότερο, και ο γιος του σεΐχη της Δαμασκού, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω και όπως επίσης αναφέρει και ο Φλώριος. Επίσης, η επιλογή του χωριού αυτού ως αρχηγείου των επαναστατών υπό τον «ρήγα» Αλέξη, μάλλον σήμαινε ότι οι εκεί βασιλικές εγκαταστάσεις διέθεταν και κάποιες οχυρώσεις.

 

Επί ημερών του βασιλιά Ιακώβου Β΄ (1460 -1473), όταν αυτός προέβη σε αναδιανομή των φέουδων αλλά και σε δωρεές προς τους υποστηρικτές του, ο Φλώριος αναφέρει ότι σε έναν εξ αυτών, τον Ρίτσο ντι Μαρίνο, που έγινε διοικητής της Αμμοχώστου, δόθηκαν 4 χωριά καθώς και εκτάσεις γης «στην περιοχή του Λευκονοίκου», όπως και πάλι πληροφορεί ο Φλώριος Βουστρώνιος, όχι όμως αυτό τούτο το Λευκόνοικον που συνέχισε να αποτελούσε βασιλική ιδιοκτησία.

 

Ο Amadi αναφέρει επίσης το Λευκόνοικον, γράφοντας ότι σ' αυτό στάθμευσε το 1309 ο βασιλιάς της Κύπρου Ερρίκος Β', καθοδόν προς την εξορία του στην Αρμενία της Μικράς Ασίας, μετά την ανατροπή του από τον αδελφό του Αμωρύ, πρίγκιπα της Τύρου.

 

Ωστόσο η ονομασία του χωριού, καθαρά ελληνική, υποδηλώνει την ύπαρξή του ήδη πριν από την περίοδο της Φραγκοκρατίας, από τα Βυζαντινά χρόνια. Η ονομασία Λευκόνοικον είναι σύνθετη από τις λέξεις Λευκός Οίκος.

 

Ο Σίμος Μενάρδος (με τον οποίο συμφωνεί και ο Ν. Κληρίδης), θεωρεί ότι η ονομασία του χωριού προέκυψε ἐκ τῆς αἰτιατικῆς «εἰς τόν λευκόν οἶκον», ἐξ' οἴκου προϋπάρξαντος τοῦ συνοικισμοῦ... ἀλλά τήν ἡλικίαν [του συνοικισμού] μαρτυρεῖ σαφέστερον ἡ χρῆσις τῶν λέξεων «λευκός» καί «οἶκος», αἱ  ὁποῖαι κατόπιν ἀντικατεστάθησαν ἐν τῇ κοινῇ γλώσσῃ διά τῶν λατινικών, τοῦ «ἄσπρον» καί «ὁσπίτιον» [=σπίτι].

 

Δεν είναι βέβαια γνωστό ποιο ακριβώς ήταν εκείνο το άσπρο σπίτι που πρώτο είχε κτιστεί στην περιοχή στην οποία κι έδωσε την ονομασία Λευκός Οίκος - Λευκόνοικον, ούτε και σε ποια εποχή είχε κτιστεί, οπωσδήποτε όμως ο συνοικισμός είχε δημιουργηθεί κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Στην περιοχή του όμως κατοικούσαν άνθρωποι από την Αρχαιότητα, όπως προκύπτει από αρχαία κατάλοιπα που βρέθηκαν. Εάν μάλιστα αποδεχθούμε ως απόλυτα ορθή την απόδοση μισοκατεστραμμένης αλφαβητικής επιγραφής που βρέθηκε στο Καφίζιν*, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το Λευκόνοικον υφίστατο και κατά την Αρχαιότητα ως αγρόκτημα (;) που έφερε από τότε την ονομασία Λευκός Οίκος.

 

Η επιγραφή αυτή, από πέντε στίχους εκ των οποίων οι δυο τελευταίοι δεν σώζονται, έχει αποκατασταθεί ως εξής:

 

Ἀγαθῇι τύχηι ۬ Νύμφηι  Ἀδελφῆί [Ὀνησ]αγ[ό]ρας Φιλουνίου κου[ρεύς] [ὁ] ἐκατηφόροςμή τε καί [ἄλλα πολλ]ῷ τό [πρ]οξίνιον ἀπό [Λευ]κοῦ O[κου]...

 

Σε μετάφραση:

 

Για την καλή τύχη ۬  Στην Αδελφή Νύμφη ο Ονασαγόρας Φιλουνίου ο κουρέας (;) ο δεκατηφόρος εμένα και άλλα πολλά [αντικείμενα αφιέρωσε] το αγγείο για τους επίσημους επισκέπτες, από τον Λευκό Οίκο...

 

Αυτός ο Ονασαγόρας Φιλουνίου (ή και Φιλωνίου) αναφέρεται και σε άλλες επιγραφές από το Καφίζιν, ως δωρητής διαφόρων αντικειμένων (αγγείων), αναγράφεται δε και ως ιερέας αντί κουρέας. Ποια ήταν η σχέση του με τον Λευκόν Οίκον της επιγραφής, δεν γνωρίζουμε ακριβώς. Πιθανώς όμως, ως ιερέας, να υπηρετούσε στο ιερό του Απόλλωνος που αναφέρεται ότι υφίστατο στο Λευκόνοικον (μήπως ακόμη θα μπορούσαμε να κάνουμε την τολμηρή υπόθεση ότι ο Λευκός Οίκος ήταν αυτό τούτο το τέμενος του Απόλλωνος, του θεού του φωτός;).

 

Σε συλλαβική επιγραφή που είχε βρεθεί στο Λευκόνοικον, γραμμένη σε πινακίδα από άργιλλο και σπασμένη σε κομμάτια που δεν βρέθηκαν όλα, διαβάζεται στον τρίτο της στίχο το επίθετο (σε δοτική πτώση) Δαυχναφορί, από το Δαυχναφόριος, δηλαδή Δαφνηφόρος, στεφανωμένος με δάφνη, που ήταν επίθετο του θεού Απόλλωνος! Σύμφωνα δε προς τον Ohnefalsch - Richter, η επιγραφή είχε βρεθεί στο τέμενος του Απόλλωνος στο Λευκόνοικον.

 

Ο Max Ohnefalsch - Richter, που είχε κάμει ανασκαφές σε διάφορα μέρη της Κύπρου κατά τη δεκαετία του 1880, είχε ανακαλύψει διάφορα ιερά του Απόλλωνος, σε διάφορα μέρη, από τα οποία όμως ελάχιστα ή καθόλου ίχνη σώζονται σήμερα. Έτσι δεν μπορούμε να έχουμε νεότερες πληροφορίες και να προβούμε σε επανεκτιμήσεις των ανακαλύψεών του. Πάντως το ιερό του Απόλλωνος που υφίστατο στο Λευκόνοικον, θα πρέπει να ήταν μικρό αγροτικό ιερό χωρίς μεγάλη φήμη. Ανασκαφές διενήργησε το 1913 και αργότερα, στο ιερό αυτό ο John Myres, οπότε ανακάλυψε, μεταξύ άλλων, διάφορα αγάλματα που βρίσκονται σήμερα στο Κυπριακό Μουσείο. Μεταξύ των αγαλμάτων από το Λευκόνοικον ξεχωρίζουν τα γλυπτά σε πέτρα που χρονολογούνται στον 7ο-6ο π.Χ. αιώνα και θεωρούνται καθαρά κυπριακού τύπου με το χαρακτηριστικό κωνικό κάλυμμα της κεφαλής, παρόμοια των οποίων βρέθηκαν και στο Άρσος της Μεσαορίας. Άλλα αγάλματα προερχόμενα από το ιερό του Λευκονοίκου, είναι ασβεστολιθικά και χρονολογούνται στα Ελληνιστικά χρόνια. Βρέθηκαν επίσης χάλκινα αγάλματα που χρονολογούνται στον 6ο π.Χ. αιώνα, καθώς και αγάλματα που εικονίζουν παιδιά. Ένα μεγάλο άγαλμα των Ρωμαϊκών χρόνων βρισκόταν τοποθετημένο έξω από το οίκημα συλλόγου του Λευκονοίκου και το μνημονεύει ο R. Gunnis που δίνει την πληροφορία ότι είχε μεταφερθεί και τοποθετηθεί εκεί από τον αρχαιολογικό χώρο όπου και το ιερό, περί το 1 1/2 μίλι νότια του χωριού. Στην ίδια τοποθεσία, μεταξύ Λευκονοίκου και Περιστερωνοπηγής, γνωστή με την ονομασία Αγία Κινούσα, υφίστατο αρχαίος συνοικισμός για τον οποίο όμως δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες. Επειδή δε η περιοχή βρίσκεται από το 1974 κάτω από τουρκική στρατιωτική κατοχή, περαιτέρω έρευνες είναι, επί του παρόντος, αδύνατες. Στην περιοχή υπάρχει εκκλησία που επίσης ονομάζεται Αγία Κινούσα. Παλαιότεροι μελετητές διατυπώνουν την (ανεπιβεβαίωτη) άποψη πως στην Αγία Κινούσα βρισκόταν ο αρχικός οικισμός κατά την Αρχαιότητα, που εγκαταλείφθηκε κατά τα Πρωτοβυζαντινά χρόνια και του οποίου οι κάτοικοι μετακινήθηκαν βορειότερα, ιδρύοντας το Λευκόνοικον.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το Λευκόνοικον, βασιλικό φέουδο, ήταν πιθανώς και έδρα μιας από τις τέσσερις τουλάχιστον επαρχίες (bailliages) στις οποίες ήταν διοικητικά διαχωρισμένη η Μεσαορία (b. de Sivori, b. d' Aschia, b. de Lissi και b. di Lefconico, δηλαδή επαρχίες Σίβουρης ή και Σιγούρις, Άσσιας, Λύσης και Λευκονοίκου).

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το Λευκόνοικον ήταν ένας από τους είκοσι τέσσερις μουκαττάδες, δηλαδή περιοχές που επιβαρύνονταν με ειδικούς φόρους για τη συντήρηση των ταγμάτων των γενιτσάρων που στάθμευαν στην Κύπρο. Την πληροφορία δίνει ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός.

 

Οι κύριες εκκλησίες του χωριού είναι εκείνη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ (στην πάνω γειτονιά), ανακαινισμένη ολότελα στις αρχές του 19ου αιώνα, κι εκείνη του Τιμίου Σταυρού (στην κάτω γειτονιά), στην οποία ο R. Gunnis αναφέρει ότι είχε προσέξει ιδιαίτερα την ωραία πύλη, του 1680, καθώς και εικόνα της Παναγίας της ιδίας εποχής, που λέγεται ότι προέρχονταν από κατεστραμμένη εκκλησία στο χωριό Πλατάνι, βόρεια του Λευκονοίκου. Αναφέρουμε επίσης την εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου.

 

Σύμφωνα με πληροφορίες του Ιερώνυμου Περιστιάνη, στο Λευκόνοικον λειτουργούσε κοινοτική αλληλοδιδακτική σχολή από το 1860 περίπου, που συντηρείτο από τα δίδακτρα που πλήρωναν οι γονείς των μαθητών. Πριν από την ίδρυση της κοινοτικής σχολής τα παιδιά κατά το πλείστον έμεναν αγράμματα, κι αν κανένα κατόρθωνε να συλλαβίζει, όχι όμως και να γράφει, αυτό οφειλόταν στον ιερέα του χωριού. Οι γραμματοδιδάσκαλοι, οι οποίοι σπάνιζαν, αμείβονταν με μια σκάλα γης από τον πατέρα του παιδιού, την οποία μπορούσε να καλλιεργήσει.

 

Ο Λοΐζος Φιλίππου γράφει ότι η κοινοτική σχολή λειτουργούσε στο Λευκόνοικον, σύμφωνα προς τις δικές του πληροφορίες, περίπου από το 1840, δίδαξαν δε μέχρι το 1868 κατά σειράν ο Χατζηχριστούδιας Κουτσός, ο Μιχαήλ Οικονόμος, ο παπά Χριστόφορος Παπαλοΐζου, ο Χατζηπαπαγιώργης Χατζηχριστοφή και ο Χαράλαμπος Χατζηκούμπαρος, όλοι καταγόμενοι από το Λευκόνοικον. Μεταξύ 1868 και 1870 δίδαξε ο Βρασίδας Φιλαλήθης από τη Λάρνακα και κατά το 1870-1875 ο επίσης Λαρνακέας Γεώργιος Ευστρατίου. Τον διαδέχθηκε ο Σταύρος Σταυρινίδης, επίσης από τη Λάρνακα, που δίδαξε από το 1875 μέχρι το 1877, ενώ την επόμενη περίοδο δίδαξε ο Πορφύριος Πορφυρόπουλος από τα Ιωάννινα. Κατά το πρώτο έτος της αγγλικής κατοχής (1878-1879) δάσκαλος υπηρέτησε ο Περικλής Κισσονέργης τον οποίο χαρακτήρισε ως «ανώτερο άνθρωπο» (superior man) ο πρώτος Άγγλος διοικητής Αμμοχώστου.

 

Το γυμνάσιο του Λευκονοίκου, που μέχρι το 1974 εξυπηρετούσε και τα γύρω χωριά στον τομέα της μέσης εκπαίδευσης, ιδρύθηκε κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας και συγκεκριμένα το 1938. Λειτούργησε αρχικά ως ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, ιδρυμένο από τον Ανδρέα Λοϊζίδη, κι ονομαζόταν Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου αλλά και Εμπορική Σχολή Λευκονοίκου. Δυο χρόνια αργότερα η σχολή έγινε κοινοτική και αρχικά στεγάστηκε σε οίκημα της εκκλησίας Αρχαγγέλου, δίπλα από το νοσοκομείο του χωριού. Αργότερα κτίστηκε το κτίριο του γυμνασίου, επιβλητικό οικοδόμημα με προπύλαια.

 

Ένας από τους τομείς όπου οι κάτοικοι του Λευκονοίκου απεδείχθησαν πρωτοπόροι, ήταν ο συνεργατισμός. Στο Λευκόνοικον ιδρύθηκε η πρώτη Συνεργατική Εταιρεία (και Τράπεζα) στην Κύπρο. Η ίδρυσή της έγινε το 1909. Αστυνομικός σταθμός λειτούργησε από τις αρχές του 20ού αιώνα (γύρω στα 1905), ενώ το Λευκόνοικον υπήρξε και έδρα περιφερειακού δικαστηρίου, καθώς και άλλων υπηρεσιών (όπως ιατρικών και κτηνιατρικών). Το 1939 το Λευκόνοικον ανακηρύχθηκε σε δήμο από τον τότε κυβερνήτη Πάλμερ και πρώτος δήμαρχος διορίστηκε ο Χρίστος Μιχαλόπουλος. Το 1943, όταν έγιναν οι πρώτες δημοτικές εκλογές μετά την εξέγερση του 1931, δήμαρχος εξελέγη ο Λουκάς Γρηγορίου. Το 1934 (18 Δεκεμβρίου) το Λευκόνοικον είχε πληγεί σοβαρά από πλημμύρα (βλέπε και φυλλάδα με τίτλο Ὁ φοβερός Πλημμυρισμός τοῦ Λευκονοίκου, ποίημα συνταχθέν υπό Γεωργή Γ. Καραγιάννη ἐκ Λευκονοίκου).

 

Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας το Λευκόνοικον έγινε επανειλημμένα χώρος αιματηρών γεγονότων. Η κοινότητα πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση του Οκτώβριο του 1931, κι είχε μάλιστα κι ένα νεκρό, τον 18χρονο Χαράλαμπο Φιλή, που σκοτώθηκε στην Αμμόχωστο. Στις 25 Μαρτίου του 1945, μέρα της εθνικής επετείου, οι αγγλικές αρχές διέλυσαν διαδήλωση της Αριστεράς στο Λευκόνοικον, με τρόπο βίαιο και με χρήση όπλων, με αποτέλεσμα τον θάνατο των Ανδρόνικου Μιχαήλ, Μιχάλη Κουρτέλλα και Ανδρέα Εξηντάρη. Κατά τη διάρκεια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959 η κοινότητα του Λευκονοίκου μετείχε ενεργά. Στις 11 Φεβρουαριου 1957 σκοτώθηκε στο χωριό ο Κυριάκος Μπάκας, από βλήμα βόμβας που είχε ριφθεί κατά των Βρετανών. Οι Βρετανοί σκότωσαν στο Λευκόνοικον τον Σάββα Ζάνου, 40 χρόνων, που είχε συλληφθεί ενώ έρριχνε χειροβομβίδα εναντίον τους. Άλλος νεκρός Λευκονοιτζ'ιάτης κατά τη διάρκεια του αγώνα ήταν ο Θεόδωρος Αχιλλέως, 24 χρόνων. Σκοτώθηκε από Τούρκους κοντά στην Κοντέα στις 10.7.1958. Τέλος, αναφέρουμε και τη δολοφονία του αριστερού Σάββα Μενοίκου, το 1958, από δεξιούς, στον περίβολο της εκκλησίας του Αρχαγγέλου.

 

Κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974, το Λευκόνοικον πλήρωσε μεγάλο τίμημα σε ανθρώπινες θυσίες. Συνολικά 14 Λευκονοιτζ'ιάτες σκοτώθηκαν, ενώ άλλοι 16 παραμένουν αγνοούμενοι.

 

Το χωριό κατελήφθη από τους Τούρκους κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής (Αύγουστος του 1974) και όλοι οι κάτοικοί του προσφυγοποιήθηκαν στις ελεύθερες περιοχές του νησιού.

 

Το 1975 μεταφέρθηκαν κι εγκαταστάθηκαν στο Λευκόνοικον Τουρκοκύπριοι από τις ελεύθερες περιοχές και κυρίως από την Κοφίνου, που έδωσαν στο χωριό την ονομασία Gecitkale. Η ονομασία αυτή εχρησιμοποιείτο από τους Τούρκους για το χωριό Κοφίνου. Λίγο αργότερα οι Τούρκοι μετονόμασαν το Λευκόνοικον σε Aksaray που σημαίνει λευκό παλάτι, ονομασία περίπου παρόμοια με την ελληνική. Στο Λευκόνοικον εγκαταστάθηκαν και έποικοι από την Τουρκία.

 

Τα τελευταία χρόνια οι Τούρκοι κατασκεύασαν στην περιοχή του Λευκονοίκου σύγχρονο αεροδρόμιο για στρατιωτικούς κυρίως σκοπούς. Το αεροδρόμιο κατασκευάστηκε στα νότια του χωριού, στην περιοχή του αρχαιολογικού χώρου για τον οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω, μεταξύ των δρόμων Λευκονοίκου - Περιστερωνοπηγής και Λευκονοίκου - Γενάγρων. Ολόκληρη η περιοχή στην οποία κατασκευάστηκε το αεροδρόμιο αυτό είναι απαγορευμένη ζώνη. Σύμφωνα προς τις υπάρχουσες πληροφορίες, ο δίαυλος του αεροδρομίου είναι μήκους 3.180 μέτρων και πλάτους 50 μέτρων. Ο πύργος ελέγχου είναι 8όροφος. Το αεροδρόμιο, αν και ανεφέρθη από τους Τούρκους ότι θα ήταν πολιτικό, ωστόσο δημιουργήθηκε με καθαρά στρατιωτικές προδιαγραφές και μάλιστα του NATO. Είναι δε εξοπλισμένο με εντελώς σύγχρονα μηχανήματα, ενώ υπάρχουν πληροφορίες ότι στην ίδια περιοχή κατασκευάστηκαν και υπόγεια έργα μεγάλων διαστάσεων, πιθανότατα κρύπτες και αποθήκες πολεμικού υλικού.

 

Πριν από την καταστροφή του 1974, το Λευκόνοικον είχε τρία αθλητικά σωματεία: την Ελευθερία, που ήταν και το αρχαιότερο, την Ανόρθωση (ιδρύθηκε από την ΑΤΕ - ΠΕΚ Λευκονοίκου) και την Ένωση Νέων Λευκονοίκου που είχε ιδρυθεί το 1971. Ο πρώτος γυμναστικός σύλλογος είχε ιδρυθεί στο χωριό το 1932, κι είχε αναπτύξει δραστηριότητες και πέραν του αθλητισμού, όπως η μουσική και το θέατρο. Σήμερα, προσφυγοποιημένοι, οι κάτοικοι του Λευκονοίκου ίδρυσαν το Προσφυγικό Σωματείο «Λευκόνοικον» κι εκδίδουν ετήσιο ομώνυμο δελτίο.

 

Ιδιαίτερα γνωστό ήταν το Λευκόνοικον για τα περίφημα υφαντά του, τα λευκονοιτζ'ιάτικα υφαντά. Οι γυναίκες του Λευκονοίκου εξακολουθούν, σε πολύ μικρότερη όμως κλίμακα, να υφαίνουν και στην προσφυγιά, συνεχίζοντας μια τέχνη που διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες. Για τα ωραία υφαντά του Λευκονοίκου, που κατασκευάζονται στην παραδοσιακή βούφα και διακρίνονται για τα ζωηρά χρώματά τους, βλέπε στα λήμματα κέντημα - κεντητική και υφαντάύφανση.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image